Από τον έναν Παγκόσμιο Πόλεμο στον άλλο. Η σπειροειδής πορεία της Ελβετίας (1914 – 1945)

Έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το καλοκαίρι του 1914, το καθεστώς της διαρκούς ουδετερότητας, σε συνάρτηση με την ομοσπονδιακή δομή της χώρας, υπαγόρευαν στην Ελβετία την υιοθέτηση μιας χαμηλών τόνων εξωτερικής πολιτικής. Στην ευμάρεια της εποχής εκείνης συνέδραμαν οι εντατικές εμπορικές συναλλαγές¹, όπως και οι κάθε άλλο παρά αμελητέες, σε απόλυτους αριθμούς, οικονομικές σχέσεις με άλλα κράτη. Επρόκειτο για αποτελεσματικά εργαλεία στα χέρια του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου (δηλ. της ελβετικής κυβέρνησης), έστω και αν κατά καιρούς παρέπεμπαν σε τακτικές και σε μεθόδους έμμεσης αποικιοκρατίας.

Εξίσου σημαντικές ήταν και οι ανταλλαγές ανθρώπων και ιδεών λόγω της κομβικής γεωγραφικής θέσης και της πολυπολιτισμικής δομής του ελβετικού λαού. Σημειωτέον ότι στις άμεσες παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι αλλοδαποί εκπροσωπούσαν το 14,7% του συνολικού πληθυσμού (το 16% του ενεργού), ένα πρωτοφανές φαινόμενο για τη χώρα.

Οι προαναφερθέντες ρυθμοί ενσωμάτωσης στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι έμελλαν να υποστούν ριζική μεταβολή έπειτα από την έκρηξη του πολέμου. Έπειτα δε από το πέρας και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η πατροπαράδοτη πολιτική της ουδετερότητας αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στη σφυρηλάτηση ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας, το οποίο έκτοτε επιχειρεί, δίχως ιδιαίτερη επιτυχία είναι αλήθεια, όχι μόνο να διευθετήσει τις εκάστοτε διακρατικές διαφορές, αλλά και να τις αποτρέψει. Οι οικονομικές κρίσεις των ετών 1921-1922 και της δεκαετίας του ΄30, σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση των ολοκληρωτικών καθεστώτων στον άμεσο γεωγραφικό περίγυρο, επέφεραν αναταράξεις στην εξέλιξη των διμερών διακρατικών σχέσεων της Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Μέσα από την εμπειρία και τα βιώματα των δύο πολέμων, η κοινή γνώμη άρχισε να διαισθάνεται, με έκδηλη απαισιοδοξία, την αναγκαιότητα άσκησης μιας περισσότερο ενεργητικής και στιβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Παρά τη θέλησή του, επομένως, το ομόσπονδο κράτος παρενέβη στην καθημερινότητα των υπηκόων του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναβάθμιση της ιθαγένειας σε καθοριστικό κριτήριο, σε μια στιγμή μάλιστα (δεκαετίες του ΄30 και του ΄40), κατά την οποία η ποσοστιαία αναλογία των αλλοδαπών σε συνάρτηση με τους γηγενείς βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση. Μεταξύ των ετών 1914 και 1945, η Ελβετία ήταν ένα δημοκρατικό κράτος με μια κατ’ αρχήν ελεύθερη οικονομία. Με τη διαφορά του ότι η τόσο χαρακτηριστική εσωστρέφεια και προσήλωση στις αρχές και αξίες του παρελθόντος, ήταν συνυφασμένες με μια δυναμική οικονομικής αυτάρκειας και πολιτισμικής ανασύνταξης. Χρειάστηκε να επιστρατευθούν άλλοι τρόποι διαχείρισης των διεθνών κρίσεων, ούτως ώστε να διατηρηθούν στο μέτρο του δυνατού η ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων και των κεφαλαίων, καθώς και ο περιορισμός εκείνης των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου, δίχως μάλιστα κάποια θεσμική ρήξη, άρχισε να διαμορφώνεται ένα νέο σύστημα, στηριζόμενο στη διαρκή συνεργασία των δημοσίων υπηρεσιών με τους κοινωνικούς εταίρους και στη συμμετοχή των κυριότερων πολιτικών δυνάμεων στη διακυβέρνηση της χώρας. Με άλλα λόγια, επρόκειτο για ενός είδους εταιρικού φιλελευθερισμού, προθαλάμου για μια δημοκρατία γενικής αποδοχής.

Η εν λόγω εξέλιξη δεν υπήρξε μόνο προϊόν συγκυριών. Αποτελούσε το καταληκτικό σημείο παλαιότερων τάσεων. Στη συνέχεια έμελλε να ασκήσει τη δική της επίδραση επάνω στον σχεδιασμό και την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, όπως και στην εν γένει αντίληψη που ο ελβετικός λαός είχε σχηματίσει για τη θέση του μέσα στον διεθνή περίγυρο.

2.1. Επικράτεια και σύνορα

Τα σύνορα της ελβετικής επικράτειας παρέμειναν αμετάβλητα μέσα στον 20ό αιώνα, παρόλες τις κοσμογονικές γεωπολιτικές αναστατώσεις της περιόδου. Παρά ταύτα, το άρθρο 435 της Συνθήκης των Βερσαλλιών του 1919, επηρέασε το καθεστώς των συνόρων. Η χώρα αναγκάστηκε να αποποιηθεί τα στρατιωτικά της δικαιώματα επί της αποστρατικοποιημένης, πλέον, ζώνης της βόρειας Σαβοΐας και να επανεξετάσει το νομικό καθεστώς της ελεύθερης εμπορικής ζώνης πέριξ του θύλακα της Γενεύης. Ως προς το τελευταίο, ο ελβετικός λαός απέρριψε, μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος το 1921, οποιαδήποτε μεταβολή. Ειδικότερα ως προς τις αντίστοιχες ζώνες της Άνω Σαβοΐας και της περιοχής του Ζεξ, που καταργήθηκαν αυθαίρετα από τη Γαλλία, η κυβέρνηση της Βέρνης αναγκάστηκε να προσφύγει στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης της Χάγης, το οποίο και την δικαίωσε θεωρητικά έπειτα από μια μαραθώνια διαδικασία. Στην πράξη όμως, η διαιτητική απόφαση του 1933 είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή εξάρθρωση ενός καθεστώτος, το οποίο επί έναν ολόκληρο αιώνα αποδείχτηκε εξαιρετικά προσοδοφόρο για την πόλη της Γενεύης και τα περίχωρά της.   

2.2. Παρεμβολή της “διαφορικής ουδετερότητας

Η μεγάλη καινοτομία της περιόδου του Μεσοπολέμου υπήρξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, η διαχείριση της ουδετερότητας. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων ειρήνης του 1919, επιβεβαιώθηκε από τη διεθνή κοινότητα το παραδοσιακό καθεστώς της ουδετερότητας. Ταυτόχρονα, η Ελβετική Συνομοσπονδία επικαλέστηκε το επιχείρημα της ειδικής περίπτωσης, προκειμένου να προσχωρήσει στη νεότευκτη Κοινωνία των Εθνών, την έδρα της οποίας επρόκειτο να φιλοξενήσει στο εθνικό της έδαφος.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1920, ο Giuseppe Motta, μέλος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου και επικεφαλής της ελβετικής διπλωματίας, κατάφερε να αποσπάσει από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών, ταυτόχρονα με την αποδοχή του ασυμβίβαστου μεταξύ ενός ουδετέρου κράτους και ενός κράτους μέλους της ΚτΕ, την εξαίρεση της χώρας του από τις στρατιωτικές κυρώσεις που το άρθρο 16 του Καταστατικού Χάρτη του διεθνούς οργανισμού προέβλεπε για τα μέλη του². Τρεις μήνες αργότερα, μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος, το εκλογικό σώμα με μικρή, αλλά αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία επικύρωσε την προσχώρηση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στην Κοινωνία των Εθνών. Έτσι είδε το φως της ημέρας η επονομαζόμενη αρχή της “διαφορικής ουδετερότητας” (neutralité différentielle/differentiellen Neutralität).

Η ταυτόχρονη αποχώρηση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών και τη Διάσκεψη Αφοπλισμού το 1933, οι κυρώσεις σε βάρος της Ιταλίας την επομένη της εισβολής στην Αιθιοπία το 1935, δυσχέραιναν ολοένα και περισσότερο τη θέση της Ελβετίας. Επιχειρώντας να αποδεσμευθεί από το σύστημα συλλογικής ασφάλειας και προτού καν το Γ΄ Ράιχ κυρήξει, το 1938, την ένωση (Anschluss) με την Αυστρία, η χώρα κοινοποίησε την πρόθεσή της να επανέλθει σε καθεστώς “πλήρους ουδετερότητας” (neutralité intégrale/integrale Neutralität). Τον Μάιο του 1938, το αίτημα έγινε αποδεκτό από το Συμβούλιο της ΚτΕ. Δίχως χρονοτριβή, η κυβέρνηση της Βέρνης έσπευσε να αποσπάσει από τους δύο προβληματικούς γείτονές της (Γερμανία και Ιταλία), ευρισκόμενους σε ρήξη με τον διεθνή οργανισμό, την αναγνώριση του παραδοσιακού της καθεστώτος ουδετερότητας.

