Για τη ζωή του Κωσταντή Γεράκη (Costantin Gerachi), που έμεινε γνωστός στην ιστορία με το όνομα Constance Phaulkon ως «πρωτοσύμβουλος» του βασιλιά του Σιάμ Ναράι (1632-1688, βασίλεψε από το 1656), έχουν γραφεί πολλά, ιδιαίτερα τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Άλλα με πολλές ανακρίβειες και στα όρια του μύθου, άλλα βασισμένα σε αρχειακές ή άλλες πρωτότυπες πηγές που τοποθετούν την περιπετειώδη ζωή, την εντυπωσιακή δράση και το τραγικό του τέλος στις σωστές τους διαστάσεις και άλλα με μια σύνθεση αμφοτέρων. Με εφόδιο την πληθώρα αυτών των πηγών (που, αναμφισβήτητα, δεν εξαντλούν την ερευνητική προσπάθεια) θα επιχειρηθεί εδώ η ανάδειξη των διαφόρων πτυχών της δραστηριότητάς του, ώστε να προκύψει μια εμπεριστατωμένη και αξιόπιστη εικόνα περί αυτού. Ο περιπετειώδης Κεφαλονίτης γεννήθηκε περί τα μέσα του 17ου αιώνα στο Κάστρο της Άσσου (Fortezza di Asso), στην περιοχή της Ερίσσου (Pertinenza di Erisso), στο βόρειο τμήμα του νησιού. Toύτο συνάγεται από αρχειακές πηγές και επιβεβαιώνει στα απομνημονεύματά του (που δημοσιεύτηκαν το 1729) ο Γάλλος αξιωματικός, ιππότης Claude de Forbin. Αν και όχι αρχειακά επιβεβαιωμένο, έχει επικρατήσει στην υπάρχουσα βιβλιογραφία το 1647 ως πιθανό έτος γεννήσεώς του. Είναι η περίοδος, κατά την οποία η Κεφαλονιά (υπό βενετική διοίκηση ήδη από το 1500) ταλανιζόταν από αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών οικογενειών της, ιδιαίτερα στο βόρειο και απομονωμένο εκείνο άκρο της. Η ανέγερση του Κάστρου της Άσσου ολοκληρώθηκε μόλις το 1593 και μέχρι τα μέσα του επομένου αιώνα είχε ήδη δημιουργηθεί ένας μικρός οικισμός εντός των τειχών του.

Σε αυτόν τον οικισμό, η εκ πατρός μάμμη του, Παγουλίνα Καγγελάρη (σύζυγος του ομώνυμου πάππου του), είχε το προικώο σπίτι της, το οποίο κληροδότησε με τη διαθήκη της το 1633 στον γιό της και πατέρα του Κωσταντή, Τζουγάνη Γεράκη. Ήταν κόρη του καπετάνιου Μάρκου Καγγελάρη, στρατιωτικού διοικητή της Ερίσσου (και μέλους μεγάλης πρεσβείας της Κοινότητας της Κεφαλονιάς στη Βενετία, το 1561), ο οποίος είχε αποβιώσει περί το 1570. Βυζαντινής καταγωγής, η οικογένεια Καγγελάρη ή Καγκελάρη (Cangelari) είχε εγκατασταθεί την πρώτη εικοσαετία του 16ου αιώνα στο χωριό Βαρύ της Ερίσσου, με προέλευση από την Κέρκυρα όπου είχε καταφύγει μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, το 1453. Στο χωριό αυτό τής παραχωρήθηκαν γαίες από τη βενετική διοίκηση με σκοπό την οργάνωση της στρατιωτικής άμυνας της βόρειας αυτής περιοχής της Κεφαλονιάς, η οποία ήταν τότε εκτεθειμένη σε εχθρικές και πειρατικές επιδρομές. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η οικογένεια Γεράκη (Gerachi), με πιθανή καταγωγή από την Κύπρο, κατοικούσε στο διπλανό χωριό, την Πλαγιά, στα όρια της οποίας βρισκόταν ένα μικρό φρούριο (Πύργος), όπου είχε την έδρα του το στρατιωτικό σώμα του πατέρα της. Γύρω από το προαναφερθέν φρούριο δημιουργήθηκε στη συνέχεια το ομώνυμο σήμερα χωριό.1
Από μαρτυρίες συγχρόνων του Κωσταντή, γνωρίζουμε ότι ο πατέρας του ήταν ξενοδόχος και έμπορος κρασιών (δηλαδή ένας τυπικός ταβερνιάρης της εποχής στην Κεφαλονιά) και ότι η πατρική του οικογένεια δεν ήταν πλούσια. Άλλωστε, παρότι έχει γραφεί κατ’ επανάληψη το αντίθετο, η οικογένεια Γεράκη δεν ανήκε στις λεγόμενες «ευγενείς» οικογένειες του νησιού, αφού δεν μετείχε με κάποιο μέλος της στο Συμβούλιο της Κοινότητας της Κεφαλονιάς. Δηλαδή δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Libro d’ Oro καθόλη τη διάρκεια της βενετικής διοίκησης. Ούτε βέβαια ήταν Καθολική στο δόγμα. Το ίδιο ισχύει και για την άποψη ότι ο Κωσταντής είχε γεννηθεί στο Αργοστόλι από άλλους γονείς. Όμως, ο ίδιος προσωπικά πράγματι τιμήθηκε από τον βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκο ΙΔ’ με τίτλο γαλλικής ευγένειας και το παράσημο του ιππότη του Βασιλικού Τάγματος του Αγίου Μιχαήλ, σε αναγνώριση των υπηρεσιών που του είχε προσφέρει στην προσπάθεια σύσφιξης των γαλλο-σιαμικών σχέσεων. Τα σχετικά έγγραφα και διάσημα τού επιδόθηκαν το 1687 από τον επικεφαλής της δεύτερης γαλλικής πρεσβείας στο Σιάμ, Simon de la Loubère (1642-1729), η δε τιμή εκείνη οφειλόταν στις εισηγήσεις τόσο του Ιησουίτη ιεραποστόλου, πατέρα Guy Tachard (1651-1712), όσο και του Ιησουίτη εξομολογητή του βασιλιά, πατέρα François de la Chaise (1624-1709), που τον είχαν επισκεφτεί και συνεργαστεί μαζί του νωρίτερα.

Η τιμητική αυτή απονομή συνοδευόταν και από τη χορήγηση της γαλλικής υπηκοότητας στον ίδιο και την οικογένειά του. Στον δε πρωτότοκο γιό του João (Ιωάννη, δηλαδή Γιάννη ή Τζουγάνη, όπως ο πατέρας του) απένειμε τον τίτλο του κόμητος και του παραχώρησε έκταση γης στη Γαλλία, ικανή να του αποφέρει ετήσιο εισόδημα τριών χιλιάδων λιρών. Από σφραγίδα επί ισπανικού κηρού (βουλοκέρι) σε έγγραφο της εποχής προκύπτει ότι του επέτρεψε να φέρει (τιμής ένεκεν) στο οικόσημο με το οποίο τον περιέβαλε και τρία βασιλικά κρίνα (fleurs de lys). Γνωρίζουμε και την παράσταση αυτού του οικοσήμου, την οποία (αν και δεν διακρίνονται τα μέταλλα και χρώματά του) μπορούμε (εικάζοντας) να περιγράψουμε ως εξής:«Χωρισμένο κατά ζώνη [βαθυγάλαζο] και [ερυθρό], στο πρώτο τρία [χρυσά] κρίνα κατά ζώνη και στο δεύτερο [αργυρός] αναπεπταμένος ιέραξ δεξιόστροφος, το όλο φέρει στέμμα μαρκησίου, υποβαστάζεται από δύο [χρυσούς] ιέρακες αντιμέτωπους και περιβάλλεται από το [χρυσό] περιδέραιο του ιππότη του Βασιλικού Τάγματος του Αγίου Μιχαήλ». Πρόκειται, δηλαδή, για «φανερό» (parlante) οικόσημο, όπως χαρακτηρίζονται όσα αποδίδουν εικονικά το επώνυμο μιάς οικογένειας. Με τη χειρονομία του αυτή, ο Γάλλος μονάρχης (του οποίου την αίγλη ήθελε να συναγωνιστεί ο σιαμέζος ομόλογός του) απέβλεπε στο να τιμήσει τον Έλληνα «πρωτοσύμβουλο» για τις πολύτιμες υπηρεσίες του προς το πρόσωπό του και γενικότερα προς τα γαλλικά συμφέροντα στην περιοχή. Και τούτο γιατί, χάρη στις δικές του άοκνες ενέργειες (που, κατά την κρίση του Γεράκη, συνέπιπταν και με τα ιδιαίτερα συμφέροντα της δεύτερης πατρίδας του και του ηγέτη της) επετεύχθη σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα σημαντική πρόοδος στην προσπάθεια προσέγγισης των δύο χωρών. Ήταν και ένα είδος ενθάρρυνσής του για τη συνέχιση και προώθηση της συνεργασίας αυτής μελλοντικά. Ας σημειωθεί ότι πέραν από τον πορτογαλικό παράγοντα (που πρώτος, από το 1516, είχε αρχίσει εμπορικές σχέσεις με το Σιάμ), τον αγγλικό (που προσωρινά το 1612 και οριστικά από το 1661 εδραστηριοποιείτο εκεί) και τον ολλανδικό (που από το 1617 χρησιμοποιούσε το Σιάμ για να εισέλθει στην κινεζική αγορά), προσπάθεια διείσδυσης στα πολιτικά, οικονομικά και θρησκευτικά δρώμενα της χώρας είχαν επίσης επιχειρήσει οι Ιάπωνες και οι Βιρμανοί, ενώ οι Μουσουλμάνοι Πέρσες (των οποίων την αυλική εθιμοτυπία και πρακτική θαύμαζε από τη νεότητά του ο βασιλιάς Ναράι) αποτελούσαν πάντα τον κύριο φορέα για την υλοποίηση της πάγιας επεκτατικής εξισλαμιστικής πολιτικής στην περιοχή (άρα και υπαρκτό κίνδυνο επικράτησής τους, όπως είχε συμβεί στη γειτονική Ινδονησία).2

