Τα «Σεπτεμβριανά» του 1955. Η επίθεση εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης

Το μεσημέρι της Τρίτης 6 Σεπτεμβρίου 1955 ο ραδιοφωνικός σταθμός της Άγκυρας μετέδωσε ότι λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα εξερράγη βόμβα στον περίβολο του Τουρκικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη, προξενώντας μικρές υλικές ζημιές. Τρεις ώρες αργότερα κυκλοφόρησε έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας Istanbul Ekspres, στο πρωτοσέλιδο του οποίου αναγραφόταν με πηχυαίους τίτλους ότι το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Kemal Atatürk καταστράφηκε από έκρηξη βόμβας. Το δημοσίευμα συνοδευόταν από μια σειρά παραποιημένων φωτογραφιών, οι οποίες παρουσίαζαν εικόνα εκτεταμένης καταστροφής.1

Μετά την κυκλοφορία της έκτακτης έκδοσης της Istanbul Ekspres, ομάδες νεαρών, έχοντας ως βάση εξορμήσεως τα γραφεία της οργάνωσης Η Κύπρος είναι τουρκική (Kibris Türktür Cemiyeti), άρχισαν να διέρχονται τους κεντρικούς δρόμους της Κωνσταντινούπολης διανέμοντας αφίσες, οι οποίες αναπαριστούσαν τη Μεγαλόνησο εντός της τουρκικής σημαίας και κραυγάζοντας υβριστικά συνθήματα εναντίον των Ελλήνων. Μέσα σε αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Taksim, κατόπιν εγκρίσεως του ίδιου του Τούρκου Πρωθυπουργού, με αφορμή τη διεξαγωγή της Τριμερούς Διάσκεψης στο Λονδίνο.2 Αντίστοιχες εκδηλώσεις είχαν προγραμματιστεί σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, ύστερα από πρόσκληση των φοιτητικών οργανώσεων και της K.T.C., προκειμένου να προβληθούν οι τουρκικές αξιώσεις στο Κυπριακό.3

Ο αναβρασμός τον οποίο προκάλεσε το ψευδές δημοσίευμα της Istanbul Ekspres, σε συνδυασμό με την προπαγανδιστική δράση των μελών της K.T.C., δημιούργησαν ένα κλίμα εθνικιστικής υστερίας, μετατρέποντας το συλλαλητήριο της πλατείας Taksim σε μια απροκάλυπτη επίθεση εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Εντούτοις, τα Σεπτεμβριανά δεν συνιστούσαν μια αυθόρμητη εκδήλωση του τουρκικού εθνικισμού, αλλά μια άριστα προσχεδιασμένη επιχείρηση, απώτερος στόχος της οποίας ήταν η καταστροφή των ελληνικών κοινοτήτων. Σύμφωνα με τις μετέπειτα εκτιμήσεις της αστυνομίας, στα ανθελληνικά επεισόδια της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου συμμετείχαν 100.000 διαδηλωτές, οι οποίοι διαιρέθηκαν σε μικρότερες ομάδες που απαρτίζονταν από δέκα έως σαράντα άτομα. Οι ομάδες κρούσης, εκ των οποίων εκάστη διέθετε τον δικό της αρχηγό, ήταν εξοπλισμένες με ποικίλα όργανα καταστροφής, τα οποία είτε ήταν αυτοσχέδια είτε είχαν προπαρασκευαστεί εκ των προτέρων. Πριν από την έναρξη της επίθεσης, τα αντικείμενα αυτά τοποθετήθηκαν σε κεντρικά σημεία της Πόλης. Επιπλέον, ένα οργανωμένο δίκτυο ιδιωτικών οχημάτων, δημόσιων λεωφορείων, ακόμη και πλοίων τέθηκε στη διάθεση των διαδηλωτών, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η έγκαιρη μεταφορά τους παντού.4