Η ιστορία φέρει το δικό της ειδικό βάρος. Προτού λήξουν οι εχθροπραξίες, συγκεκριμένα το 1944, η Ελβετία τελούσε εν γνώσει του γεγονότος ότι ο κυοφορούμενος από τους Συμμάχους νέος διεθνής οργανισμός (Ο.Η.Ε.), διάδοχος της θανούσης Κοινωνίας των Εθνών, δεν επρόκειτο να αποδεχθεί οποιαδήποτε ειδική μεταχείριση υπέρ των ουδετέρων κρατών. Για τον λόγο αυτό, φρόντισε να  παρατείνει τις διαδικασίες για την ένταξή της³.

2.3. Διπλωματία, Κεφάλαιο και Εργασία

Το 1919, η προπολεμική πραγματικότητα ήταν πλέον για τους Ελβετούς ο παλιός καλός καιρός.  Η πολυπόθητη επάνοδος στην κανονικότητα δεν πραγματοποιήθηκε. Στη θέση της, η νομισματική αταξία, η υπερπαραγωγή των αγαθών, η αστάθεια των αγορών είχαν οδηγήσει, έπειτα από μια σύντομη περίοδο υπερκατανάλωσης, σε μια πρώτη οικονομική κρίση, με συνακόλουθες την αύξηση της ανεργίας στον βιομηχανικό κλάδο και την κατάρρευση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Κάθε χώρα αντιμέτωπη με μια τέτοια κατάσταση είναι επόμενο να προσφύγει σε μέτρα προστασίας και υποστήριξης της παραγωγής προκειμένου να ξεφύγει από το αδιέξοδο.

Στην περίπτωση της Ελβετίας, η κρίση των ετών 1921-1922 άφησε πίσω της βαριά κατάλοιπα. Το κράτος αναγκάστηκε να παρατείνει τον παρεμβατισμό της εποχής του πολέμου στην οικονομική και κοινωνική καθημερινότητα των πολιτών, αξιοποιώντας στο έπακρο την ισχύ και τις δυνατότητες  των μέσων ενημέρωσης. Δυστυχώς, έπειτα από μια σύντομη περίοδο πλασματικής ευημερίας, η οικονομία της χώρας δοκιμάστηκε άσχημα από τη μεγάλη ύφεση των ετών 1929-1932: πτώση εισγωγών και εξαγωγών, υποτίμιση του εθνικού νομίσματος, επιβολή ελέγχου στη διακίνηση των κεφαλαίων. Οι αρχές, στην προσπάθειά τους να μειώσουν την ανεργία και να επανεκκινήσουν την οικονομία, έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη των οικονομικών οργανισμών και των αστικών κομμάτων, στράφηκαν σε ένα πρώτο στάδιο προς την εφαρμογή μιας αντιπληθωριστικής πολιτικής. Η βεβιασμένη αυτή προσπάθεια προσαρμογής της παραγωγής στις συνθήκες της εξωτερικής αγοράς προκάλεσε, από το 1933 και μετά, πτώση των μισθών, περιδίνηση υποκατανάλωσης, φυγή κεφαλαίων, τέλος, σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στις τράπεζες και τη βιομηχανία. Τομείς όπως η υφαντουργία και η ωρολογοποιία υπέστησαν σημαντικά πλήγματα, ενώ το κέντημα (παραδοσιακή ενασχόληση) σχεδόν αφανίστηκε.

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το οποίο διέθετε πλέον την απαραίτητη εξουσία για την προστασία των οικονομικών και εμπορικών συμφερόντων που απειλούνταν ευθέως από την κρίση, στράφηκε προς μονομερή καταγγελία μεγάλου αριθμού εμπορικών συμφωνιών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευσή τους υπό διαφορετικούς όρους, καθώς και προς αναζήτηση νέων αγορών για τις εξαγωγές. Συνομολόγησε αντισταθμιστικές συμφωνίες με κράτη της Λατινικής Αμερικής, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αλλά και με ολοκληρωτικά καθεστώτα όπως η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία. Συμμετείχε ενεργά σε διεθνείς συλλογικές προσπάθειες εξόδου από την κρίση, όπως ήταν η Συνδιάσκεψη της Γενεύης για ανάπτυξη συντονισμένης οικονομικής δράσης και η οικονομική και νομισματική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου του 1933. Σε κάθε περίπτωση όμως, φρόντιζε να υποτάσσει τις όποιες διεθνείς δεσμεύσεις του στην εξυπηρέτηση και προστασία των ελβετικών συμφερόντων.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι αρχές αρνήθηκαν να θυσιάσουν τη σταθερότητα του εθνικού νομίσματος στον βωμό της προστασίας των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της διατηρήσης των θέσεων εργασίας. Το οδυνηρό αποτέλεσμα ήταν η δραματική αύξηση της ανεργίας και του δημοσίου ελλείματος την ίδια ακριβώς στιγμή, κατά την οποία το τραπεζικό σύστημα διαμαρτυρόταν βλέποντας τα συμφέροντα του κεφαλαίου να υπολοίπονται εκείνων των εργαζομένων στο πλαίσιο των αντισταθμιστικών συμφωνιών. Τον Σεπτέμβριο του 1936, ακολουθώντας το παράδειγμα της Γαλλίας, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αναγκάστηκε τελικά να προχωρήσει στην υποτίμηση του ελβετικού φράγκου κατά το έν τρίτο της αξίας του περίπου. Ακολούθως, προσχώρησε στο τριμερές νομισματικό σύμφωνο μεταξύ Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

2.4. Διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων

Με εξαίρεση δύο μόνο φορές μέχρι το 1914, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Εξωτερικών Υποθέσεων (Département Fédéral des Affaires Étrangères/Eidgenössisches Departement für Αuswärtige Angelegenheiten) άλλαζε κάθε χρόνο υπεύθυνο, εφόσον υπαγόταν στις αρμοδιότητες του (επίσης μονοετούς θητείας) Προέδρου της Συνομοσπονδίας. Η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έθεσε τέλος σε αυτή την εκ περιτροπής διαδικασία. Μεταξύ των ετών 1914 και 1917,  καθήκοντα προέδρου του Ομοσπονδιακού Γραφείου Εξωτερικών Υποθέσεων άσκησε ο Arthur Hoffmann. Έπειτα από μια σύντομη επάνοδο στην παραδοσιακή διαδικασία της μονοετούς θητείας,  ανάλογα καθήκοντα ανέλαβε επί μια εικοσαετία ο Giuseppe Motta (1920-1940). Τον διαδέχθηκε έπειτα από τον θάνατό του ο Marcel Pilet-Golaz έως το τέλος του 1944. Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, τρεις χαρισματικές προσωπικότητες, αλλά μια πραγματική και ουσιαστική συνέχεια σε επίπεδο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής.

Τα πράγματα υπήρξαν λιγότερο ευτυχή όσον αφορά τη διαχείριση των εμπορικών συναλλαγών, δηλαδή της σύναψης συμφωνιών του είδους αυτού με άλλα κράτη. Αρμόδιο για τις τελευταίες, βάσει ενός Οργανικού Νόμου του 1914, ήταν το Πολιτικό Γραφείο και όχι εκείνο των Εξωτερικών Υποθέσεων. Τελικά, το 1917, το Τμήμα Εμπορίου υπήχθη στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Δημόσιας Οικονομίας. Αυτή ακριβώς η γραφειοκρατική διάκριση μεταξύ εμπορίου αφενός, πολιτικής, κοινωνίας και οικονομίας αφετέρου, αποδείχθηκε κατ’ επανάληψη προβληματική.

Για μια αποτελεσματικότερη άσκηση της εξωτερικής πολιτικής χρειάστηκε να ξεπεραστούν, το 1919, οι ενδοιασμοί του Κοινοβουλίου και να ιδρυθούν νέες πρεσβείες. Και πάλι, όμως, ο αριθμός των τελευταίων εξακολούθησε να παραμένει ασυνήθιστα περιορισμένος: δεκαπέντε συνολικά το 1920, είκοσι το 1940. Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, η διεύρυνση του διπλωματικού δικτύου οδήγησε στη δημιουργία νέων υπηρεσιών, όπως εκείνης για τα ξένα συμφέροντα εντός της ελβετικής επικράτειας στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων ή εκείνης για τη συνδρομή της Εθνικής Τράπεζας και των οικονομικών οργανισμών στην όλη διαχείριση των αντισταθμιστικών συμφωνιών. Ως εκ τούτου, δύο σημαντικοί θεσμοί της χώρας, η Ελβετική Ένωση Εμπορίου και Βιομηχανίας (Union suisse du commerce et de l’industrie) και ο Ελβετικός Σύνδεσμος Τραπεζιτών (Association suisse des banquiers) συμμετείχαν ενεργά σε όλες τις διαπραγματεύσεις και λήψεις αποφάσεων.