Πληροφορούμαστε από αρχειακές πηγές ότι το 1633 η ήδη παντρεμένη θεία του Κωσταντή, Αγγέλω Γεράκη, «βρίσκεται στην ξενητειά». Δεν γνωρίζουμε αν ως ξενητειά εννοείται το Λονδίνο, ούτε και το εάν όταν εκείνος ξενητεύτηκε σε εφηβική ηλικία, απευθύνθηκε πρώτα σε εκείνη. Υποστηρίζεται ότι κατά το διάστημα της παραμονής του στην αγγλική πρωτεύουσα αγγλοποίησε το επώνυμό του και ασπάστηκε το Αγγλικανικό δόγμα. Διατήρησε όμως πάντα, μέχρι το τέλος της ζωής του, το βαπτιστικό του όνομα, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κεφαλονιά, δηλαδή το Κωσταντής (ή Costantin στην βενετική απόδοσή του, που οι μεν Πορτογάλοι της Ανατολής μετέγραψαν σε Constans, οι δε Γάλλοι σε Constance). Οι τότε συνθήκες διαβίωσης στη γενέτειρά του δικαιολογούσαν οπωσδήποτε τη μετανάστευση, αφού η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού στην ίδια την Κεφαλονιά, όπως και η επιδείνωση των τοπικών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών είχαν οδηγήσει σε σοβαρές εμφύλιες διαμάχες, με μια μεγάλη σφαγή (το 1650) να λαμβάνει χώρα ακριβώς στην περιοχή καταγωγής και διαμονής του, με συνέπεια τη μαζική μετακίνηση νοτιότερα οικογενειών από την Έρισσο προς τη γειτονική Πύλαρο. Υποστηρίζεται ότι ο Γεράκης εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο το 1660 και ότι στα πρώτα του ευρωπαϊκά ταξίδια (στη Μεσόγειο και πέραν αυτής) απασχολήθηκε σε εμπορικά πλοία ως «μούτσος» για βοηθητικές εργασίες και ακολούθως ως ναύτης και επιμελητής, δηλαδή υπεύθυνος προμηθειών. Επίσης, ότι υπηρέτησε στον αγγλικό στόλο, που τότε τελούσε υπό τις διαταγές του ναυάρχου πρίγκιπα Ροβέρτου του Ρήνου, δούκα του Κάμπερλαντ (Prince Rupert of Rhine, Duke of Cumberland, 1619-1682), στον αγώνα του κατά των Ολλανδών. Έχοντας, συν τω χρόνω, πληροφορηθεί τις ευκαιρίες που προσέφερε η Άπω Ανατολή για όσους αναζητούσαν την περιπέτεια και το οικονομικό κέρδος, ναυτολογήθηκε το 1669 ως βοηθός πυροβολητής στο αγγλικό πολεμικό Hopewell, με προορισμό την Μπατάμ (στη σημερινή Ινδονησία). Κατά την υπηρεσία του στο πλοίο αυτό γνώρισε τους αδελφούς White (George και Samuel). Σύμφωνα με πληροφορίες, συνεργάστηκε εμπορικά μαζί τους (ιδιαίτερα με τον πρώτο) την περίοδο 1670-1675. Στη συνέχεια, με αρχικό κεφάλαιο χίλιες κορόνες (κατ’ άλλους écus) που έλαβε ως ανταμοιβή το 1678 για την ηρωική του πράξη να σώσει από βέβαιη ανατίναξη την πυριτιδαποθήκη και την ίδια την έδρα της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (E.I.C.) που κινδύνευαν από φωτιά, αγόρασε το πλοίο Mary (ίσως συνεταιρικά με τον Richard Burnaby), με το οποίο ενεργούσε (νόμιμα και μη) εμπορικά ταξίδια στην περιοχή, χωρίς να αποφύγει την ατυχία να ναυαγήσει τρεις φορές!3
Υπάρχουν τρεις εκδοχές ως προς το πώς κατόρθωσε να εισχωρήσει στο αυλικό περιβάλλον του βασιλιά του Σιάμ Ναράι, το οποίο την περίοδο εκείνη εκινείτο ανάμεσα σε δύο πόλεις: την Αγιούταγια (λεγόμενη και Αγιούντια, επίσημη πρωτεύουσα και τότε μεγάλο ποταμίσιο λιμάνι) και τη γειτονική της μικρότερη πόλη, Λοπμπούρι (λεγόμενη από τους Ευρωπαίους Λούβο), όπου διέμενε τον περισσότερο χρόνο ο μονάρχης, γιατί η γύρω περιοχή ήταν ιδανική για τη μεγάλη του αγάπη, το κυνήγι ελεφάντων. Επρόκειτο για ένα όχι ιδανικό περιβάλλον, όπου αυστηρότατες (και συχνά απάνθρωπες) τιμωρίες καιροφυλακτούσαν σε βάρος των αυλικών μανδαρίνων ακόμα και για το παραμικρότερο λάθος τους (τετρακόσιοι εκτελεστές ήταν στη μόνιμη υπηρεσία του μονάρχη για εφαρμογή κάθε είδους ποινής).
Κατά την πρώτη εκδοχή, στο τρίτο και τελευταίο ναυάγιο (σε κάποια ακτή του Μαλαμπάρ) τον πλησίασε στην ίδια παραλία άλλος ναυαγός, ένας πρέσβης του Σιάμ που επέστρεφε από την Περσία και είχε χάσει τα πάντα στο δικό του ναυάγιο. Τότε ο Γεράκης, με τα χρήματα που είχε περισώσει (δύο χιλιάδες κορόνες), αγόρασε ένα μικρό σκάφος, χάρισε στον πρέσβη καινούργια ρούχα και προσφέρθηκε να τον μεταφέρει στην Αγιούταγια. Εκεί, ο τελευταίος τον παρουσίασε στον «πρακλάνγκ», Κόσα Λεκ (1632-1683). Επρόκειτο για έναν από τους υψηλόβαθμους μανδαρίνους της βασιλικής Αυλής, τον τίτλο του οποίου οι Ευρωπαίοι αποκαλούσαν Barcalon. Στην πράξη, ο αξιωματούχος αυτός εκτελούσε καθήκοντα ανάλογα εκείνων ενός υπουργού Εξωτερικών και Εξωτερικού Εμπορίου της εποχής μας. Αυτού, η μεν αδελφή (Τάο Σρι Τσουλαλάκ) ήταν ήδη παλλακίδα του βασιλιά Ναράι, ο δε αδελφός Κόσα Παν (1633-1699), θα γινόταν αργότερα ο αρχηγός της δεύτερης πρεσβείας του Σιάμ στη Γαλλία (1686). Χάρη στις ξένες γλώσσες που χειριζόταν με άνεση (πέρα από τα ελληνικά και ίσως και τα ιταλικά, μιλούσε ήδη αγγλικά, γαλλικά, πορτογαλικά, μαλαισιανά και σιαμικά), ο Γεράκης δεν άργησε να προσελκύσει την προσοχή του ίδιου του βασιλιά, όταν ο προϊστάμενός του τον εισήγαγε στη Αυλή του.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, όταν ο Γεράκης έφθασε στη Μπατάμ προσλήφθηκε ως βοηθός κλητήρα στην Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Εκεί γνωρίστηκε με τον Burnaby, έναν από τους τοπικούς υπευθύνους της εταιρείας, ο οποίος έγινε και ο επόμενος εργοδότης του. Μαζί ταξίδεψαν στην Αγιούταγια, όπου εγκαταστάθηκε ως εμπορικός αντιπρόσωπός του, τον Σεπτέμβριο του 1678. Εκείνος, με την υστεροβουλία ότι από την θέση αυτή θα τον διευκόλυνε στις εμπορικές του συναλλαγές, τον γνώρισε στον «πρακλάνγκ» ως διερμηνέα και ο δεύτερος, με τη σειρά του, στον βασιλιά που διέθετε το εμπορικό μονοπώλιο στη χώρα. Χάρη στον Γεράκη, ο Burnaby διορίστηκε στη συνέχεια κυβερνήτης του σημαντικού τότε λιμένα της Μέργκι (στο σημερινό Μυανμάρ), όπου όμως αργότερα (1687), κατά τη διάρκεια της εκεί σφαγής των Άγγλων, έχασε τη ζωή του.
Τέλος, με την τρίτη εκδοχή, η είσοδος του Γεράκη στο αυλικό περιβάλλον συνέβη στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον George White και τις συχνές επισκέψεις τους στο Σιάμ για το ιδιαίτερα κερδοφόρο «ελεύθερο εμπόριό» τους, παρά την ισχυρή παρουσία του ισλαμικού παράγοντα, που είχε τότε τον έλεγχο της διακίνησης των μπαχαρικών στη χώρα (και στο διαμετακομιστικό πέρασμά τους από αυτήν) και ήταν καλά δικτυωμένος (αλλά όχι αφοσιωμένος) στη σιαμική Αυλή. Τότε είναι που ο Γεράκης ανακάλυψε τις οικονομικές ατασθαλίες σε βάρος του βασιλιά Ναράι και πέτυχε να εξουδετερώσει και απομακρύνει από την υπηρεσία του τελευταίου τους προαναφερθέντες Μουσουλμάνους (Πέρσες) εμπόρους. Λέγεται ακόμη ότι ο μονάρχης εντυπωσιάστηκε και από δύο συμβάντα στα οποία είχε πρωτοστατήσει ο Γεράκης. Ο τελευταίος απάντησε με έξυπνο τρόπο σε ερώτημά του για το πόσο ζύγιζε ένα κανόνι του και πέτυχε να εναποθέσει τη σωρό της νεκρής βασίλισσας (και αγαπημένης ετεροθαλούς αδελφής του Ναράι) στην υπερβολικά ψηλή πυρά που είχε στηθεί για την αποτέφρωσή της, όταν οι μανδαρίνοι είχαν αποτύχει να βρουν λύση και στα δύο αυτά τεχνικά προβλήματα. Αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του Γεράκη, ο μονάρχης τού πρότεινε τη θέση του «πρακλάνγκ» όταν ο προϊστάμενός του απεβίωσε το 1683, την οποία όμως από μετριοφροσύνη, αλλά και προκειμένου να μην προκαλέσει το αυλικό κατεστημένο, εκείνος αποποιήθηκε, όπως έπραξε και για τα καθήκοντα του μεγάλου «τσάκρι», δηλαδή αντίστοιχα ενός σημερινού υπουργού Πολέμου και Δικαιοσύνης (ανώτερα εκείνων του «πρακλάνγκ»), που επίσης τού προτάθηκαν. Ο Γεράκης προτίμησε να παραμείνει στην αφάνεια προσφέροντας τις υπηρεσίες του χωρίς τίτλους, αλλά με απόλυτη αφοσίωση προς τον ευεργέτη του. Έτσι, σύντομα έγινε έμπιστος και αχώριστος σύμβουλος του βασιλιά, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τον ονομάσει «βιτσαγιέν», δηλαδή «πρωτοσύμβουλό» του, προσθέτοντας τιμητικά στον τίτλο και το όνομα του σημαντικού για το Σιάμ ποταμού Τσάο Πραγιά (εξ ου και η ονομασία του αρχοντικού του ως εκείνου του «Τσάο Πραγιά Βιτσαγιέν»).4