Σε μια προσπάθεια να διευκολυνθεί ο εντοπισμός των προς εξουδετέρωση στόχων, συντάχθηκαν αναλυτικοί κατάλογοι με τις διευθύνσεις των κατοικιών και των χώρων εργασίας των μη Μουσουλμάνων της Πόλης, με αποτέλεσμα τα επεισόδια να επεκταθούν ακόμη και στις πιο απομακρυσμένες συνοικίες της. Παράλληλα, οι Μουσουλμάνοι κλήθηκαν, κατόπιν υποδείξεως των αρχών ασφαλείας, να αναρτήσουν τουρκικές σημαίες έξω από τα σπίτια και τα καταστήματά τους, αφήνοντας ταυτόχρονα όλα τα φώτα αναμμένα, εν αντιθέσει με τις περιουσίες των Ελλήνων οι οποίες βυθίστηκαν σκοπίμως στο σκοτάδι, με την ελπίδα ότι θα διέρχονταν απαρατήρητες.5

Η κινητή και η ακίνητη περιουσία της ελληνικής μειονότητας, η οποία διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Κωνσταντινούπολης έχοντας υπό τον έλεγχό της ένα μεγάλο τμήμα της αγοράς της, δέχθηκε συστηματική επίθεση κατά τη διάρκεια του πογκρόμ. Κάθε ομάδα κρούσης περιελάμβανε μια εμπροσθοφυλακή, αποστολή της οποίας ήταν να παραβιάσει τα ρολά ασφαλείας, θρυμματίζοντας τις προθήκες των καταστημάτων. Εν συνεχεία, ακολουθούσε ένα δεύτερο κύμα επιδρομέων, το οποίο επιδιδόταν στη λεηλασία και την καταστροφή των εμπορευμάτων ή του τεχνολογικού εξοπλισμού των επιχειρήσεων, βάσει ενός συντονισμένου σχεδίου. Στο πλαίσιο αυτό, τα προϊόντα και τα μηχανήματα μεταφέρονταν στον δρόμο, όπου κομματιάζονταν εν μέσω των αλαλαγμών του πλήθους. Απόρροια του παροξυσμού υπό τον οποίο το τελευταίο τελούσε, ήταν να καταστούν μέσα σε λίγες ώρες οι δρόμοι απροσπέλαστοι από κάθε λογής λογής κατεστραμμένα αντικείμενα.6

Οι ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν ολοσχερώς τη νύχτα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, υπολογίζονται, σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, σε 4.000 έως 4.500, αριθμός ο οποίος αντιστοιχούσε στο 90% του συνόλου αυτών. Σοβαρές φθορές υπέστησαν τα γραφεία και τα καταστήματα των Ελλήνων στη νέα Κωνσταντινούπολη, κυρίως στη λεωφόρο Ανεξαρτησίας (Istiklal), την άλλοτε Μεγάλη Οδό του Πέρα και στην περιοχή του Taksim, η οποία αποτελούσε το οικονομικό κέντρο της ευρύτερης γεωγραφικής περιφέρειας. Παράλληλα όμως, καίριο πλήγμα καταφέρθηκε και στην οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων στο παλαιό τμήμα της Πόλης, ιδιαίτερα κατά μήκος των ακτών του Κεράτιου Κόλπου και των βορείων ακτών της Θάλασσας του Μαρμαρά. Η καταστροφή των ελληνικών επιχειρήσεων είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία 8.700 περίπου ανέργων, απειλώντας με κατάρρευση την οικονομική βάση των ελληνικών κοινοτήτων.7

Στο στόχαστρο των ταραχοποιών βρέθηκαν και οι κατοικίες των μη Μουσουλμάνων. Οι επιδρομείς εισέβαλλαν στο εσωτερικό των σπιτιών, είτε παραβιάζοντας την κεντρική εξώπορτα είτε σκαρφαλώνοντας από τα παράθυρα με ανεμόσκαλες. Όσοι ένοικοι δεν είχαν κατορθώσει εγκαίρως να διαφύγουν, περιορίζονταν σε μια γωνία του σπιτιού τους, από όπου παρακολουθούσαν έντρομοι, δίχως να έχουν τη δυνατότητα να αντιδράσουν, τη διάλυση του νοικοκυριού τους, τα απομεινάρια του οποίου εκσφενδονίζονταν στον δρόμο. Μολονότι αρκετοί Τούρκοι προστάτεψαν τους αλλόθρησκους συμπολίτες τους κρύβοντάς τους στα δικά τους σπίτια ή προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση έναντι των εισβολέων, η λεηλασία των κατοικιών έγινε σε πολλές περιπτώσεις καθ’ υπόδειξιν των Τούρκων γειτόνων τους.8