2.5 Δημοκρατία και εξωτερική πολιτική

Εξαιτίας της διακριτικότητας των χαμηλών τόνων με τους οποίους ασκείτο, για μεγάλο χρονικό διάστημα, η εξωτερική πολιτική υπαγόταν σχεδόν εξολοκλήρου στο Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, δηλαδή στην κυβέρνηση. Το 1936, έπειτα από μακροχρόνιες συζητήσεις, ο Motta αποδέχθηκε την ίδρυση στους κόλπους της Κάτω Βουλής μιας Μόνιμης Eπιτροπής Εξωτερικών υποθέσεων (Commission Permanente des Affaires Étrangères). Επιπρόσθετα, ήδη από το 1921, η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος επεκτάθηκε σε όλες τις διεθνείς συμφωνίες διάρκειας άνω των δεκαπέντε ετών, τις οποίες είχε συνάψει η εκτελεστική εξουσία. Με την ύπαρξή της και μόνο, η νέα προαναφερθείσα κοινοβουλευτική επιτροπή έμελλε να επηρεάσει την εν γένει άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Η πολιτική της διαρκούς ουδετερότητας υποχρέωνε την Ελβετική Συνομοσπονδία να απέχει από οποιονδήποτε πόλεμο και να υπερασπίζεται αυτή την αποχή ακόμα και με την ισχύ των όπλων. Πολλά από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ουδετέρων (κρατών και μεμονωμένων ατόμων) σε εμπόλεμη περίοδο προσδιορίζονταν από τις διατάξεις της Συμβασης της Χάγης του 1907. Ως προς τα δικαιώματα, η εν λόγω πράξη εγγυόταν την εδαφική ακεραιότητα και την ελευθερία των σχέσεων με άλλα κράτη. Οι υποχρεώσεις συνίσταντο στην αποχή από κάθε είδους συμμετοχή σε διεθνείς αντιπαραθέσεις και ίση μεταχείριση προς όλες τις πλευρές.

3.1. Διαφαινόμενες απειλές και αμυντικός σχεδιασμός

Στη διάρκεια αμφοτέρων των Παγκοσμίων Πολέμων, το στρατιωτικό δυναμικό της Ελβετίας κληθηκε να αντιμετωπίσει, από την πλευρά των εμπολέμων άμεσες και έμμεσες απειλές διέλευσης του εθνικού εδάφους με στόχο την πλαγιοκόπηση του αντιπάλου. Το 1914, ο στρατός αναπτύχθηκε κατά μήκος της οροσειράς του Ιούρα, η οποία εκτείνεται από τα σύνορα με τη Γαλλία μέχρι εκείνα με τη Γερμανία. Το 1939, o ο αρχιστράτηγος του ελβετικού στρατού Henri Guisan, τοποθέτησε το μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού του απέναντι από τη Γερμανία, στις οχυρές θέσεις της οροσειράς του Ιούρα και κατά μήκος του ποταμού Λίματ. Την επομένη της συνθηκολόγησης της Γαλλίας, το καλοκαίρι του 1940, η Ελβετία βρέθηκε πανταχόθεν περικυκλωμένη από το Γ΄ Ράιχ. Εξαίρεση αποτελούσε ένα μικρό συνοριακό άνοιγμα με την μη κατεχόμενη Γαλλία (Ελεύθερη Ζώνη), στο ύψος της Γενεύης. Και αυτό, όμως, έπαψε να υφίσταται από το 1942 και μετά, έπειτα από την εισβολή του γερμανικού στρατού στην Ελεύθερη Ζώνη αμέσως έπειτα από την απόβαση των Αμερικανών στις ακτές της βορείου Αφρικής. Τότε ακριβώς ο Guisan αποφάσισε να συμπτύξει τις δυνάμεις του γύρω από ένα συγκρότημα οχυρών υψίστης στρατηγικής σημασίας των κεντρικών Άλπεων, ύστατη γραμμή άμυνας. Γνωστός ως Εθνική Κοιτίδα/Réduit National/Schweizer Reduit, ο σχεδόν απροσπέλαστος αυτός ορεινός όγκος ενσαρκώνει έκτοτε τη θέληση αντίστασης στο Γ΄ Ράιχ αλλά και τις επιχειρησιακές δυνατότητες του ελβετικού στρατού εν καιρώ πολέμου. Το φθινόπωρο του 1944, σε συνάρτηση με την εν γένει εξέλιξη του πολέμου, ο τελευταίος προωθήθηκε εκ νέου έως τα σύνορα.

Αν και τον απασχόλησε σοβαρά μια τέτοια προοπτική, εν τέλει ο ελβετικός στρατός δεν χρειάστηκε να αποκρούσει εισβολή εντός του εθνικού εδάφους. Ωστόσο, μεταξύ των ετών 1940 και 1944, υπήρξε μάρτυς χιλιάδων παραβιάσεων της ουδετερότητας της χώρας, κυρίως από αέρος. Τα επεισόδια αυτά στοίχισαν τη ζωή δεκάδων ατόμων, δίχως όμως να προσλάβουν ποτέ δυσμενείς πολιτικές προεκτάσεις, με εξαίρεση τις συγκρούσεις των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 1940 ανάμεσα στην ελβετική αεράμυνα και τη Luftwaffe, ενόσω εμαίνετο η μάχη της Γαλλίας. Οι επίσημες αρχές, μη δυνάμενες να αποκρούσουν δια των όπλων τις αλλεπάλληλες παραβιάσεις του εναερίου χώρου, κατέληξαν στο να τις αποδεχτούν de facto από τον Νοέμβριο του 1940 και μετά.

Από το 1914 έως το 1918, ο πόλεμος δεν απομακρύνθηκε ούτε στιγμή από τα βόρεια και τα νότια σύνορα της χώρας. Εκ των πραγμάτων επομένως, η Ελβετία λειτούργησε φυσιολογικά ως καταφύγιο  λιποτακτών και αιχμαλώτων που είχαν καταφέρει να αποδράσουν από τον τόπο εγκλεισμού τους. Μεσολάβησε επίσης για την ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου, τραυματιών και ασθενών ανάμεσα στα εμπόλεμα κράτη. Τον Ιούνιο του 1940, ο αριθμός των Γάλλων και Πολωνών στρατιωτών που εισήλθαν εντός του ελβετικού εδάφους προτιμώντας να εγκλειστούν σε στρατόπεδα της ευρύτερης περιοχής του Ιούρα ξεπερνούσε τους 40.000. Όπως και στον προηγούμενο πόλεμο, χιλιάδες υπήρξαν και οι αποδράσαντες αιχμάλωτοι πολέμου. Όσο δε για τους πολιτικούς πρόσφυγες, στη χώρα παρέμειναν μόνο όσοι πληρούσαν τις νομικές προδιαγραφές. Οι υπόλοιποι απελάθηκαν.

Η αμυντική στρατηγική της χώρας δεν απέκλειε το ενδεχόμενο προσφυγής σε συνδρομή τρίτων σε περίπτωση καταφοράς επιθετικού πλήγματος σε βάρος της εδαφικής ακεραιότητας. Προτού καν ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, υπήρξαν προληπτικές επαφές με το γερμανικό και το αυστροουγγρικό Γενικό Επιτελείο ενόψει διαφαινόμενου κινδύνου, προερχομένου από τον νότο. Παρά ταύτα, η σοβαρότερη απειλή προέκυψε το 1915-1916 από δυσμάς. Οδήγησε σε διαπραγματεύσεις με το Γαλλικό Γενικό Επιτελείο το 1917. Το αποτέλεσμα των τελευταίων καθησύχασε το Παρίσι αλλά και τους κατοίκους της γαλλόφωνης Ρωμανικής Ελβετίας σχετικά με τον στρατιωτικό προσανατολισμό της χώρας, ο οποίος είχε εκληφθεί ως γερμανόφιλος.

Νέες επαφές ανάμεσα στα δύο επιτελεία έλαβαν χώρα το 1939. Κατέληξαν στην εκπόνηση κοινών σχεδίων δράσης, τα οποία, έπειτα από την κατάρρευση της Γαλλίας ένα χρόνο αργότερα, έπεσαν στα χέρια των Γερμανών. Για αδιευκρίνιστους λόγους, το Γ΄ Ράιχ ουδέποτε θέλησε να αξιοποιήσει προς όφελός του τα παραπάνω στοιχεία. Στην περίπτωση πρέπει να επισημανθεί πως οι επαφές με τη Γαλλία πραγματοποιήθηκαν εν αγνοία του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου και ότι ο στρατηγός Guisan είχε φτάσει στο απώτατο όριο των όσων επέτρεπε η πολιτική της ουδετερότητας. Ο ίδιος, αργότερα, προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις επιχειρώντας να πείσει με κάθε δυνατό τρόπο τους Γερμανούς ότι η Ελβετία ήταν αποφασισμένη να υπερασπιστεί την εδαφική της ακεραιότητα ενάντια σε οιονδήποτε εισβολέα.

3.2. Προβλήματα επισιτισμού

Ένα ουδέτερο κράτος διατηρεί το δικαίωμα διατήρησης των διακρατικών του σχέσεων έχοντας, μεταξύ άλλων, κατά νου την έγνοια να διασφαλίσει τον ανεφοδιασμό του. Με την έναρξη των εχθροπραξιών το 1914, αποδείχτηκε πως η Ελβετία δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη σε αυτόν τον τομέα. Οι αρχές αναγκάστηκαν να προχωρήσουν στη σταδιακή μετατροπή της οικονομίας εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου. Μη μπορώντας να εκτιμήσουν επακριβώς τις συνέπειες στον κοινωνικό τομέα, άργησαν να απομακρυνθούν από τις φιλελεύθερες αρχές τους. Ως εκ τούτου, επέτρεψαν άθελά τους στους εμπολέμους να επιβάλλουν ελέγχους και περιορισμούς με απώτερο σκοπό την απαγόρευση επανεξαγωγής σε τρίτους των εισαγομένων προϊόντων. Η ίδρυση το 1916 για λογαριασμό του συνασπισμού της Τετραμερούς Συνεννοήσεως (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία) του Ελβετικού Οργανισμού Οικονομικής Επιτήρησης (Société suisse de surveillance économique), μιας κοινοπραξίας των συνδικάτων εισαγωγών-εξαγωγών και ένα χρόνο αργότερα του Ελβετικού Γραφείου Ελέγχου Διακίνησης των Προϊόντων (Schweizerische Treuhandstelle), το οποίο λειτουργούσε για λογαριασμό του γερμανικού Ράιχ, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου ως προς την ανεξαρτησία της ελβετικής οικονομίας⁴.