Κατά την βασιλεία του Ναράι, το Σιάμ ήταν ίσως ένα από τα πιο φιλελεύθερα βασίλεια στον κόσμο. Ανεκτικό στη θρησκευτική και εθνοτική διαφορετικότητα, στραμμένο προς δυτικότροπες πρακτικές και αρχές, εύκολα δέχτηκε την παρουσία του Κεφαλονίτη ταξιδευτή στην αναζήτησή του για καλύτερη τύχη. Για τους ίδιους λόγους δέχτηκε και τους πρώτους Γάλλους ιεραποστόλους (που σε άλλα μέρη της περιοχής όχι μόνο ήταν ανεπιθύμητοι, αλλά είχαν διωχθεί, βασανιστεί κάποιοι μάλιστα ακόμη και θανατωθεί). Δύο ιεραποστολικές ομάδες, που με την αχαλίνωτη δραστηριότητά τους σύντομα θα κατέστρεφαν τα διπλωματικά επιτεύγματά του (αλλά και τον ίδιο τον Γεράκη) ήταν η Société des Missions Etrangères (σε άμεση επαφή με το Βατικανό) και η Compagnie de Jésus, δηλαδή οι Γάλλοι Ιησουίτες (με άμεση επιρροή στον μονάρχη τους). Ο «πρωτοσύμβουλος», κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, είχε στραφεί κατά των πρώτων υποστηρίζοντας αναφανδόν τους δευτέρους, λόγω ακριβώς της ενισχυμένης χρησιμότητάς τους για τα μελλοντικά του σχέδια. Μπορεί από πολλούς να έχει δυσφημιστεί ως στυγνός τυχοδιώκτης, καιροσκόπος και κερδοσκόπος λόγω και της αρχικής του σχέσης με τους διαβόητους αδελφούς White (που την εποχή εκείνη απασχολούνταν επιτυχώς με αυτό που σήμερα ονομάζουμε «παρεμπόριο», δηλαδή καταστρατηγούσαν το μονοπώλιο της Αγγλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών), όμως η πολιτική συμβολή του στα τεκταινόμενα της νέας του πατρίδας και του μονάρχη της ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Στο πρόσωπό του, ο βασιλιάς του Σιάμ δεν βρήκε μόνο έναν ικανό συνεργάτη, αλλά τον κύριο πολιτικό του σύμβουλο, από τον οποίο θα αποκόμιζε και εκείνος κέρδος στην προσπάθειά του να βελτιώσει τη θέση του στο εσωτερικό της πάμπτωχης χώρας, αλλά και στο επίπεδο των σχέσεών του με τους μεγάλους της εποχής του, με τους οποίους επιθυμούσε να φαίνεται ισάξιος. Και ο σημαντικότερος τότε ήταν ο βασιλιάς της Γαλλίας, Λουδοβίκος ΙΔ’, ο λεγόμενος «βασιλιάς Ήλιος». Ανοικτός προς τη Δύση και δεκτικός προς τις διοικητικές και πολιτικές της μεθόδους, ο Ναράι υπήρξε θαυμαστής των τεχνολογικών της επιτευγμάτων, πολλά από τα οποία επιδίωξε να υιοθετήσει με τρόπο που θα εξασφάλιζε την πρόοδο του λαού του, αλλά και την ελευθερία και ανεξαρτησία της χώρας του από τους πολλούς ξένους επιβουλείς.
Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Σιάμ και Γαλλίας ξεκίνησαν το 1673, όταν ο Λουδοβίκος ΙΔ’ ευχαρίστησε με επιστολή του τον βασιλιά Ναράι για την προστασία που παρείχε στους Γάλλους ιεραποστόλους που είχαν φθάσει στη χώρα από το 1662. Η Γαλλία βρισκόταν τα χρόνια εκείνα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ολλανδία, η οποία έλεγχε τις ναυτικές οδούς και τα ενδιάμεσα λιμάνια-σταθμούς επικοινωνίας με την Άπω Ανατολή. Στο πλαίσιο της σύσφιξης των σιαμο-γαλλικών σχέσεων κατά την περίοδο παντοδυναμίας του Κεφαλονίτη «πρωτοσύμβουλου», είχαν πραγματοποιηθεί τέσσερεις πολυμελείς αποστολές πρεσβειών, δύο από σιαμικής πλευράς (το 1684 και 1686) και άλλες δύο από γαλλικής (το 1685 και 1687), κάθε ταξίδι των οποίων διαρκούσε έξι περίπου μήνες, η δε παραμονή επιτόπου διαρκούσε περί τους τρεις μήνες τη φορά.

Είχε προηγηθεί (το 1681) μια ακόμη σιαμική αποστολή πρεσβείας, που όμως δεν έφθασε ποτέ στον προορισμό της λόγω ναυαγίου (μεταξύ Μαδαγασκάρης και Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος) του πλοίου Soleil d’ Orient, κορωνίδας του στόλου της Γαλλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (C.I.O.), που τους μετέφερε στη Γαλλία. Η ατυχής εκείνη πρεσβεία, πέρα από τα πλούσια δώρα προς τον «βασιλιά Ήλιο» (μεταξύ των οποίων και δύο μικροί ελέφαντες), μετέφερε και μια επιστολή του βασιλιά Ναράι χαραγμένη σε πλάκα χρυσού! Ατυχής ήταν και μια τέταρτη σιαμική πρεσβεία (το 1688), με περισσότερα δώρα, που επίσης δεν προχώρησε πέρα από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος. Κοινός αντικειμενικός σκοπός τους ήταν η απομάκρυνση της ολλανδικής επιρροής από την περιοχή. Υπενθυμίζεται ότι η Γαλλία, με την υπογραφή (το 1678) των Συνθηκών της Nimègue (της ολλανδικής Nijmegen), είχε μεν επικρατήσει στρατιωτικά επί της τελευταίας (Δημοκρατία των Επτά Ενωμένων Επαρχιών των Κάτω Χωρών) στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά παρέμενε ζωντανή η εχθρότητα του Καθολικού μονάρχη προς τους Ολλανδούς Προτεστάντες και η εμμονή του να τους ζημιώσει και σε εμπορικό επίπεδο, παρεμποδίζοντας τις δραστηριότητές τους στη Νοτιοανατολική Ασία.

Δεδομένης της γεωγραφικής θέσης του Σιάμ μεταξύ Ινδίας και Κίνας, η γεωπολιτική του αξία ήταν την εποχή εκείνη ιδιαίτερα αναβαθμισμένη. Αυτός ήταν, επίσης, ένας από τους λόγους που (μετά από σχετικό αίτημα του Γεράκη) είχε αφιχθεί (με τη δεύτερη γαλλική πρεσβεία) και ισχυρή γαλλική στρατιωτική δύναμη (υπολογιζόμενη μεταξύ εξακοσίων και χιλίων τετρακοσίων ανδρών) με σκοπό να επανδρώσει τα φρούρια-λιμάνια της Μπανγκόκ και του Μέργκι, που τους είχαν μόλις παραχωρηθεί. Η άφιξή τους με τα πολεμικά Gaillard, Loire και Dromadaire αποτέλεσε τη σπίθα που ανέδειξε τα υφέρποντα ξενοφοβικά αισθήματα κατεστημένου και λαού μέσα στο ίδιο το Σιάμ και οδήγησε ένα χρόνο αργότερα στην επανάσταση ενός ιδιαίτερα σκληρού και αιμοσταγούς μανδαρίνου, του στρατηγού Πετράτσα (1632-1703).5
Κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων του, ο Γεράκης χρειάστηκε να αντιμετωπίσει σειρά από σοβαρά πολιτικά προβλήματα, αλλά και ατυχείς συνέπειες κάποιων κακών πτυχών του χαρακτήρα του. Γιατί, εκτός από λαμπρές ικανότητες είχε και μεγάλες αδυναμίες, όπως η απέραντη φιλοδοξία του, η αχόρταγη φιλαργυρία του και η άκρατη ζήλεια του έναντι όσων θεωρούσε εμπόδιο για τα σχέδιά του. Αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του (ιδιαίτερα την τελευταία χρονιά της ζωής του) τον είχε οδηγήσει σε σκληρές συμπεριφορές, που μοιραία τον έκαναν μισητό ακόμη και στους φίλους του. Ο ίδιος γνώριζε από την αρχή ότι τον απεχθάνονταν οι μανδαρίνοι της βασιλικής Αυλής (πολλοί από τους οποίους ήταν μεν ασιατικής καταγωγής, αλλά όχι ιθαγενείς). Σε αυτούς, όμως, προστέθηκαν αργότερα και κάποιοι από τους Ευρωπαίους συνεργάτες του, οι οποίοι κατέληξαν (από την καχυποψία και τις αψυχολόγητες ενέργειές του, αλλά και από δικό τους συμφέρον) να γίνουν εχθροί του. Ένα πρόβλημα που χειρίστηκε με επιτυχία χάρη στη βοήθεια του ιππότη (και μετέπειτα κόμη) de Forbin ήταν η καταστολή της ανταρσίας ογδόντα μιγάδων μαχητών (με πορτογαλικό και ιαπωνικό αίμα), που αρνούνταν να διοικηθούν από τον ανωτέρω αξιωματικό. Το αντιμετώπισε αποτελεσματικά και αμέσως προχώρησε στην παραδειγματική τιμωρία των στασιαστών, εκτελώντας τον αρχηγό τους, κόβοντας το χέρι ενός άλλου (που τόλμησε να βγάλει το σπαθί του απειλητικά), στέλνοντας στην εξορία κάποιους ακόμη και παραδίδοντας τους υπόλοιπους σιδεροδέσμιους στις γαλέρες. Ως προς τις κακές του συνήθειες και πρακτικές αναφέρονται κάποιες ψευδολογίες του, όπως όταν, στην προσπάθειά του να προβάλει και αναδείξει το μεγαλείο του μονάρχη του, ισχυρίστηκε στα μέλη της πρώτης γαλλικής πρεσβείας, ότι ένα υπερμεγέθες άγαλμα θεότητας ήταν ολόχρυσο, ενώ η τυχαία πτώση της οροφής του ναού (εντός του οποίου ήταν στημένο) απέδειξε ότι στην πραγματικότητα ήταν κατασκευασμένο από επιχρυσωμένο γύψο, τραυματίζοντας με τον τρόπο αυτό την αξιοπιστία του!