Παρ’ όλο που η καταστροφή την οποία υπέστησαν οι επιχειρήσεις των Ελλήνων ήταν μεγαλύτερης κλίμακας εν συγκρίσει με εκείνη των σπιτιών τους, η επίθεση κατά της ελληνικής οικίας αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα τόσο στην οργάνωση, όσο και στην εκτέλεση του πογκρόμ. Απώτερος στόχος των επιθέσεων αυτών, οι οποίες διέθεταν έναν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα εφόσον εναντίον του ίδιου σπιτιού εφορμούσαν αλλεπάλληλα κύματα ταραχοποιών, ήταν να πλήξουν τον βασικό συνεκτικό ιστό της ελληνικής μειονότητας, προκειμένου να επιτευχθεί η εκδίωξή της από την Κωνσταντινούπολη. Ο κύριος όγκος των επιδρομών εις βάρος των ελληνικών κατοικιών – υπολογίζεται ότι 1.000 περίπου καταστράφηκαν παντελώς και 2.500 υπέστησαν βανδαλισμούς – διενεργήθηκε ως επί το πλείστον στην παλαιά Πόλη. Όμως, εξίσου εκτεταμένες ζημιές σημειώθηκαν και στη νέα Κωνσταντινούπολη, δεδομένου ότι σε αυτήν την περιοχή διέμενε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων.9

Το αποτέλεσμα ήταν να περιέλθουν πολλοί Έλληνες, οι οποίοι μέσα σε λίγες ώρες έχασαν όλα τα υπάρχοντά τους, σε καθεστώς απόλυτης ένδειας. Η απώλεια των εργασιών τους, αλλά και οι σοβαρές φθορές τις οποίες υπέστησαν οι κατοικίες τους, στέρησαν τα μέσα βιοπορισμού από χιλιάδες ελληνικές οικογένειες, καταδικάζοντας τα μέλη τους σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Το πρόβλημα της πείνας, σε συνδυασμό με την έλλειψη ρουχισμού και στέγης προσέλαβαν σύντομα εκρηκτικές διαστάσεις, κυρίως στις φτωχές συνοικίες της παλαιάς Κωνσταντινούπολης, όπου πολλές οικογένειες δεν είχαν στην κυριολεξία πού την κεφαλήν κλίναι. Η απροθυμία της τουρκικής κυβέρνησης να συστήσει έναν επίσημο οργανισμό αρωγής προς τα θύματα του πογκρόμ, καθώς και η παρελκυστική πολιτική την οποία ακολούθησε ως προς το ζήτημα της καταβολής των αποζημιώσεων, συνετέλεσαν στην περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης.10

Εντούτοις, οι συνέπειες του πογκρόμ δεν ήταν μόνο οικονομικές. Και τούτο διότι η επίθεση κατά της ελληνικής μειονότητας δεν περιορίστηκε μονάχα στην καταστροφή και τη λεηλασία των περιουσιακών της στοιχείων, αλλά περιελάμβανε και την άσκηση σωματικής βίας. Στο στόχαστρο του τουρκικού όχλου βρέθηκε ο ορθόδοξος κλήρος, ο οποίος κακοποιήθηκε βάναυσα. Η ανηλεής επίθεση την οποία υπέστησαν ο Ηγούμενος της ιστορικής Μονής της Ζωοδόχου Πηγής στο Βαλουκλή, Επίσκοπος Παμφίλου Γεράσιμος και ο ενενηντάχρονος Αρχιμανδρίτης Χρύσανθος Μαντάς, η σορός του οποίου δεν βρέθηκε ποτέ, είναι το πιο χαρακτηριστικό όχι όμως και το μοναδικό παράδειγμα, δεδομένου ότι σε ολόκληρη την Κωνσταντινούπολη παρατηρήθηκαν πολυάριθμα κρούσματα βιαιοπραγιών και προπηλακισμών εναντίον ορθόδοξων ιερέων, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε κάθε μορφής εξευτελισμούς.11 Στόχο επιθέσεων αποτέλεσε και το ποίμνιό τους, καθώς εκατοντάδες Έλληνες έπεσαν θύματα άγριου ξυλοδαρμού. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, τα χτυπήματα τα οποία δέχτηκαν ήταν τόσο βίαια, ώστε υπέκυψαν στα τραύματά τους. Αν και πολλοί θάνατοι δεν κατεγράφησαν εξαιτίας του χάους που επακολούθησε, θεωρείται ότι τουλάχιστον 30 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου.12