Αντλώντας τα διδάγματα της παραπάνω εμπειρίας ήδη από το 1937, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο προχώρησε στην έγκαιρη οργάνωση μιας οικονομίας εν καιρώ πολέμου. Συνέδεσε μάλιστα την τελευταία με το εξοπλιστικό πρόγραμμα και τη δημιουργία θέσεων εργασίας προκειμένου να καταπολεμήσει την οικονομική κρίση. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1939 τα σύνορα έκλεισαν εκ νέου, η χώρα ήταν πλέον σε θέση να συνομολογήσει τόσο με τους Συμμάχους όσο και με το Γ΄ Ράιχ τις απαραίτητες συμφωνίες για την επιβίωση του εμπορίου της εν μέσω των οικονομικών αποκλεισμών που οι μεν επέβαλαν σε βάρος των δε. Ωστόσο, υποκύπτοντας στις πιέσεις των Συμμάχων,  το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, ταυτόχρονα με την έναρξη των εχθροπραξιών, αναθεώρησε προγενέστερη απόφασή του σχετικά με την απαγόρευση παραχώρησης οπλισμού και πολεμικού υλικού με αποδέκτες τα εμπόλεμα κράτη.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το Γραφείο Εμπορίου, υπό τη διεύθυνση των Jean Hotz και Heinrich Homberger, βρισκόταν σε συνεχείς διαπραγματεύσεις τόσο με τους Συμμάχους όσο και με τις δυνάμεις του Άξονα. Σκοπός ήταν οι παραχωρήσεις προς τους μεν να μη λειτουργήσουν ως πρόσχημα για επιβολή αντιποίνων από τους δε. Σε αυτόν τον συγκεκριμένο τομέα, η πολιτική της ουδετερότητας είναι πολύ περισσότερο υπόθεση ορθολογιστικής αξιολόγησης, αξιοπιστίας και ίσης μεταχείρισης παρά ποσοτικής ισορροπίας. Σε αντάλλαγμα προμήθειας άνθρακα και σιδήρου, οι ελβετικές αρχές έκαναν πίστωση ύψους ενός δισεκατομμυρίου ελβετικών φράγκων υπό μορφή αντισταθμίσματος. Ταυτόχρονα προνόησαν να διατηρήσουν ένα ευπρόσωπο εμπορικό ρεύμα με τους Συμμάχους. Εμπόδια υπήρξαν και μάλιστα πολλά. Όμως, ουδείς δύναται να προσάψει στη Συνομοσπονδία ότι, στην προσπάθειά της να διασφαλίσει για λογαριασμό των υπηκόων της τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, είχε αθετήσει τις υποχρεώσεις της ως ουδέτερο κράτος⁵.

Απομονωμένη στο μέσο της Ευρώπης του Hitler, η Ελβετία συμμετείχε σημαντικά, τουλάχιστον σε ποιοτικό επίπεδο, στην πολεμική προσπάθεια του Γ΄ Ράιχ. Οι κριτικές που υπέστη από τους Συμμάχους ήδη από το 1943 και πιο πρόσφατα από τη νεότερη ιστοριογραφία, δεν αναφέρονται τόσο στον βιομηχανικό τομέα και στη σιδηροδρομική διαμετακόμιση δια μέσου των Άλπεων, όσο στο ξέπλυμα του χρυσού της Γερμανικής Κρατικής Τράπεζας (Reichbank). Στις μέρες μας είναι πλέον γνωστό το ύψος της αξίας (περί το 1,2 δισεκατομμύριο ελβετικών φράγκων) όπως και το γεγονός ότι οι Ελβετοί ιθύνοντες γνώριζαν την αρχική προέλευση μεγάλου μέρους από τον κλεμμένο αυτό χρυσό (Βέλγιο). Εκείνο που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ των ιστορικών είναι τα αίτια αυτής της αγοράς, έστω και αν ισχύει το γεγονός ότι η ελβετική Εθνική Τράπεζα είχε επίσης συγκατανεύσει στην παροχή πίστωσης αξίας 2,5 δισεκατομμυρίων προς τους Συμμάχους.

Ο πόλεμος δεν είχε ακόμα κοπάσει όταν οι τελευταίοι επέδωσαν στη Βέρνη τον λογαριασμό της μεθοδικά σταθμισμένης αυτής ευθυγράμμισης με τον Άξονα. Η Ελβετία αναγκάστηκε να αναστείλει τις εκκρεμείς ακόμα παραδόσεις οπλισμού, να παγώσει τις γερμανικές καταθέσεις επί του εδάφους της (είχαν αρχίσει ήδη να διαρρέουν προς τρίτες χώρες), να δεσμεύσει τις περιουσίες, τέλος, να καταβάλει αποζημίωση στους νικητές, το ύψος της οποίας (250 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα) ορίστηκε με γνώμονα τις διατάξεις της συμφωνίας της Ουάσινγκτον του Απριλίου 1946.

3.3 Προσφορά καλών υπηρεσιών και παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας

Το 1919, η εικόνα τηςΕλβετίας της περιόδου του Μεγάλου Πολέμου δεν έχαιρε γενικής εκτίμησης.Τα δύο γεγονότα, τα οποία διευκόλυναν τελικά την ένταξη της Συνομοσπονδίας στο υπό εκκόλαψη μεταπολεμικό ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ήταν η επιλογή της Γενεύης ως έδρας της νεότευκτης Κοινωνίας των Εθνών και η – έστω εφήμερη – διαφορική ουδετερότητα. Το 1945, τα πράγματα διαγράφονταν κατά πολύ χειρότερα, εφόσον και αυτό ακόμα το καθεστώς ουδετερότητας τελούσε υπό αμφισβήτηση. Ήταν κάτι το αναμενόμενο την επαύριο ενός πολέμου, ο οποίος κινδύνεψε να αφανίσει δια παντός τις αρχές και αξίες της Ανθρωπότητας. Συνεπώς, στο πλαίσιο ενός μάλλον επιθετικού για τη χώρα περιβάλλοντος, οι ελβετικές αρχές επιχείρησαν συνειδητά να τοποθετήσουν το παραδοσιακό καθεστώς της ουδετερότητας μέσα σε μια προοπτική διεθνούς αλληλλεγγύης.

Είναι αλήθεια πως η διενέργεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων είχε επιτρέψει στη χώρα, ακριβώς χάρη στο καθεστώς ουδετερότητας, να προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες όχι μόνο στα θύματα, αλλά και στα εμπόλεμα κράτη ακόμα και σε ό,τι είχε επιβιώσει από τις διακρατικές σχέσεις. Την τετραετία 1914-1918, η Ελβετία ανέλαβε την προστασία των συμφερόντων 11 κρατών, επωμιζόμενη προσωρινά τη διπλωματική τους εκπροσώπηση. Στο διάστημα 1939-1945, ο αριθμός είχε ανεβεί στα 43 κράτη, δίχως να συνυπολογίζεται η προστασία των αιχμαλώτων πολέμου (είχε ανατεθεί στην Ελβετία βάσει της 2ης Σύμβασης της Γενεύης του 1929) ούτε και η ανταλλαγή των τραυματιών και ασθενών.

Τέλος, η Ελβετική Συνομοσπονδία παρείχε την κατά καιρούς παρεμβατική της υποστήριξη διαρκούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στο έργο του Ελβετικού και του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού.

Η Διεθνής Επιτροπή Ερυθρού Σταυρού ήταν ιδιωτικός φορέας στελεχομένος αποκλειστικά από Ελβετούς υπήκοους. Αποστολή του ήταν η προέκταση και συμπλήρωση του ανθρωπιστικού έργου της διπλωματίας και της αυθόρμητης φιλανθρωπικής προσπάθειας του ελβετικού λαού. Τέλος, η ονομαζόμενη Ελβετική εισφορά (Don suisse/Schweizer Spende), ήταν ένας οργανισμός, ο οποίος ιδρύθηκε το 1944 με πρωτοβουλία του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου με στόχο την παροχή βοήθειας προς τους θιγέντες από τα δεινά του πολέμου πληθυσμούς της Γηραιάς Ηπείρου. Έως το 1948, η παροχή βοήθειας χρηματοδοτήθηκε από κρατικούς (Συνομοσπονδία, καντόνια, κοινότητες) και ιδιωτικούς (επιχειρήσεις, απλοί πολίτες) φορείς. Η  Ελβετική εισφορά συνέβαλε τα μέγιστα στην ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ευρώπης, σε βαθμό ανάλογο με τα Ηνωμένα Έθνη. Το 1948 μετονομάστηκε σε Ελβετική βοήθεια προς την Ευρώπη (Aide suisse à l’ Europe). Στις μέρες μας είναι γνωστή ως Swissaid.

Οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Ελβετικής Συνομοσπονδίας δεν στέφθηκαν με ανάλογη επιτυχία. Το 1916, ο δραστήριος Arthur Hoffmann συντάχθηκε πλήρως με την ειρηνευτική σταυροφορία του Προέδρου των ΗΠΑ Woodrow Wilson. Έπειτα από το ναυάγιο της τελευταίας, ο επικεφαλής της ελβετικής διπλωματίας επανήλθε στο προσκήνιο το 1917, προωθώντας ένα νέο σχήμα. Εκείνο μιας χωριστής ειρήνης ανάμεσα στη Γερμανία και την μπολσεβικική, πλέον, Ρωσία. Η δημόσια αποκάλυψη αυτού του σοβαρού ατοπήματος εις βάρος των υποχρεώσεων που επιτάσσει η ουδετερότητα εξανάγκασε τελικά τον Hoffmann σε υποβολή παραίτησης. Ευτυχώς, τίποτα παρόμοιο δεν συνέβη μεταξύ των ετών 1939 και 1945.

Βλέπουμε επομένως, ότι η προσφορά καλών υπηρεσιών και η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας αναβαθμίστηκαν σε θεμελιώδες εργαλείο των εξωτερικών σχέσεων της Συνομοσπονδίας. Η παρατήρηση αυτή ευσταθεί περισσότερο στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην ήδη υπάρχουσα εικόνα της “ένοπλης ουδετερότητας” (neutralité armée), ήρθε να προστεθεί εκείνη της ανθρωπιστικής Ελβετίας, συστατικό στοιχείο της σημερινής “δραστήριας ουδετερότητας” (neutralité active).

4.1. Προσχώρηση στην Κοινωνία των Εθνών

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο δεν χρειάστηκε να αναμένει τη λήξη των εχθροπραξιών το 1918, προκειμένου να προετοιμάσει, μέσω της ανάληψης διαφόρων πρωτοβουλιών, την ένταξη της Ελβετίας στο μεταπολεμικό γίγνεσθαι. Καμία από αυτές, ωστόσο, δεν βρήκε ευήκουο ους μεταξύ των νικητών του πολέμου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι η χώρα δεν κλήθηκε να συμμετάσχει στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης. Το μόνο που κατάφερε να αποσπάσει ήταν η επιβεβαίωση του ουδέτερου καθεστώτος της, με αντάλλαγμα προαναφερθείσες παραχωρήσεις προς τη Γαλλία σε ζώνες πέριξ του θύλακα της Γενεύης. Χάρη όμως στην καλβινιστική παράδοση και τις καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, το έδαφος της Συνομοσπονδίας επελέγη τελικά για να φιλοξενήσει την έδρα της μελλοντικής Κοινωνίας των Εθνών. Τέλος, όπως επίσης προαναφέρθηκε, η δήλωση της 13ης Φεβρουαρίου 1920 προίκισε τη χώρα με ένα ειδικό καθεστώς, που την έκανε να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μέλη του Οργανισμού. Μόνο έτσι η ένταξη στην ΚτΕ είχε βάσιμες ελπίδες να εγκριθεί από την κοινή γνώμη μέσω του σχετικού δημοψηφίσματος⁶.

Το δημοψήφισμα της 16ης Μαΐου 1920 για την ένταξη της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στην Κοινωνία των Εθνών.

Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους του, προερχόμενους κυρίως από τα γερμανόφωνα καντόνια, ο Giuseppe Motta, καθολικός, λατίνος και συντηρητικός πολιτικός, δεν ήταν προκατειλημμένος έναντι της ΚτΕ. Χαρισματικός διπλωμάτης όπως ήταν, διέβλεψε αμέσως τους νέους ορίζοντες που διαγράφονταν στην εν γένει άσκηση της παραδοσιακής πολιτικής της ουδετερότητας. Χάρη στην Κοινωνία των Εθνών, κατάφερε να προσδώσει στη χώρα του ένα ευρωπαϊκό εκτόπισμα, κάτι που κανένας από τους προκατόχους του δεν είχε καταφέρει με εξαίρεση, ίσως, τον στρατηγό Guillaume-Henri Dufour.

4.2. Συλλογική ασφάλεια…για τους άλλους

Η Κοινωνία των Εθνών επέζησε της αποτυχίας του εμπνευστή της, του Αμερικανού Προέδρου Woodrow Wilson. Παρά ταύτα, παράγοντες όπως η απουσία των ΗΠΑ, η εχθρότητα των σοσιαλιστών και των οπαδών της Γερμανίας εντός της εθνικής επικράτειας, τέλος, το ισχυρό αντιδραστικό ρεύμα της δεκαετίας του ’20, δεν επέτρεψαν στην ελβετική διπλωματία να ασκηθεί με γνώμονα τις αρχές της “Νέας Διπλωματίας” (New Diplomacy) της εποχής εκείνης⁷.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Συνομοσπονδία αρκέστηκε στο να είναι απλός παρατηρητής ως προς την αποκατάσταση της τάξης στη μεταπολεμική Ευρώπη. Δεν αξιοποίησε, εξαιτίας της στάσης της Ιταλίας, τη δυνατότητα που η Συνθήκη των Βερσαλλιών προσέφερε για μια αναθεώρηση της Σύμβασης του Γκοτάρ (13 Οκτωβρίου 1909) προς όφελος της Συνομοσπονδίας. [Σημ. Μτφρ. Η εν λόγω σύμβαση αναφερόταν στην αγορά του σιδηροδρομικού δικτύου του κομβικού περάσματος του Γκοτάρ από το ελβετικό δημόσιο. Οι κυβερνήσεις της Ρώμης και του Βερολίνου είχαν αντιδράσει σε αυτή την προοπτική, επιβάλλοντας τελικά ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε αγορά τη δική τους συγκατάθεση. Τελικά, οι δύο κυβερνήσεις συναίνεσαν, αποσπώντας ως αντάλλαγμα σκανδαλώδη προνομιακή μεταχείρηση σχετικά με τη διακίνηση των προϊόντων τους δια μέσου του συνόλου του ελβετικού σιδηροδρομικού δικτύου. Στην ίδια την Ελβετία, το περιεχόμενο της σύμβασης χαρακτηρίστηκε ως εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και προκάλεσε δυναμικές αντιδράσεις σε επίπεδο κοινής γνώμης]. Όσον αφορά δε το ζήτημα του Ρήνου, η ελβετική διπλωματία απέφυγε να διεκδικήσει την επιβολή ελεύθερων ζωνών κατά μήκος του ρου του ποταμού.

Ανάλογη εγκράτεια παράτηρήθηκε και στον τομέα της συλλογικής ασφάλειας, όπου η Ελβετία έχαιρε, ούτως ή άλλως, απαλλαγής από το άρθρο XVI του Καταστατικού Χάρτη της ΚτΕ σχετικά με την επιβολή κυρώσεων. Η αποδοχή, εκ μέρους του Motta, της διέλευσης από το ελβετικό έδαφος των συμμαχικών στρατευμάτων, επιφορτισμένων με την επιτήρηση του δημοψηφίσματος στη Βίλνα (σημερινό Βίλνιους) το 1920, προκάλεσε θυελλώδεις διαμαρτηρίες εντός της γερμανόφωνης Ελβετίας, με αποτέλεσμα το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο να αναγκαστεί να ανακαλέσει την αρχική του απόφαση. Ζεματισμένο από την αποτυχία, το τελευταίο απέφυγε, λίγο αργότερα, να συμμετάσχει στην πρωτοβουλία της ΚτΕ για παραχώρηση βοήθειας προς την Αυστρία. Το έπραξε στη συνέχεια, ακολουθώντας όμως ανεξάρτητη πορεία και όχι υπό την αιγίδα του διεθνούς οργανισμού.

Η ελβετική μόνιμη αντιπροσωπεία στη Γενεύη υπήρξε ιδιαίτερα συγκρατημένη έναντι των πρωτοβουλιών προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας. Η προσχώρηση στο Σύμφωνο Briand-Kellog περιορίστηκε σε μια απλή δήλωση ενδιαφέροντος. Δεν υπήρξε η παραμικρή υποστήριξη στο περίφημο σχέδιο Briand για μια ενωμένη Ευρώπη, όσον αφορά δε τις εργασίες της Διάσκεψης Αφοπλισμού, οι Ελβετοί εντεταλμένοι περιορίστηκαν σε μια ανάλυση της ειδικής περίπτωσης της ελβετικής πολιτοφυλακής.