Ακόμη, σε μια εκδήλωση άκρατης απληστίας και κατάφορης κατάχρησης εξουσίας, φυλάκισε έναν Γάλλο Ουγενότο έμπορο επειδή δεν είχε προβεί στην έκπτωση που επιθυμούσε σε κάποια αγορά του. Όταν, μετά από διαμαρτυρία του τελευταίου, ο βασιλιάς ζήτησε εξηγήσεις, εκείνος απάντησε ότι τον είχε τιμωρήσει γιατί ως Ουγενότος δεν μπορούσε να θεωρείται προστατευόμενος του «βασιλιά Ήλιου» (αφού, διωγμένος όπως όλοι οι ομόδοξοί του, εργαζόταν πλέον για τους Άγγλους)! Στο επεισόδιο εκείνο είχε βρει απρόθυμο αλλά αποτελεσματικό σύμμαχο τον προαναφερθέντα αξιωματικό, ο οποίος, με την υπέρ του μαρτυρία, κατεύνασε την οργή του βασιλιά που τον απάλλαξε από βέβαιη τιμωρία. Τελικά ο de Forbin τον έπεισε να τον απελευθερώσει και αποζημιώσει. Όμως, η γρήγορη ανέλιξη του τελευταίου σε τιμές και αξιώματα (του ανατέθηκαν καθήκοντα αντίστοιχα ναυάρχου ή στρατηγού χάρη στη βασιλική εύνοια που στο μεταξύ είχε κι’ εκείνος κερδίσει), προκάλεσε ανασφάλεια και δυσπιστία (αν όχι ζήλεια) στον Κεφαλονίτη «πρωτοσύμβουλο», παρότι ήταν εκείνος που τον είχε πείσει, με επιμονή μάλιστα, να παραμείνει στη χώρα και να προσφέρει με το αζημίωτο τις στρατιωτικές του υπηρεσίες προς τον μονάρχη της (ο Forbin ήταν μέλος της προαναφερθείσης πρώτης γαλλικής πρεσβείας).

Και όχι μόνο τον καταπολέμησε με μάλλον ανορθόδοξες μεθόδους για να τον εξουδετερώσει, αλλά επί πλέον (όπως ισχυρίζεται ο ιππότης) προσπάθησε και να τον δηλητηριάσει. Συγκεκριμένα, τον επιφόρτησε με ιδιαίτερα επικίνδυνες αποστολές, ενώ γνώριζε ότι ήταν σχεδόν αδύνατη η επιτυχής έκβασή τους. Μία από αυτές ήταν η περίπτωση της αιματηρής αντιμετώπισης των άγριων Μουσουλμάνων Μακασάρ (που μαζί με άλλους ομόθρησκούς τους είχαν καταφύγει στο Σιάμ από την κατεχόμενη από τους Ολλανδούς πατρίδα τους, τη σημερινή Ινδονησία), οι οποίοι, αφού είχε αποτύχει η προσπάθεια εξισλαμισμού βασιλιά και λαού, σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον Ναράι, να καταλάβουν εκ των έσω το βασίλειό του και να εξολοθρεύσουν όλους τους εκεί Χριστιανούς. Και όχι μόνο ο Γεράκης έστειλε τον Forbin στο στόμα του λύκου, αλλά του έδωσε ως μαχητές εκείνους τους μιγάδες που είχαν αμφότεροι στείλει νωρίτερα στις γαλέρες! Όμως, πρέπει να επισημανθεί ότι πολέμησε και ο ίδιος ηρωικά τους αφιονισμένους και ατρόμητους αυτούς πολεμιστές, ενώ λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του. Ο εν λόγω Γάλλος αξιωματικός είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί αργότερα την Κεφαλονιά (1695 και 1696), οπότε αναζήτησε και βρήκε τον αδελφό του Γεράκη με σκοπό να τον ενημερώσει για τα μεγάλα ποσά που ο «πρωτοσύμβουλος» είχε φροντίσει να στείλει εγκαίρως στη Γαλλία (με την προοπτική να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα μετά τον θάνατο του προστάτη του σιαμέζου μονάρχη). Σκοπός του ήταν να τον βοηθήσει να σώσει τουλάχιστον κάποια από αυτά. Και τον έπεισε να μεταβεί μαζί του στο Παρίσι, από το οποίο εκείνος πράγματι επέστρεψε στην Κεφαλονιά με ένα σημαντικό κεφάλαιο. Αλλά χωρίς ποτέ να τον ευχαριστήσει για την εκδούλευση, προς μεγάλη απογοήτευση του Forbin, όπως ο ίδιος αναφέρει χαρακτηριστικά στα απομνημονεύματά του!6
Η έντονη γαλλική προσπάθεια επεκτατικής πολιτικής στον τομέα της ιεραποστολής και των προσηλυτισμών συνέβαλε μοιραία (και μάλλον χωρίς υπαιτιότητά του) στην τελική πτώση και συνακόλουθη εξόντωση του Κεφαλονίτη «πρωτοσύμβουλου». Δυστυχώς γι’ αυτόν, δεν ήταν μόνο η γρήγορη ανέλιξη και ο φιλόδοξος, αγέρωχος, αυταρχικός και ευερέθιστος χαρακτήρας του, αλλά και η ανωτέρω συγκυρία, που οδήγησαν στην εχθρότητα και τον φθόνο εναντίον του. Πιστεύοντας (όπως ο μονάρχης του) ότι μια σιαμο-γαλλική συμμαχία θα ήταν το καλύτερο αντίβαρο για την ανεξάρτητη πολιτική της χώρας απέναντι στις πολλές ξένες επιρροές της εποχής, έπραξε το παν για να εξυπηρετήσει τον γαλλικό παράγοντα, με αποτέλεσμα να συνδέσει άθελά του την τύχη του με την παράλληλη κίνηση των Γάλλων ιεραποστόλων να προσηλυτίσουν τον βασιλιά Ναράι και τον λαό του στον Καθολικισμό. Παρά το ότι ο ίδιος (ως επίσημος διερμηνέας του) είχε αυθαίρετα αποφύγει να μεταφράσει τα περί αλλαξοπιστίας λεχθέντα από τον Γάλλο πρέσβη de Chaumont κατά την προσφώνησή του όταν έγινε δεκτός από τον μονάρχη του, δεν δίστασε στη συνέχεια, προφανώς για λόγους τακτικής, να προπαγανδίσει στους γαλλικούς κύκλους ως επικείμενη αυτή την αλλαγή παρότι την θεωρούσε απίθανη. Γεγονός, που τον έφερε αντιμέτωπο όχι μόνο με την λεγόμενη «σάνγκα» (δηλαδή την πανίσχυρη κοινότητα των βουδιστών μοναχών, επονομαζόμενων «Ταλαπουίνων»), αλλά και με το κυβερνητικό κατεστημένο των εγχώριων και ξενόφερτων μανδαρίνων, το οποίο, φοβούμενο προσηλυτισμό του μονάρχη ή του επίδοξου διαδόχου του στον Καθολικισμό, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να αντιδράσει. Η αντίδραση αυτή προήλθε από έναν εξ αγχιστείας συγγενή του μονάρχη, τον προαναφερθέντα στρατηγό Πετράτσα, αρχηγό τότε του «Βασιλικού Σώματος των Ελεφάντων», ο οποίος όχι μόνο ήταν ενάντιος σε κάθε απόπειρα μεταβολής, αλλά επί πλέον πίστευε ότι ο Έλληνας «βιτσαγιέν», εκμεταλλευόμενος τη σοβαρή τότε ασθένεια του μονάρχη, ήταν έτοιμος να τον ανατρέψει ή να χρησιμοποιήσει τον επίδοξο διάδοχό του για να αναλάβει ο ίδιος τα ηνία του κράτους! Γι’ αυτό και οι κατηγορίες που του απηύθυνε όταν τον συνέλαβε ήταν εκείνες της ανταρσίας και προδοσίας. Στην πραγματικότητα, ο Γεράκης προσπαθούσε απλά να εξασφαλίσει την υποστήριξη και τη συνδρομή μιας ξένης δύναμης προκειμένου να προστατέψει τον εαυτό του και την οικογένειά του σε περίπτωση θανάτου του ευεργέτη του. Γι’ αυτό είχε φροντίσει για την άμεση γαλλική στρατιωτική παρουσία στη χώρα από τη στιγμή, κατά την οποία την θεωρούσε ως την πλέον κατάλληλη. Και, σαν να μην αρκούσαν αυτά, για κακή του τύχη, η πειρατική δραστηριότητα του Samuel White σε βάρος (μεταξύ άλλων) και συμφερόντων της Αγγλικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, επιδείνωσε τις ήδη κακές του σχέσεις με την εταιρεία και οδήγησε τον Άγγλο βασιλιά Ιάκωβο Β’ (1633-1701, που βασίλεψε μεταξύ 1685-1688) να καλέσει τους υπηκόους του να εγκαταλείψουν αμέσως το Σιάμ και ζητώντας συνάμα μεγάλη οικονομική αποζημίωση για τις εκ της δράσεώς του ζημιές της εταιρείας, φθάνοντας μέχρι και στον ναυτικό αποκλεισμό της Μέργκι το 1687. Η ειρωνία της τύχης είναι ότι την ίδια χρονιά με την επανάσταση του Πετράτσα στο Σιάμ έχασε τον θρόνο του στην Αγγλία και ο Ιάκωβος Β’, θύμα της λεγόμενης «Ένδοξης Επανάστασης».7