Παράλληλα όμως, μια εξίσου τακτική μορφή βίας κατά τη διάρκεια του πογκρόμ αποτέλεσε και ο βιασμός. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς του αρχηγού της αστυνομίας της Κωνσταντινούπολης, ο αριθμός των θυμάτων σεξουαλικής βίας ήταν ιδιαίτερα μεγάλος, εάν ληφθεί υπ’ όψιν το γεωγραφικό εύρος των επιθέσεων. Πολλά κρούσματα βιασμών σημειώθηκαν κυρίως στην παλαιά Κωνσταντινούπολη, ενώ υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις δημόσιων βιασμών, οι οποίοι διαπράχθηκαν με πρωτοφανή αγριότητα. Τα περιστατικά σεξουαλικής βίας, εκ των οποίων πολλά έλαβαν χώρα εντός των σπιτιών των Ελλήνων, δεν κατεγράφησαν επειδή τα θύματα επέλεξαν τη σιωπή. Και τούτο διότι ο βιασμός θεωρείτο από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ακραία παραβίαση όχι μόνο της προσωπικής, αλλά και της οικογενειακής τους τιμής, προσβάλλοντας βάναυσα την ιερότητα της οικογένειας. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις του Έλληνα Γενικού Προξένου στην Κωνσταντινούπολη, Άγη Καψαμπέλη, κατά τη διάρκεια των ανθελληνικών επεισοδίων έλαβαν χώρα 200 βιασμοί, ενώ υπήρχαν αναφορές ακόμη και για περιστατικά σεξουαλικής βίας εναντίον αγοριών, αλλά και αναγκαστικής περιτομής. Η μεγάλη έκταση την οποία προσέλαβε το φαινόμενο των βιασμών, προκάλεσε ανήκεστο ηθική βλάβη στην ελληνική κοινότητα, ενσπείροντας στα μέλη της τον τρόμο και ένα αίσθημα ανασφάλειας για το μέλλον τους στην Τουρκία. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η διαρροή εκατοντάδων οικογενειών από το ιστορικό τους λίκνο προς τη νέα Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, άρχισε να παρατηρείται μια ολοένα και αυξανόμενη τάση φυγής των Ελλήνων από την Πόλη, απειλώντας με συρρίκνωση την ελληνική κοινότητα.13

Μια ιδιαιτέρως σοβαρή μορφή ηθικής βίας αποτέλεσε η καταστροφή και η βεβήλωση των ορθόδοξων ναών και των κοιμητηρίων που διατηρούσαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Ιερά σκεύη, άμφια, εικόνες και έργα βυζαντινής τέχνης ανεκτίμητης ιστορικής αξίας παραδόθηκαν στη μανία των διαδηλωτών, οι οποίοι δεν περιορίστηκαν μόνο στη δήωση των ιερών ναών, αλλά προχώρησαν ακόμα και στην πυρπόλησή τους. Η κηλίδωση ιερών αντικειμένων από σωματικές ακαθαρσίες, καθώς και ο εμπαιγμός των λατρευτικών τελετών και των ταφικών εθίμων της ορθόδοξης πίστης αποτέλεσαν πράξεις ιεροσυλίας, οι οποίες επαναλήφθηκαν με ιδιαίτερη συχνότητα κατά τη διάρκεια του πογκρόμ. Καίτοι δεν υπάρχουν τελικοί κατάλογοι με τον ακριβή αριθμό των ναών που καταστράφηκαν, υπολογίζεται ότι περίπου 90 από τους 95 ναούς οι οποίοι υπάγονταν στην Αρχιεπισκοπή της Κωνσταντινούπολης, υπέστησαν ζημιές ή καταστράφηκαν ολοσχερώς, κυρίως στις απόμακρες ενορίες της παλαιάς Πόλης, κτισμένες στις καστρόπορτες γύρω από το Θεοδοσιανό Τείχος.14