4.3. Κυρώσεις σε βάρος της Ιταλίας

Κορωνίδα ολόκληρης αυτής της διπλωματικής αναδίπλωσης αποτελεί αναμφίβολα το ζήτημα της επιβολής κυρώσεων σε βάρος της Ιταλίας. Όταν τον Οκτώβριο του 1935 ξέσπασε η αιθιοπική κρίση, η Ελβετία συγκαταλεγόταν μεταξύ των κρατών-μελών της επιτροπής της ΚτΕ που είχε αναλάβει να συγκεκριμενοποιήσει το είδος των κυρώσεων. Συνεπώς, ήταν πρακτικά δύσκολο να αποποιηθεί τις υποχρεώσεις της αλλά και να παραγνωρίσει τις ασφυκτικές πιέσεις, τις οποίες ασκούσε η Μεγάλη Βρετανία προς την κατεύθυνση αυτή. Από τη δική του πλευρά, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, μη επιθυμώντας να φέρει το όλο θέμα στο Κοινοβούλιο, αποφάσισε μονομερώς την επιβολή εμπάργκο όπλων σε βάρος αμφοτέρων των αντιμαχομένων πλευρών και όχι μόνο σε βάρος της Ιταλίας, όπως προέβλεπε η εισήγηση της επιτροπής της ΚτΕ. Αποφάσισε επίσης να διακόψει τη χορήγηση πιστώσεων, εξαιρώντας όμως τις θυγατρικές εταιρίες ελβετικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην Ιταλία. Από μόνο του, το γεγονός αυτό ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με την αρχική απόφαση και ψαλλίδιζε δραστικά την αποτελεσματικότητά της. Πείστηκε μεν να αναστείλει την εξαγωγή πρώτων υλών στρατηγικής σημασίας, στις οποίες, ωστόσο, δεν συμπεριλαμβάνονταν ο χαλκός, ο άνθρακας ούτε ακόμα και το πετρέλαιο. Την ίδια στιγμή, χάρη στο σκανδαλώδες καθεστώς της Σύμβασης του Γκοτάρ, οι σιδηροδρομικοί συρμοί διέσχιζαν το ελβετικό δίκτυο μεταφέροντας ανενόχλητα από τη Γερμανία προς την Ιταλία οτιδήποτε είχε ανάγκη ο Mussolini. Τέλος, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αναπροσάρμοσε τις εισαγωγές από την Ιταλία υπογράφοντας μαζί της ένα καλομελετημένο αντισταθμιστικό σύμφωνο, το οποίο η Ρώμη αναγκάστηκε να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα, στην προσπάθειά της να μετριάσει τις συνέπειες των κυρώσεων⁸.

Εν ολίγοις, η Ελβετία κατάφερε να περιορίσει τη συμμετοχή της στις κυρώσεις σε συμβολικό, σχεδόν, επίπεδο, δίχως από την άλλη πλευρά να αθετήσει τις διεθνείς της δεσμεύσεις. Όμως, για τον Motta αυτό δεν ήταν αρκετό. Μόλις η Ιταλία προσάρτησε την Αιθιοπία, ο επικεφαλής της ελβετικής διπλωματίας άσκησε πίεση στους κόλπους της ΚτΕ υπέρ της άρσης των κυρώσεων, αναγνωρίζοντας επίσημα από τους πρώτους τη διεύρυνση της ιταλικής αποικιακής αυτοκρατορίας προς την κατεύθυνση της βορειοανατολικής Αφρικής.

Η γαλλική έλλειψη αποφασιστικότητας στην υπόθεση της επαναστρατικοποίησης της Ρηνανίας τον Μάρτιο του 1936 και η έκρηξη του ισπανικού εμφυλίου πολέμου λίγους μήνες αργότερα, προσέφεραν στον Motta το έναυσμα προκειμένου να επαναφέρει τη χώρα του στο καθεστώς της πλήρους ουδετερότητας. Σην Ελβετία, όπως άλλωστε σε όλες τις δημοκρατικές χώρες, τα δραματικά γεγονότα της Ισπανίας κινητοποίησαν την κοινή γνώμη. Η Αριστερά ανασυντάχθηκε για να κόψει τον δρόμο στον φασισμό. Η Δεξιά αντέδρασε υψώνοντας το λάβαρο του αντικομμουνισμού. Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο επέβαλε εμπάργκο όπλων προς όλες τις πλευρές, απαγόρευσε οιουδήποτε είδους ελβετική συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις και άσκησε ποινική δίωξη ενάντια σε ενέργειες προπαγανδας υπέρ του ενός ή του άλλου εκ των εμπλεκομένων μερών. Τί να σκεφτεί, άραγε, κανείς για μια ουδετερότητα, η οποία εξισώνει μεταξύ τους μια νόμιμη κυβέρνηση και μια ομάδα πραξικοπηματιών που εξεγέρθηκαν σε βάρος της; Ήδη από το φθινόπωρο του 1936 σημειώθηκαν έμμεσες επαφές με την παράταξη των στασιαστών, με αποτέλεσμα, τρία χρόνια αργότερα, η κατά τα άλλα ουδέτερη Ελβετία, να συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων κρατών που προχώρησαν στην επίσημη  αναγνώριση του φρανκικού καθεστώτος.

Η πλήρης αποκατάσταση του τελευταίου στους κόλπους της Κοινωνίας των Εθνών κατάφερε θανάσιμο πλήγμα σε βάρος της συλλογικής ασφάλειας ή τουλάχιστον σε ό,τι είχε απομείνει από αυτήν. Οι Ελβετοί οπαδοί του Γ΄ Ράιχ διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην όλη αυτή εξέλιξη. Κατόπιν τούτου, μετά το 1940, κάθε άλλο παρά τυχαία μπορεί να χαρακτηριστεί η υποκριτική συμπεριφορά που η Βέρνη επιφύλαξε έναντι της Κοινωνίας των Εθνών, ενός οργανισμού, του οποίου συνέχισε να παραμένει πλήρες μέλος έως την οριστική του διάλυση το 1946.

Μεταξύ των ετών 1914 και 1945, η εξωτερική πολιτική της Ελβετικής Συνομοσπονδίας ασκείτο κυρίως μέσω της καλλιέργειας διμερών διακρατικών σχέσεων. Στο παρόν άρθρο πρόκειται να θιγούν κατά σειρά εκείνες με την ΕΣΣΔ, με τους δύο μεγάλους γείτονες Ιταλία και Γερμανία, τέλος, αυτές με τους δυτικούς Συμμάχους, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία.

5.1. ΕΣΣΔ, αυτοκρατορία του κακού και περιζήτητη αγορά

Ένα από τα μέτρα που οι ελβετικές αρχές υιοθέτησαν προκειμένου να καταστείλουν τη γενική απεργία του Νοεμβρίου 1918 ήταν και η απέλαση από τη χώρα της Σοβιετικής αποστολής. Ακολούθησαν η λεηλασία της Ελβετικής διπλωματικής αποστολής στην Πετρούπολη και ο αναγκαστικός επαναπατρισμός 6.000 περίπου Ελβετών υπηκόων. Οι διμερείς σχέσεις έφτασαν στο σημείο μηδέν. Παρά ταύτα, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αρνήθηκε να συμμετάσχει στον διεθνή αποκλεισμό κατά του νεότευκτου μπολσεβικικού καθεστώτος, καθότι βρέθηκε αντιμέτωπο με δύο αντικρουόμενες απόψεις. Πρώτη ήταν εκείνη των εξαγωγέων με κύριο εκφραστή τον επικεφαλής του Ομοσπονδιακού Γραφείου Οικονομικών Υποθέσεων, Edmund Schulthess, η οποία τασσόταν αναφανδόν υπέρ της αποκατάστασης των εμπορικών, τουλάχιστον, σχέσεων με την ΕΣΣΔ. Την απέναντι πλευρά  συγκροτούσε μια ευρεία συμμαχία φανατικών πολέμιων της επανάστασης, εκκλησιαστικών οργανώσεων και γενικότερα οπαδών της συντηρητικής Δεξιάς, που ενέπνευσε τον Motta, ακόμα δε περισσότερο τον ριζοσπάστη Pilet-Golaz, στο να εναντιωθούν με σθένος σε πάσης μορφής εκχώρηση προς τους Σοβιετικούς.

Το 1923 η δολοφονία του αντιπροσώπου των Σοβιέτ στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης για το καθεστώς των Στενών, Vatslav Vorovsky, στην είσοδο του ξενοδοχείου όπου διέμενε, καθώς και η αθώωση του δράστη, ενός Ελβετού από τη Ρωσία, εξουδετέρωσαν εν τη γενέσει τις πρώτες δειλές προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ των δύο μερών. Χρειάστηκε να περάσουν δέκα ολόκληρα χρόνια έως ότου υπογραφεί, το 1933, μια πρώτη εμπορική συμφωνία-πλαίσιο. Στις αρχές του 1941, η τελευταία διευρύνθηκε δίχως, όμως, αντίκρυσμα, εφόσον στις 22 Ιουνίου εκδηλώθηκε η γερμανική εισβολή κατά της ΕΣΣΔ.

Η μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ’30 αναζωπύρωσε, όπως ήταν επόμενο, την αντιπαράθεση ανάμεσα σε οπαδούς και πολέμιους της προσέγγισης. Οι τελευταίοι κατάφεραν να εξαναγκάσουν τον Motta, ο οποίος προσωπικά έκλινε υπέρ της αποχής, να καταψηφίσει την ένταξη της ΕΣΣΔ στην Κοινωνία των Εθνών το 1934. Επρόκειτο για μια επιλογή, η οποία όχι μόνο δεν παρεμπόδισε τελικά την ένταξη, αλλά προκάλεσε την οργή της Μόσχας, ενώ δυσαρέστησε σφόδρα και το Παρίσι, το οποίο προωθούσε την υποψηφιότητα. Η επίθεση του Κόκκινου στρατού σε βάρος της Φινλανδίας τον Νοέμβριο του 1939, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και οδήγησε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στο να εκδώσει μια επίσημη ανακοίνωση καταδίκης σε ασυνήθιστα αυστηρό ύφος⁹.