Το πρωί της 18ης Μαΐου 1688, ο Γεράκης βρισκόταν στην Αγιούταγια όταν αγγελιαφόρος από την Λοπμπούρι τον ενημέρωσε ότι ο υιοθετημένος γιός (και επίδοξος διάδοχος) του βασιλιά Ναράι, Πρα Πι, είχε απαχθεί από τα ανάκτορα και αποκεφαλιστεί με διαταγή του επαναστάτη και στη συνέχεια σφαιτεριστή του θρόνου, στρατηγού Πετράτσα. Επρόκειτο για την έναρξη της επανάστασης του 1688. Την ίδια ημέρα, άλλος αγγελιαφόρος παρέδωσε εντολή-παγίδα στον Γεράκη να μεταβεί αμέσως στα βασιλικά ανάκτορα. Πράγματι, συνοδευόμενος από φρουρά τριών Γάλλων αξιωματικών (Beauchamp, de Fretteville και τον νεότερο γιό του στρατηγού Desfarges), δύο Πορτογάλων (πιθανώς έμπιστων υπαξιωματικών) και δεκαέξι Βρετανών στρατιωτών, μετέβη στα ανάκτορα, όπου, όμως, του είχαν στήσει ενέδρα πολυαριθμότεροι στρατιώτες του στρατηγού, οι οποίοι, αφού περικύκλωσαν και εξουδετέρωσαν την φρουρά του, τον συνέλαβαν και φυλάκισαν. Εκεί, αφού κρέμασαν από τον λαιμό του το κεφάλι του αποκεφαλισθέντος Πρα Πι (ως ένδειξη του τέλους της δυναστείας του προστάτη του μονάρχη), ο Γεράκης υπέστη φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια για να υποδείξει πού είχε κρυμμένο τον θησαυρό του. Η βέβαιη εκτέλεσή του καθυστέρησε και για άλλον έναν λόγο, τη μέχρι τότε άγνοια των γαλλικών προθέσεων απέναντί του. Όταν, όμως, διαπιστώθηκε η αδιαφορία των Γάλλων για την τύχη του ιδίου και της οικογενείας του, την 5η Ιουνίου (μετά τρεις περίπου εβδομάδες συνεχούς μαρτυρίου), ο στρατηγός Πετράτσα διέταξε τον (επίσης υιοθετημένο) γιό του, Σορασάκ (1661-1708, που βασίλεψε από το 1703), να τον εκτελέσει. Τοποθέτησαν τον Γεράκη στο ασημένιο κάθισμά του επάνω στον δικό του ελέφαντα και τον μετέφεραν σε γειτονικό δάσος σε άθλια κατάσταση. Εκεί, συνοδευόμενο μόνο από άνδρες του σφετεριστή του θρόνου, τον οδήγησαν στην τοποθεσία Ουάτ Σακ, στα όρια του βασιλικού κτήματος. Μόλις έφθασαν, ο Γεράκης παρέδωσε σε έναν αυλικό τη σφραγίδα του, δύο ασημένιους σταυρούς, μια χρυσή λειψανοθήκη (δώρο του πάπα Ιννοκέντιου ΙΑ’, 1611-1689, ποντίφηκα από το 1676) και το περιδέραιο του παρασήμου του «Βασιλικού Τάγματος του Αγίου Μιχαήλ» με την παράκληση να τα φυλάξει και παραδώσει στον εναπομείναντα γιό του, όταν θα ερχόταν σε ηλικία να τα εκτιμήσει. Στη συνέχεια (καθιστό στο ασημένιο κάθισμά του), ο εκτελεστής με δύο χιαστί σπαθιές τον έσχισε στα δύο και του έκοψε το κεφάλι, κατά τη συνήθεια εκτελέσεων του τόπου. Ο Γεράκης αντιμετώπισε τον θάνατο με απόλυτη αξιοπρέπεια, απορρίπτοντας τις κατηγορίες και τονίζοντας ότι η όλη πολιτική του στηριζόταν σε τρεις αρχές: τη δόξα του Θεού, την υπηρεσία του βασιλιά και την ευημερία του κράτους. Τελευταία του επιθυμία ήταν η διαφύλαξη της ζωής και της ελευθερίας της συζύγου και του παιδιού του. Μετά την εκτέλεση, το σώμα του τεμαχίστηκε και ετάφη επιφανειακά επί τόπου, με αποτέλεσμα να το ξεθάψουν και εξαφανίσουν αδέσποτοι σκύλοι μέσα στην ίδια νύκτα. Αυτή ήταν η τραγική κατάληξη ενός κλασικού Κεφαλονίτη της Διασποράς, που κατάφερε να κερδίσει όχι μόνο την απόλυτη εκτίμηση και εμπιστοσύνη του μονάρχη του μακρινού Σιάμ, τον οποίο υπηρέτησε πιστά μέχρι το φρικτό τέλος του, αλλά και να αποκτήσει αμύθητο πλούτο, του οποίου, όμως, το μεγαλύτερο μέρος χάθηκε μαζί του. Ο βασιλιάς Ναράι, βιώνοντας τα τεκταινόμενα ανήμπορος να αντιδράσει, απεβίωσε ένα περίπου μήνα αργότερα (την 11η Ιουλίου 1688), ορίζοντας διάδοχό του την κόρη του Γιοτατέπ (χωρίς, φυσικά, να εισακουστεί), την οποία στη συνέχεια νυμφεύτηκε ο Πετράτσα.8

Έξι χρόνια πριν την εκτέλεσή του, ο Κωσταντής Γεράκης είχε νυμφευτεί (την 2α Μαΐου 1682 ή λίγες ημέρες αργότερα) στην εκκλησία των Ιησουιτών στην Αγιούταγια μια πανέμορφη Χριστιανή Καθολική μιγάδα, γεννημένη στην ίδια πόλη, με πορτογαλική και ιαπωνική (ίσως ακόμη και βεγγαλική) καταγωγή, την Maria Guyomar de Pinha (1664-1728), για την οποία, κατόπιν απαίτησης των γονέων της, ασπάσθηκε το Καθολικό δόγμα. Μαζί της απέκτησε δύο γιούς, τους João (Γιάννη, που γεννήθηκε το 1684) και Jorge (Γιώργο, που γεννήθηκε το 1686). Ο πρώτος απεβίωσε την 11η Μαΐου 1688, σε ηλικία μόλις τεσσάρων ετών, σχεδόν ένα μήνα πριν από τον τραγικό θάνατο του πατέρα του. Μετά τη σύλληψη και εκτέλεσή του Γεράκη, η εικοσιδυάχρονη, τότε, χήρα του και ο δευτερότοκος γιός τους δεν απέφυγαν τη σκλαβιά, παρά το ότι κατέφυγαν στο κατεχόμενο από τους Γάλλους φρούριο της Μπανγκόκ για να ζητήσουν άσυλο και προστασία. Η ανέντιμη στάση του διοικητή, στρατηγού Desfarges, είχε ως συνέπεια να καταλήξουν σκλάβοι του νέου βασιλιά Πετράτσα και να παραμείνουν στην κατάσταση αυτή μέχρι το θάνατό του (1703). Ο επιζήσας γιός του πήγε αργότερα στην Ινδία, όπου τον βοήθησε ο στρατηγός Dupleix, τότε διοικητής της εκεί γαλλικής αποικίας του Pondichéry (ή Pondicherry). Ο εμπορικός αυτός σταθμός-λιμάνι είχε ιδρυθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1674, με πρώτο γενικό διοικητή τον François Martin (1634-1706). Εκεί είχαν καταφύγει και οι εναπομείνασες γαλλικές δυνάμεις μετά την εγκατάλειψη της Μπανγκόκ, το 1688. Ξαναγύρισε στο Σιάμ, όπου υπηρέτησε στο ναυτικό του και αναφέρεται ότι το 1748, ο τότε βασιλιάς Μπαρομακότ (1681-1758, που βασίλεψε από το 1733) του είχε αναθέσει να κατασκευάσει κάποιο μηχανικό όργανο. Νυμφεύτηκε μια κοπέλλα πορτογαλικής καταγωγής, από την οποία απέκτησε ένα γιό (στον οποίο έδωσε το όνομα του πρόωρα πεθαμένου αδελφού του) και άγνωστο αριθμό κοριτσιών. Απεβίωσε πάμπτωχος το 1754. Ο γιός του και μια από τις κόρες του πιάστηκαν σκλάβοι όταν οι Βιρμανοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν την Αγιούταγια το 1767 για να επανέλθουν τελικά στο Σιάμ το 1771. Οι απόγονοί του εγκαταστάθηκαν στη συνοικία Sancta Cruz της Μπανγκόκ και (κυρίως από θηλυγονίες) υφίσταντο τουλάχιστον έως τα τέλη του 19ου αιώνα (ίσως κάποιοι να υπάρχουν εκεί ή αλλού μέχρι σήμερα).9

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η τύχη της Μαρίας (αποκαλούμενης από τους Γάλλους Madame Constance) και του γιού της μετά τη σύλληψη του Γεράκη και μέχρι την παράδοσή της στη σκλαβιά. Μόλις πληροφορήθηκε την ατυχία του συζύγου της, και ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, συγκεκριμένα στους στάβλους του αρχοντικού τους (όπου, κατά μια πληροφορία, τον έπτυσε στο πρόσωπο όταν τον έφεραν εκεί σιδεροδέσμιο και φρικτά βασανισμένο για να υποδείξει πού είχε κρυμμένο τον θησαυρό του), έσπευσε να συσκευάσει σε τρία δέματα και σφραγίσει με βουλοκέρι τα πολύτιμα κοσμήματά της, η αξία των οποίων ανερχόταν στο τεράστιο ποσό των τριάντα χιλιάδων γαλλικών écus. Αναζητώντας έντιμους και πιστούς γνωστούς της για να τα εμπιστευτεί, παρέδωσε δύο από αυτά στον ηγούμενο των Ιησουιτών μοναχών, αδελφό Abraham Le Royer (που με τη σειρά του τα έδωσε στον Beauchamp, επιτελάρχη του Γάλλου στρατηγού) και το τρίτο στον de Fretteville, για να τα μεταφέρουν με ασφάλεια στο φρούριο της Μπανγκόκ (αμφότεροι οι αξιωματικοί είχαν συνοδέψει τον Γεράκη την ημέρα της σύλληψής του). Έχοντας ήδη τη γαλλική υπηκοότητα και στα χέρια της δύο βασιλικές επιστολές, με τις οποίες ο Γάλλος μονάρχης εγγυόταν πλήρη προστασία σε περίπτωση κινδύνου στον Γεράκη και την οικογένειά του, είχε επιλέξει να εμπιστευτεί τους Γάλλους και να απορρίψει πρόταση του διευθυντή της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών (V.O.C.), Johan Keyts, να τους φυγαδέψει εκείνος με δικό του πλοίο στη γειτονική ολλανδική αποικία, Μπατάβια (σημερινή Ινδονησία). Δεδομένου ότι ο γιός του νέου μονάρχη την ποθούσε ερωτικά και είχε δείξει προσωπικό ενδιαφέρον για τη σύλληψή της, δυνάμεις του κατέλαβαν το αρχοντικό τους και, αφού το λεηλάτησαν, υπέβαλαν την ίδια σε ταπεινωτικές πράξεις και βασανιστήρια για να υποδείξει πού έκρυβε τους οικογενειακούς θησαυρούς τους. Υπό το βάρος του μαρτυρίου και σε άθλια κατάσταση, παραδέχτηκε ότι είχε στείλει τα κοσμήματά της στο γαλλικό φρούριο και παρέδωσε στους εχθρούς της πλήρη κατάλογό τους.

Πιστεύοντας ότι με σκάφος που θα έφερε τη γαλλική σημαία θα μπορούσε να διαφύγει με ασφάλεια στην Μπανγκόγκ, έπεισε τον Γάλλο αξιωματικό de Larre να τη συνοδέψει εκεί με μια βάρκα που είχε κρυμμένη στις όχθες του ποταμού Τσάο Πραγιά, όχι μακριά από το αρχοντικό τους. Όμως, η άφιξή της στο γαλλικό φρούριο εξόργισε τον στρατηγό Desfarges, αφενός γιατί δεν είχε προηγουμένως ερωτηθεί και αφετέρου γιατί η παρουσία της με τον γιό της ήταν εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις που ήδη διεξήγαγε με σκοπό την άμεση εγκατάλειψη του φρουρίου και της χώρας. Ένας ακόμη όχι ευκαταφρόνητος λόγος της στάσης του, ήταν και η ύπαρξη των τριών δεμάτων με τα πολύτιμα κοσμήματα, τα οποία είχαν στο μεταξύ αποσφραγιστεί (και κρατηθεί από τον ίδιο, ως εγγύηση για χίλια écus, που είχε δανείσει στον Γεράκη), με το περιεχόμενό τους (όταν παραδόθηκαν στους άνδρες του νέου βασιλιά) να εμφανίζεται μειωμένο κατά τα δύο-τρίτα από τον κατάλογο που εκείνοι είχαν στα χέρια τους! Τελικά, παρά τις αντιρρήσεις της πλειοψηφίας των αξιωματικών του και αφού την απείλησε ότι θα την διώξει και «σηκωτή ακόμη αν χρειαστεί», την παρέδωσε στους εχθρούς της και στη σκλαβιά, χωρίς προφανώς να ξαναδεί εκείνη ποτέ τα κοσμήματά της. Ισχυριζόταν ότι τον πίεζε όχι μόνο ο νέος βασιλιάς με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Γάλλων ομήρων και τη λύση της πολιορκίας του φρουρίου για την ασφαλή αναχώρησή τους, αλλά και η ίδια η μητέρα της, που ήταν επίσης όμηρος. Επικαλέστηκε, επιπροσθέτως, ότι προέβη στην πράξη αυτή αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει δέσμευση του Πετράτσα ότι θα ήταν ελεύθερη να ασκήσει τα θρησκευτικά της καθήκοντα, να παντρευτεί όποιον επιθυμούσε στο μέλλον και ότι δεν επρόκειτο να διωχθεί για τις πράξεις του εκτελεσθέντος συζύγου της.10

Κατά τη διάρκεια της δεκαπεντάχρονης σκλαβιάς της (κατά τα δύο πρώτα τουλάχιστον χρόνια της οποίας ήταν σιδεροδέσμια και το υπόλοιπο με δυνατότητα να διαμένει στο πατρικό της, στην πορτογαλική συνοικία), η χήρα του Γεράκη εργάστηκε ως μαγείρισσα και αργότερα προϊσταμένη των μαγειρείων και υπεύθυνη για τα ασημικά και λοιπά σκεύη της τραπεζαρίας στα βασιλικά ανάκτορα, όπου το πρωτόκολλο των γευμάτων ήταν πολύ αυστηρό και απαιτητικό και η παρουσίαση των εδεσμάτων ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη. Ό,τι περιείχε ένα πιάτο έπρεπε να είναι φαγώσιμο, χωρίς να πεταχτεί τίποτα (όπως π.χ. τα κόκκαλα, που αποκλείονταν από αυτό), τα δε φρούτα (για την αγορά των οποίων ήταν επίσης υπεύθυνη) σερβίρονταν χαραγμένα σε ευχάριστα σχήματα λουλουδιών ή άλλων παραστάσεων για να εντυπωσιάζουν τους συνδαιτυμόνες. Η Μαρία έμεινε στην ιστορία για μια σειρά από επιδόρπια δικής της εμπνεύσεως με έντονη πορτογαλική επίδραση και βάση τους κρόκους αυγών και τη ραφιναρισμένη ζάχαρη. Αυτά, όχι μόνο άλλαξαν την τοπική ζαχαροπλαστική, άλλά, λόγω και της κίτρινης (χρυσής) απόχρωσής τους (που για τους Ταϋλανδούς είναι το χρώμα που φέρνει καλή τύχη και πλούτο), παρέμειναν αγαπημένα στη χώρα μέχρι και σήμερα. Συνέχισε τη μαγειρική δραστηριότητά της και μετά την απελευθέρωσή της, κοντά στον νέο τότε βασιλιά Σουριεντρατιμπόντι (δηλαδή τον Σορασάκ, που είχε στο μεταξύ χάσει το ερωτικό ενδιαφέρον του γι’ αυτήν), ο οποίος ικανοποιημένος από τις δημιουργίες της, τις προώθησε και εκτός των ανακτόρων, με αποτέλεσμα να αγαπηθούν από τον λαό. Ανάμεσα στα γλυκά της αυτά συγκαταλέγονται και κάποια από τα λεγόμενα «Εννέα Ευλογημένα Ταϋλανδικά Επιδόρπια» (τα οποία προσφέρονται σε γάμους και άλλες ευτυχισμένες στιγμές), όπως το Τονγκ Γιπ (Χρυσό Λουλούδι), το Τονγκ Γιόντ (Χρυσό Σταγονίδιο), το Φόι Τονγκ (Χρυσές Κλωστές) και άλλα. Μάλιστα, το 2015, είχε ανοίξει στην ταϋλανδική πρωτεύουσα Μπανγκόκ εστιατόριο με το όνομά της, όπου σερβίρονταν εκείνες οι παλιές συνταγές της. Λόγω του ταλέντου της αυτού της είχε δοθεί ο τιμητικός τίτλος Τάο Τονγκ Κεμπ Μα (βασίλισσας των ταϋλανδικών επιδορπίων). Τελευταία γνωστή μας πράξη της υπήρξε ο δικαστικός της αγώνας κατά της Γαλλικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών με απαίτηση να της επιστραφούν οι τριακόσιες χιλιάδες λίρες που ο Γεράκης είχε επενδύσει στην εταιρεία το 1687. Και, πράγματι, μετά πολλά χρόνια πέτυχε το 1717 όχι μόνο να αναγνωριστεί ως προνομιούχος πιστωτής της εν λόγω εταιρείας, αλλά και να της καταβληθεί ετήσια σύνταξη ύψους τριών χιλιάδων λιρών.11


Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας (ΑΝΚ), Αρχεία Διοικήσεως (ΑΔ), Αρχείο Βενετικής Διοικήσεως (ΑΒΔ), Γενική Διοίκηση της Νήσου (ΓΔΝ), Reggimento (R), Consiglio della Comunità, Βιβλ.1, 1593, Βιβλ.5, 1646-1654, Βιβλ.7, 1698-1706, Βιβλ.8, 1697-1718, Βιβλ.10, 1718-1738 και Βιβλ.14, 1749-1754.
Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας (ΑΝΚ), Νοταριακό Αρχείο (ΝΑ), Νοτάριος (Νοτ.) Φράγκος Καγγελάρης, Φ. 3, Βιβλ. 1. Νοτ. Γεώργιος Αυλωνίτης, Φ. 45, Βιβλ. 1. Νοτ. Δημήτριος Μολφέτας, Φ. 65, Βιβλ. Μόνο.
Ζαρίδη, Κατερίνα Φ.: Το «Libro d’ Oro» της Κεφαλονιάς του έτους 1799, Αργοστόλι 2006.
Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.: «Ειδήσεις από τα πρώτα 50 χρόνια του Αργοστολίου ως πρωτεύουσας της Κεφαλονιάς», Ιονικά Ανάλεκτα, τ. 7, Αθήνα 2017.
Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ., «Κωσταντής Γεράκης (Constance Phaulkon) – Μια νέα γενεαλογική προσέγγιση», Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β’, τ. 3, Αθήνα 2012.
Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.: «Οι καπετάνιοι Δάνιας και Μάρκος Καγγελάρη και η συμβολή τους στην άμυνα της Κεφαλονιάς (16ος αιών)», Περί Ιστορίας, τόμ. 5, Κέρκυρα 2007.
Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.: «Το γαλλικό οικόσημο του πρωτοσύμβουλου Κωσταντή Γεράκη (Constance Phaulkon)», Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β’, τ. 7, Αθήνα 2013.
Καγκελάρη, Π. Δ.: Ιστορία και Γενεαλογία του Οίκου Καγγελάρη της Κεφαλονιάς (16ος-20ός Αιώνες), Κέρκυρα 2011.
Καιροφύλα, Κώστα: Κωνσταντίνος Γεράκης, Ο Κεφαλλωνίτης κυβερνήτης του Σιάμ, Αθήνα 1932.
Μαζαράκη, Ιερέως Ανθίμου: Βιογραφίαι των Ενδόξων Ανδρών της Νήσου Κεφαλληνίας, Βενετία 1843.
Μαρκοπούλου, Μαρίας Ι.: «Κωνσταντίνος Γεράκης, Ο πιό ριψοκίνδυνος άνθρωπος της Ευρώπης», Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τ. 55-56, Αθήνα 1976.
Μοσχονά, Νικολάου Γ.: «Πρακτικά Συμβουλίου Κοινότητας Κεφαλονιάς, Βιβλίο Α’-1593», Σύμμεικτα, τόμ. 3, Αθήνα 1979.
Παπαδάτου, Παύλου: Κεφαλονιά και Ιθάκη, Το προσωπικό μου ταξίδι, Αθήνα 2008.
Σιώρη, Γεωργίου: Γεράκης (Phaulkon), ο Έλληνας Πρωτοσύμβουλος στην Αυλή του Σιάμ, Αθήνα 1993.
Τσιτσέλη, Ηλία Α.: «Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Συμβολαί εις την Ιστορίαν και Λαογραφίαν της Νήσου Κεφαλληνίας», τόμ. 1, Αθήνα 1904.
Φωκά-Κοσμετάτου, Νικολάου: Το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου Κεφαλληνίας – Η Παλαιά Πρωτεύουσα της Νήσου, Αθήνα 1966
Χιώτου, Π.: Σειράς Ιστορικών Απομνημονευμάτων, τόμ. 3, Βενετία 1863.
Adams, Christine: «Artus de Lionne and Constantine Phaulkon», Looking for Interpreter Zero, 17.8.2021.
Archivio di Stato di Venezia (ASV), Sindici Inquisitori in Levante (SIL), Busta 77, Ceffalonia, Anagrafi 1601.
Bowring, Sir John: The Kingdom and People of Siam, τόμ. 2, Λονδίνο 1857.
Choisy, François-Timoléon de: Journal du Voyage de Siam, Παρίσι 1995.
Coletti, Andrew: «The Tragic and Inspiring Story of the ‘Queen of the Thai Deserts’», Gastro Obscura, 30.11.2023.
Forbin, Claude de: Mémoires du comte de Forbin (1656-1733), Παρίσι 1993.
Hutchinson, E.W.: 1688 Revolution in Siam: The Memoir of Father de Beze, s.j., Χονγκ-Κονγκ 1968.
Losuwan, Nonthapat: «The Taste of Portugal in Thai and American Histories», Fulbright Stories, χ.χ.
Provan, Josh: «One Man’s Private War with the East India Company», Adventures in Historyland, 16.2.2019.
Rizo-Rangabè, Eugène: Livre d’ Or de la Noblesse Ionienne, τόμ. 2 (Céphalonie), Αθήνα 1926.
Sitsayamkan, Luang: The Greek Favorite of the King of Siam, Σιγκαπούρη 1967.
Sriangura, Vanniya: «Grand dame of dining marks her return – Marie Guimar ressurects noble dishes of a bygone era», Bangkok Post, 29.10.2021.
Smithies, Michael: «A Stormy Relationship: Phaulkon and Forbin, 1685-1687», Journal of Siam Society, τόμ. 82, μ. 2, Μπανγκόκ 1994.
Smithies, Michael: «Madam Constance’s Jewels», Journal of the Siam Society, v. 88 (1 and 2), Μπανγκόκ 2001.
Strach, Walter: «Constance Phaulkon: Myth or Reality?», Explorations in Southeast Asian Studies, Journal of SEASSA, τόμ. 4, Χαβάη 2000 (το ίδιο και στον ιστότοπο: 17th Century Siam – A Writer’s Guide, 25.11.2009).
Strach III, Walter J.: Constantine Phaulkon and Somdet Phra Narai: Dynamics of Court Politics in Seventeenth Century Siam, Χαβάη 2004.
Van der Cruysse, Dirk: Louis XIV et le Siam, Παρίσι 1991.
Van der Cruysse, Dirk: Siam and the West 1500-1700, Τσιάγκ Μάι 2002.
WindowSiter: «The Astonishing Story of Constantine and Maria of Lop Buri», Medium, 14.8.2017.
Wood, W.A.R.: A History of Siam, Λονδίνο 1924.