Το φθινόπωρο του 1944, ο Pilet-Golaz επιχείρησε να καλύψει το χαμένο έδαφος ξεχνώντας το παρελθόν αλλά και τον τεράστιο φόρο αίματος που ο ρωσικός λαός είχε καταβάλει. Εισέπραξε από την πλευρά της Μόσχας μια ψυχρή και δημόσια άρνηση, η οποία επέσπευσε την απόσυρσή του από την εξουσία. Το πρόβλημα των διμερών σχέσεων με την ΕΣΣΔ ήταν μια από τις σημαντικότερες εκκρεμότητες που κληροδότησε στον διάδοχό του.

5.2. Σχέσεις με τη φασιστική Ιταλία

Η ιδιαιτερότητα των σχέσεων ανάμεσα στη Βέρνη και τη Ρώμη είναι δύσκολο να περιγραφεί επιγραμματικά. Η εν γένει στάση της Ιταλίας έναντι της Ευρώπης της Συνθήκης των Βερσαλλιών ήταν αμφιλεγόμενη. Επρόκειτο για έναν από τους νικητές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος, ωστόσο, είχε παραμείνει σφόδρα ανικανοποίητος από τα λάφυρα της νίκης του. Η περίφημη πορεία προς τη Ρώμη προκάλεσε την περιέργεια εάν όχι το ενδιαφέρον των Ελβετών. Η δολοφονία του Ιταλού σοσιαλιστή Giacomo Matteotti τον Ιούνιο του 1924 ενίσχυσε τα αντιφασιστικά αισθήματα της ελβετικής κοινής γνώμης, δίχως αυτό να αποδειχθεί αρκετό. Το φασιστικό καθεστώς και ο αρχηγός του έχαιραν, τουλάχιστον μέχρι την προσέγγιση με το Γ΄ Ράιχ, μιας αδιαμφισβήτητης επιείκιας εκ μέρους της Δεξιάς και ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος των συντηρητικών αστικών κομμάτων.

Ο Giuseppe Motta, λόγω καταγωγής και μόνο από την ιταλόφωνη Ελβετία, δεν μπορούσε παρά να χαιρετίσει την ύπαρξη μιας σταθερής και ευήμερης Ιταλίας, συμμετέχουσας ενεργά στο ευρωπαϊκο γίγνεσθαι. Δυστυχώς, η ίδια η ανέλιξη του Benito Mussolini στην εξουσία, αναζωπύρωσε τις αποσχιστικές τάσεις των ιταλόφωνων περιοχών. Οι καταβολές του φαινομένου ανέρχονταν στην προπολεμική εποχή. Το φασιστικό καθεστώς το ανέδειξε αργότερα σε αιχμή του δόρατος της ιταλικής διπλωματίας. Η υπονόμευση έκανε ταχύτατα αισθητή την παρουσία της στις επίμαχες περιοχές. Από την άλλη πλευρά, εκεί ακριβώς είχαν αναζητήσει καταφύγιο πολλοί Ιταλοί αντιφρονούντες. Οι τοπικές συγκρούσεις υπήρξαν αναρίθμητες αποσταθεροποιώντας την καθημερινότητα των κατοίκων.

Ευρισκόμενος προ αδιεξόδου, ο Motta κινήθηκε ανάμεσα σε άξονες. Ο πρώτος ήταν ο καθησυχασμός της Ιταλίας και η διατήρηση καλών σχέσεων με αυτήν. Το έπραξε για το καλό της Συνομοσπονδίας αλλά και προκειμένου να αποτρέψει τους αντιφασίστες από το να χρησιμοποιήσουν το ελβετικό έδαφος ως εφαλτήριο για την οργάνωση ανατρεπτικών κινήσεων κατά του μουσολινικού καθεστώτος. Ο δεύτερος άξονας ήταν η προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας, με την ενστάλαξη στον χώρο της εσωτερικής πολιτικής της απαραίτητης εγκράτειας, την οποία υπαγόρευαν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις ενός ουδέτερου κράτους. Τρίτος άξονας ήταν η συστηματική αποφυγή ιδεολογικών συγκρούσεων, ικανών να αποσταθεροποιήσουν τις διμερείς σχέσεις. Η πορεία αποδείχθηκε αμφίπλευρη. Ο Mussolini επιθυμούσε διακαώς την παρεμβολή μιας ισχυρής, ουδέτερης και εξυπηρετικής Ελβετίας ανάμεσα στα δικά του σύνορα και εκείνα του Γ΄ Ράιχ.

Η αποχή της Ιταλίας από τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά την αρχική φάση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου συνέφερε τη Συνομοσπονδία και απομάκρυνε μια απειλή στα νότια σύνορα. Μια απειλη, η οποία εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος. Η ελβετική ουδετερότητα προσέφερε προσωρινό καταφύγιο σε χιλιάδες Ιταλούς το φθινόπωρο του 1943. Δεν έσωσε όμως τον Ντούτσε όταν εκείνος και ορισμένα υψηλά ιστάμενα στελέχη ζήτησαν πολιτικό άσυλο.

5.3 Σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία

To γερμανικό Ράιχ δεν ήταν μόνο ο πρώτος προμηθευτής και ο πρώτος πελάτης της Ελβετίας. Έστω νικημένο και αφοπλισμένο, εξακολουθούσε να επηρεάζει τα τεκταινόμενα στην Κεντρική Ευρώπη χάρη στο δημογραφικό βάρος και την βιομηχανική, πολιτισμική και ιστορική του ισχύ. Η Συνομοσπονδία αφιέρωνε ιδιαίτερη φροντίδα στις σχέσεις της με το Βερολίνο. Πίστευε ακράδαντα πως μια ένταξη της Γερμανίας στην Κοινωνία των Εθνών αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, αλλά και γενικότερα για τη διατήρηση των ισορροπιών στην Ευρώπη.

Η αγωνία υπήρξε διάχυτη με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Χρειάστηκαν όμως η λεγόμενη “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών” καθώς και η δολοφονία του Αυστριακού καγκελάριου Dollfuss το 1934, προκειμένου μια μεγάλη μερίδα της ελβετικής κοινής γνώμης να εκδηλώσει την αποστροφή της έναντι του χιτλερικού ολοκληρωτισμού. Με την πάροδο του χρόνου, η αποστροφή εξελίχθηκε σε υπαρξιακή αγωνία. Έπειτα από την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία, μήπως είχε σημάνει η ώρα και για την Ελβετία;

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της εις βάρος του ισορροπίας, επέλεξε ως γενικό κανόνα να μην εκχωρήσει εθνική κυριαρχία, να αντιτάξει στον κυνισμό της βίας τη σταθερότητα του Διεθνούς Δικαίου, ταυτόχρονα όμως να αποφύγει την αντιπαράθεση με στοχευμένες, ευέλικτες και συμβιβαστικές τακτικές κινήσεις. Με τον τρόπο αυτό πέτυχε την απελευθέρωση του αντιφρονούντα Berthold Jacob, τον οποίο είχε απαγάγει η Γκεστάπο εντός του ελβετικού εδάφους¹º. To 1936, την επομένη της δολοφονίας στο Νταβός του επικεφαλής του ναζιστικού κόμματος στην Ελβετία Wilhelm Gustloff, απαγόρευσε προσωρινα τη λειτουργία του εν λόγω κόμματος, για να αναθεωρήσει αργότερα την απόφασή του και να θέσει το τελευταίο υπό τον έλεγχο της Γερμανικής πρεσβείας. Το 1938 ζήτησε και εξασφάλισε από το Βερολίνο τη χρήση ενός διακριτικού σήματος στα διαβατήρια των Γερμανών που δεν ανήκαν στην αρία φυλή, προκειμένου να καταφέρει να ελέγξει το διαρκώς διογκούμενο κύμα των Εβραίων προσφύγων¹¹.

Διαρκούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ελβετικές αρχές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να πείσουν το Βερολίνο ως προς την ειλικρινή τους προσήλωση στο καθεστώς της ουδετερότητας. Μάλιστα, επέβαλαν αυστηρή προληπτική λογοκρισία στις εφημερίδες και στο ραδιόφωνο προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους. Ήταν ο μόνος τρόπος για να αποφευχθούν οι προβοκάτσιες και να γαλουχηθεί η κοινή γνώμη με ενός είδους ηθικής ουδετερότητας. H άσκηση της εξωτερικής πολιτικής κινδύνευε να καταλήξει σε διάσταση ανάμεσα στη θέληση για ανεξαρτησία και τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες, πάνω στις οποίες το ομόσπονδο κράτος είχε σφυρηλατήσει την ίδια του την ύπαρξη. Μέσα σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία, το Ράιχ δεν έδειχνε διατεθειμένο να προβεί στον άμεσο έλεγχο της Ελβετίας μέσω μιας στρατιωτικής εισβολής. Ελλόχευε όμως πάντοτε η απειλή ενός διαμελισμού από κοινού με την Ιταλία.