Σημειώσεις
- Archivio di Stato di Venezia (ASV), Sindici Inquisitori in Levante (SIL), Busta 77, Ceffalonia, Anagrafi 1601, φφ. 1107r, 1141v-1148r, 1170r, 1180r, 1182r, 1185v, 1195r, 1197r, 1199v και 1205r. Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας (ΑΝΚ), Νοταριακό Αρχείο (ΝΑ), Νοτάριος (Νοτ.) Φράγκος Καγγελάρης, Φ. 3, Βιβλ. 1, φφ. 84r και 112v. Βιβλ. 2, φφ. 43v, 125v, 159r και 251r. Νοτ. Γεώργιος Αυλωνίτης, Φ. 45, Βιβλ. 1, φφ. 34r, 1604 Φλεβ. 7 και 54v. Νοτ. Δημήτριος Μολφέτας, Φ. 65, Βιβλ. Μόνο, φ. 203r, 1633 Σεπτ. 22. Μαζαράκη, Ιερέως Ανθίμου: Βιογραφίαι των Ενδόξων Ανδρών της Νήσου Κεφαλληνίας, Βενετία 1843, σσ. 407-462. Bowring, Sir John: The Kingdom and People of Siam, τόμ. 2, Λονδίνο 1857, σσ. 385-410. Τσιτσέλη, Ηλία Α.: Κεφαλληνιακά Σύμμεικτα, Συμβολαί εις την Ιστορίαν και Λαογραφίαν της Νήσου Κεφαλληνίας, τόμ. 1, Αθήνα 1904, σσ. 73-79. Rizo-Rangabè, Eugène: Livre d’ Or de la Noblesse Ionienne, τόμ. 2 (Céphalonie), Αθήνα 1926, σσ. 291-293. Καιροφύλα, Κώστα: Κωνσταντίνος Γεράκης. Ο Κεφαλλωνίτης κυβερνήτης του Σιάμ, Αθήνα 1932, σελ. 4-6. Μαρκοπούλου, Μαρίας Ι.: «Κωνσταντίνος Γεράκης, Ο πιό ριψοκίνδυνος άνθρωπος της Ευρώπης», Η Κεφαλονίτικη Πρόοδος, τ. 55-56, Αθήνα 1976, σσ. 28-29. Van der Cruysse, Dirk: Louis XIV et le Siam, Παρίσι 1991, σσ. 219-229. Forbin, Claude de: Mémoires du comte de Forbin (1656-1733), Παρίσι 1993, σελ. 102. Σιώρη, Γεωργίου: Γεράκης (Phaulkon), ο Έλληνας Πρωτοσύμβουλος στην Αυλή του Σιάμ , Αθήνα 1993, σσ. 25, 27, 35 και 116. Smithies, Michael: «A Stormy Relationship: Phaulkon and Forbin, 1685-1687», Journal of Siam Society, τόμ. 82, μ. 2, Μπανγκόκ 1994, σσ. 148-149 και 154. Choisy, François-Timoléon de: Journal du Voyage de Siam, Παρίσι 1995, σελ. 233-234. Strach, Walter: «Constance Phaulkon: Myth or Reality?», Explorations in Southeast Asian Studies, Journal of SEASSA, τόμ. 4, Χαβάη 2000 (το ίδιο και στον ιστότοπο: 17th Century Siam – A Writer’s Guide, 25.11.2009), (σελ. 10). Strach III, Walter J.: Constantine Phaulkon and Somdet Phra Narai: Dynamics of Court Politics in Seventeenth Century Siam, Χαβάη 2004, σσ. 1-10, 60-69 και 78-85. Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.: «Οι καπετάνιοι Δάνιας και Μάρκος Καγγελάρη και η συμβολή τους στην άμυνα της Κεφαλονιάς (16ος αιών)», Περί Ιστορίας, τόμ. 5, Κέρκυρα 2007, σσ. 138-143. Καγκελάρη, Π. Δ.: Ιστορία και Γενεαλογία του Οίκου Καγγελάρη της Κεφαλονιάς (16ος-20ός Αιώνες), Κέρκυρα 2011, σσ. 67, 88-91 και 356. Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ., «Κωσταντής Γεράκης (Constance Phaulkon) – Μια νέα γενεαλογική προσέγγιση», Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β’, τ. 3, Αθήνα 2012, σσ. 14-18. Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.:«Ειδήσεις από τα πρώτα 50 χρόνια του Αργοστολίου ως πρωτεύουσας της Κεφαλονιάς», Ιονικά Ανάλεκτα, τ. 7, Αθήνα 2017, σσ. 59-77. Δεν είναι γνωστή η ημερομηνία γέννησής του, η οποία τοποθετείται μεταξύ των ετών 1646 και 1650. Ομοίως, παρατίθενται από πολλούς συγγραφείς εσφαλμένες πληροφορίες ως προς την καταγωγή και τη γενεαλογία του. Η ερμηνεία του «Custode» ως «Αργοστόλι» είναι εσφαλμένη, καθώς το custodium σημαίνει φρούριο στη λατινική και προσδιορίζεται στα Diarii του Marino Sanudo (στον 3ο τόμο, 1499-1501) και από τον γεωλόγο και ιστορικό Gustavo Uzielli (1839-1911) στην περιοχή του Φισκάρδου. Άλλωστε, το Αργοστόλι δεν είχε κάποιο φρούριο και βρισκόταν εκείνη την εποχή στα πρώτα ακόμη χρόνια της οικιστικής διαμόρφωσής του. Εσφαλμένη είναι και η απόδοση του ονοματεπωνύμου του ως Constantine Hierax, το οποίο ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε στην Κεφαλονιά. ↩︎
- Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας (ΑΝΚ), Αρχεία Διοικήσεως (ΑΔ), Αρχείο Βενετικής Διοικήσεως (ΑΒΔ), Γενική Διοίκηση της Νήσου (ΓΔΝ), Reggimento (R), Consiglio della Comunità, Βιβλ.1, 1593, Βιβλ.5, 1646-1654, Βιβλ.7, 1698-1706, Βιβλ.8, 1697-1718, Βιβλ.10, 1718-1738 και Βιβλ.14, 1749-1754. Wood, W.A.R.: A History of Siam, Λονδίνο 1924, σελ. 198 και 210. Φωκά-Κοσμετάτου, Νικολάου: Το Κάστρο του Αγίου Γεωργίου Κεφαλληνίας – Η Παλαιά Πρωτεύουσα της Νήσου, Αθήνα 1966, σελ. 51. Μοσχονά, Νικολάου Γ.: «Πρακτικά Συμβουλίου Κοινότητας Κεφαλονιάς, Βιβλίο Α’-1593», Σύμμεικτα, τόμ. 3, Αθήνα 1979, σσ. 302-314. Strach III, ό.π.: σσ. 60-61, 104-105 (εικ. III-IV), 107-109 (εικ. V-VII) και 110 (εικ. VIII). Ζαρίδη, Κατερίνα Φ.: Το «Libro d’ Oro» της Κεφαλονιάς του έτους 1799, Αργοστόλι 2006, σσ. 94-97, 105-112 και 127-403. Παπαδάτου, Παύλου: Κεφαλονιά και Ιθάκη, Το προσωπικό μου ταξίδι, Αθήνα 2008, σσ. 36 και 92. Καγκελάρη, «Ιστορία», ό.π.: σσ. 103-109 και 122-124. Καγκελάρη, Παναγιώτη Δ.: «Το γαλλικό οικόσημο του πρωτοσύμβουλου Κωσταντή Γεράκη (Constance Phaulkon)», Κεφαλονίτικη Πρόοδος, περ. Β’, τ. 7, Αθήνα 2013, σσ. 36-38. Καγκελάρη, Παναγιώτη, Δ.: «Η εκλογή του ιερέως Σεραφείμ Αννίνου ως Αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας και Ζακύνθου υπό το όνομα Σωφρόνιος Β’», Τα Ιονικά, τόμ. 3, Αθήνα 2023, σσ. 224 και 227. Τα εσφαλμένα περί «ευγενείας» ή ότι ο πατέρας του ήταν «άρχοντας» και «κόντες» προφανώς οφείλονται σε σχετική ανακριβή πληροφορία στο Χιώτου, Π.:Σειράς Ιστορικών Απομνημονευμάτων, τόμ. 3, Βενετία 1863. Επίσης, δεν τεκμηριώνεται το αποδιδόμενο στην οικογένεια Γεράκη άλλο parlante οικόσημο (Ραγκαβής κ.λπ.). Όπως ότι δεν ήταν Έλλην και Χριστιανός Ορθόδοξος. Άλλωστε, στην εκλογή του αρχιεπισκόπου Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Σεραφείμ Αννίνου (το 1732), μετέχει ως εκλέκτωρ ο παπά Τζώρτζης Γεράκης (papa Zorzi Gerachi), τον οποίο ο Ραγκαβής (αρ. 8) εσφαλμένα αναφέρει χειροτονηθέντα το 1738. Ανακριβώς αναφέρεται, ακόμη, ο Ι.Ν. των Αγίων Θεοδώρων, στο Προάστιο του Αγίου Γεωργίου (το σημερινό χωριό Κάστρο), ως κτητορικός των Γεράκη, ενώ η εκκλησία αυτή ήταν συναδελφική (και, μάλιστα, χωρίς τη συμμετοχή τους). ↩︎
- Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας (ΑΝΚ), Νοταριακό Αρχείο (ΝΑ), Νοτάριος (Νοτ.) Δημήτριος Μολφέτας, Φ. 65, Βιβλ. Μόνο, φ. 203r, 1633 Σεπτ. 22. Wood, ό.π.: σελ. 198-199. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 222-223. Strach, ό.π.: σσ. 10-11. Strach III, ό.π.: σσ. 61-63. ↩︎
- Σε πολλούς συγγραφείς και στην ελληνική (και ιδιαίτερα την κεφαλονίτικη) παράδοση έχουν επικρατήσει οι όροι «αντιβασιλεύς», «πρωθυπουργός» ή «κυβερνήτης», που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ο Barcalon Κόσα Λεκ αναφέρεται και ως Κόσα Τιμπόντι και ο αδελφός του Κόσα Παν ως Νάι Παν. Wood, ό.π.: σελ. 206. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 224-229 και 246-247. Σιώρη, ό.π.: σελ. 117. Choisy, ό.π.: σσ. 183-184, 186-187, 207 και 237. Strach, ό.π.: (σσ. 10-14). ↩︎
- Wood, ό.π.: σσ. 200-206 και 209-211. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 233-244. Choisy, ό.π.: σσ. 16-19. ↩︎
- Wood, ό.π.: σσ. 207-208. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 415-419. Forbin, ό.π.: σσ. 114-145, 151-157, 159-160, 190, 244-245 και 253. Choisy, ό.π.: σσ. 183-184 και 427. Smithies, «Stormy», ό.π.: σσ. 150-153. ↩︎
- Wood, ό.π.: σσ. 202-203, 205 και 208-210. Forbin, ό.π.: σσ. 162 και 178-179. Strach, ό.π.: (σσ. 16-19). Strach III, ό.π.: σελ. 58. Provan, Josh: «One Man’s Private War with the East India Company», Adventures in Historyland, 16.2.2019. Adams, Christine:«Artus de Lionne and Constantine Phaulkon», Looking for Interpreter Zero, 17.8.2021. ↩︎
- Bowring, ό.π.: σσ. 406-410. Wood, ό.π.: σσ. 211-213. Sitsayamkan, Luang: The Greek Favorite of the King of Siam, Σιγκαπούρη 1967, σσ. 156-158 και 167. Hutchinson, E.W.: 1688 Revolution in Siam: The Memoir of Father de Beze, s.j., Χονγκ-Κονγκ 1968, σελ. 101. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 405, 456-465. Forbin, ό.π.: σσ. 187-190. Van der Cruysse, Dirk: Siam and the West 1500-1700, Τσιάγκ Μάι 2002, σσ. 449-451. Strach III, ό.π.: σσ. 1-3. ↩︎
- Αναφέρεται ότι είχε και άλλες δύο προτάσεις γάμου ή αρραβώνες πριν τον γάμο του. Λάθη υπάρχουν και ως προς την καταγωγή και το τέλος της συζύγου του, αλλά και ως προς τον αριθμό και τα ονόματα των παιδιών τους. Wood, ό.π.: σελ. 214. Καιροφύλα, ό.π.: σσ.12-15, 80-82 και 90-103. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 253, 405, 435, 462 και 469. Σιώρη, ό.π.: σσ. 83-84. Choisy, ό.π.: σσ. 187, 226 και 427. Strach, ό.π.: (σσ. 14-15). Καγκελάρη, «Ιστορία», ό.π.:, σελ. 91. ↩︎
- Wood, ό.π.: σελ. 214. Van der Cruysse, ό.π.: σσ. 462-463 και 468-470. Smithies, Michael: «Madam Constance’s Jewels», Journal of the Siam Society, v. 88 (1 and 2), Μπανγκόκ 2001, σσ. 111-121. ↩︎
- Choisy, ό.π.: σσ. 427-428. Smithies, «Jewels», ό.π.: σσ. 120-121. WindowSiter: «The Astonishing Story of Constantine and Maria of Lop Buri», Medium, 14.8.2017. Sriangura, Vanniya: «Grand dame of dining marks her return – Marie Guimar ressurects noble dishes of a bygone era», Bangkok Post, 29.10.2021. Coletti, Andrew: «The Tragic and Inspiring Story of the ‘Queen of the Thai Deserts’», Gastro Obscura, 30.11.2023. Losuwan, Nonthapat: «The Taste of Portugal in Thai and American Histories», Fulbright Stories, χ.χ. ↩︎