Τέλος, κάθε άλλο παρά αμελητέες παράμετροι ήταν η δραστηριότητα των Ελβετών ναζί, οι δολοπλοκίες των γερμανόφιλων κύκλων (χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η συμπεριφορά ανώτατων στελεχών της Ελβετικής πρεσβείας στο Βερολίνο), οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες των αρχών ως προς την τελική έκβαση του πολέμου. Όλα τα παραπάνω εξέπεμπαν ενθαρρυντικά μηνύματα προς την κατεύθυνση της Γερμανίας, κυρίως κάθε φορά που άφηναν να εννοηθεί, όπως συνέβη το καλοκαίρι του 1940, ότι η Ελβετία ήταν έτοιμη να υπακούσει οικειοθελώς στις επιταγές της χιτλερικής Ευρώπης.

5.4 Σχέσεις με τους Συμμάχους

To 1918, οι σχέσεις με τη νικήτρια του πολέμου Γαλλία είχαν παραμείνει ακριβώς έτσι όπως είχαν διατηρηθεί επί αιώνες ολόκληρους: σημαντικές και εγκάρδιες. Παρά τις αναταράξεις της περιόδου του Μεσοπολέμου, η Βέρνη ήταν πάντοτε ευαίσθητη στο θέμα της ευημερίας της ελβετικής κοινότητας της Γαλλίας όπως και σε αυτό της αλληλεγγύης ανάμεσα στις δύο φιλελεύθερες οικονομίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συντριβή που προκάλεσε η αιφνίδια κατάρρευση της Γαλλίας το 1940 υπήρξε ανυπολόγιστη. Εξ ου και η μεγάλη σημασία που η Βέρνη απέδωσε ακολούθως στην αποστολή του Walter Stucki, πρέσβη στο Βισύ μέχρι την αναχώρηση του στρατάρχη Pétain για τη Γερμανία στις 20 Αυγούστου 1944.

Οι ερωτοτροπίες με το καθεστώς του Βισύ προκάλεσαν δικαιολογημένα τη δυσφορία του στρατηγού de Gaulle. Προκειμένου να καλύψει το χάσμα, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο θέλησε να αναβαθμίσει τις διμερείς σχέσεις τοποθετώντας επικεφαλής της πρεσβείας του Παρισιού τον τότε πρόεδρο της Διεθνούς Επιτροπής  Ερυθρού Σταυρού, Karl J. Burckhardt. Ο διορισμός έλαβε χώρα στις αρχές του 1945 και ενώ ο πόλεμος όδευε πλέον προς τον τερματισμό του. Γρήγορα, οι διμερείς σχέσεις επανήλθαν στο παραδοσιακό καλό επίπεδο.

Στον αντίποδα των σχέσεων με τη Γαλλία, εκείνες με τη Μεγάλη Βρετανία διήλθαν μια περίοδο παρατεταμένης ψυχρότητας μεταξύ των ετών 1914 και 1945. Οι Motta και Pilet-Golaz δεν διακρίνονταν ιδιαίτερα για τα αγγλόφιλα αισθήματά τους. Ειδικότερα ο δεύτερος φάνηκε να αμφιβάλλει επί μακρόν για την ικανότητα αντίστασης της Βρετανίας ενάντια στη γερμανική λαίλαπα και να υποτιμά τις τεράστιες προοπτικές του βιομηχανικού δυναμικού των ΗΠΑ. Από τη δική του πλευρά, το Λονδίνο αποδείχθηκε σκληρός συνομιλιτής στο πλαίσιο των διμερών οικονομικών διαπραγματεύσεων, εκφράζοντας μάλιστα υπαινιγμούς στην αρχή του πολέμου σχετικά με την ορθή τήρηση της ουδετερότητας. Ο Churchill προσωπικά, υπερασπίστηκε την Ελβετία και την ουδετερότητά της, ειδικότερα στη διάρκεια των συνομιλιών που είχε με τον Stalin στη Μόσχα, τον Οκτώβριο του 1944..

Οι συνθήκες του 1815 αναγνώρισαν για λογαρισμό της Ελβετίας το καθεστώς της ουδετερότητας. Στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, που καλύπτουν χρονικά το εν τρίτο της περιόδου 1914-1945, το παραπάνω καθεστώς έγινε σεβαστό. Επέτρεψε στη Συνομοσπονδία να υπερασπιστεί την εθνική της ανεξαρτησία δίχως να χρειαστεί να προσφύγει στη χρήση των όπλων. Εκπλήρωσε τον ευρωπαϊκό της ρόλο διατηρώντας ενεργή τη σύνδεση μεταξύ Βορρά και Νότου και ανέπαφο ένα εθνικό έδαφος, το οποίο αποδείχθηκε πολύτιμο για τις επαφές μεταξύ των εμπολέμων και για την παροχή βοήθειας προς τα θύματα του πολέμου.

Από όλα τα εργαλεία που σφυρηλάτησε για την άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής, το πιο σημαντικό και πρωτότυπο συνάμα είναι αυτό της διαφορικής ουδετερότητας. Της επέτρεψε να προσχωρήσει στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων δίχως να αποποιηθεί το παραδοσιακό καθεστώς, το οποίο τής είχε μέχρι τότε διασφαλίσει την ανεξαρτησία της.

Η αποτελεσματικότητα της ουδετερότητας είναι πάνω απ’ όλα υπόθεση αξιοπιστίας. Η ηθική ουδετερότητα και το πατριωτικό φρόνημα εν καιρώ πολέμου απομάκρυναν τη χώρα από την Κοινωνία των Εθνών και την έκαναν να αναδιπλωθεί στον εαυτό της. Οι δε νικητές, παρά τις υπηρεσίες που η Ελβετία παρείχε στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας, ύφαναν ένα πέπλο αμφιβολίας γύρω από την πολιτική, την οποία ακολούθησε μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και που χαρακτηρίστηκε ως πολιτική ενσωμάτωσης δίχως συμμετοχή¹².

Το 1945, με βάση τα αποτελέσματα μιας σφυγμομέτρησης της εποχής εκείνης, η ουδετερότητα έχαιρε της επιδοκιμασίας του συντριπτικού μέρους της ελβετικής κοινής γνώμης έστω και αν είχε  μόλις συνέλθει από μια σοβαρή κρίση νομιμοποίησης.

This is why the Naziz DID NOT INVADE Switzerland in World War II

Το παρόν κείμενο, με τίτλο «De la Première Guerre mondiale à la Deuxième Guerre mondiale (1914-1945)» δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον συλλογικό τόμο (Επιμ. Alois Riklin, Hans Haug, Raymond Probst), Neues Handbuch der schweizerischen Aussenpolitik /Nouveau Manuel de la politique extérieure suisse, Bern, Haupt Verlag, 1992, σελ. 41-59.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

¹ Για μια σφαιρική θεώρηση των εμπορικών σχέσεων βλ. Vogel, René M.W., Les conditions de la politique commerciale de la Suisse, Montreux, 1966.

² Documents diplomatiques suisses, 7-II, σελ. 511 κ.ε.

³ Haug, Hans, Les relations de la Suisse avec les Nations Unies, Berne, 1972, σελ. 36.

⁴ Ochsenbeim, Hans, Die verlorene Wirtschaftsfreiheit, 1914-1918, Bern, 1971.

⁵ Homberger, Heinrich, Schweizerische Handelspolitik im Zweiten Weltkrieg, Erlenbach, 1970. Άρθρα των Urner, Meier και Bourgeois στο ειδικό τεύχος του περιοδικού Revue d’ histoire de la Deuxième Guerre mondiale, Paris, 1981, αρ. 21, σελ. 35-61.

⁶ Ruffieux, Roland, “La Suisse et la Société des Nations”, La Société des Nations: rétrospective, Berlin, 1983, σελ. 182-194.

⁷ Fleury, Antoine, “La politique étrangère de la Suisse et la nouvelle diplomatie”, Itinera, Basel, 1987, αρ. 7, σελ. 54-75.

⁸ Cerutti, Mauro, “L’ élaboration de la politique officielle de la Suisse dans l’ affaire des sanctions contre l’ Italie fasciste”, Itinera, Basel, 1987, αρ. 7, σελ. 76-90.

⁹ Cerutti, Mauro, “Politique ou commerce? Le Conseil fédéral et les relations avec l’ Union soviétique au début des années trente”, Études et sources, Berne, 1981, αρ. 7, σελ. 119-146.

¹º Willi, Jost Niklaus, Der Fall Jacob-Wesemann, 1935-1936, Bern, 1972.

¹¹ Bourgeois, Daniel, “La porte se ferme: La Suisse et le problème de l’ immigration juive en 1938”, Relations Internationales, Paris-Genève, 1988, αρ. 54, σελ. 181-204.

¹² Tanner, Jakob, “Die Schweiz und Europa im 20. Jahrhundert: wirtschaftliche Integration ohne Partizipation”, Bairoch/Körner (επιμ.), Die Schweiz in der Weltwirtschaft, Zürich, 1990, σελ. 409-428.

Avatar photo
Jean-Claude Favez

Ο Jean-Claude Favez (Lancy 1938 – Γενεύη 2013) θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους Ελβετούς ιστορικούς της σύγχρονης περιόδου. Διετέλεσε Καθηγητής και Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Γενεύης. Διακρίθηκε εντός και εκτός συνόρων χάρη στις μελέτες του γύρω από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ολοκαύτωμα, τον ρόλο και την εν γένει δραστηριότητα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού σε διαχρονική κλίμακα.

Άρθρα: 1