Ενδεικτικό της μισαλλοδοξίας του τουρκικού όχλου, ήταν το γεγονός ότι από το μένος του δεν διέφυγαν ούτε οι νεκροί της ελληνικής μειονότητας. Οι διαδηλωτές επέδραμαν εναντίον των νεκροταφείων του Σισλί και του Βαλουκλή, όπου βρίσκονταν οι τάφοι των Οικουμενικών Πατριαρχών, θρυμματίζοντας τις επιτύμβιες πλάκες και τους σταυρούς, ενώ δεν δίστασαν να ανασκάψουν ακόμη και τα μνήματα, διασκορπίζοντας τα οστά των νεκρών στον δρόμο. Ιδιαίτερα αλγεινή εντύπωση προκάλεσε όχι μόνο η σύληση και η βεβήλωση των τάφων, αλλά και η άσκηση βίας κατά των λειψάνων, η οποία θεωρήθηκε ως μια μορφή αντισταθμιστικής βίας, αφού υπήρχε ρητή εντολή να αποφευχθούν οι δολοφονίες κατά τη διάρκεια του πογκρόμ.15

Η δήωση των ιερών ναών και των θρησκευτικών τους ιδρυμάτων επέφερε ένα καίριο ψυχολογικό πλήγμα στα μέλη της ελληνικής μειονότητας, δεδομένου ότι συνιστούσε κατάφωρη πράξη ιεροσυλίας και βάναυσης προσβολής της πίστης τους. Τέσσερις ημέρες μετά τις ανθελληνικές ταραχές επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεία του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, η οποία χαρακτήρισε «το έγκλημα που διεπράχθη» ως τη «χείριστη θεομηνία που έπληξε ποτέ τη Χριστιανική Εκκλησία τους τελευταίους καιρούς». Όμως, η πιο εύγλωττη μαρτυρία της πραγματικής έκτασης την οποία προσέλαβε η καταστροφή, αποτέλεσε το υπόμνημα το οποίο υπέβαλε στις 15 Νοεμβρίου 1955 προς τον Τούρκο Πρωθυπουργό ο Οικουμενικός Πατριάρχης, Αθηναγόρας:

“Παρακαταθήκη αιώνων, ολόκληρος πολιτισμός, αποτελών σέμνωμα της χώρας και πανανθρώπινον κτήμα, προσεβλήθη ακατονομάστως εις τα καίρια αυτού. Τα όσια και τα ιερά της πίστεως ημών εβεβηλώθησαν…Κατεστράφησαν πολύτιμα ιερά σκεύη και άμφια. Εξωρύχθησαν οφθαλμοί ιερών εικόνων. Ιστορικά έργα τέχνης, ανεκτιμήτου αξίας, ηφανίσθησαν. Τα ιερώτατα της λατρείας ερρυπάνθησαν, ενεπαίχθησαν και εσυλήθησαν κατά τρόπον επαίσχυντον. Ανεσκάφησαν τάφοι, μηδέ των πατριαρχικών εξαιρουμένων. Νωπά λείψανα κατακρεουργήθησαν. Σωροί οστών εξήχθησαν εκ του τόπου αναπαύσεως αυτών και κατεκάησαν. Οι κληρικοί ανεζητήθησαν παντού, όπου ανευρέθησαν εκακοποήθησαν…Σκηναί φρίκης διεδραματίσθησαν […]”.16

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πογκρόμ, οι δυνάμεις της τάξης όχι μόνο δεν επενέβησαν, αλλά αντιθέτως επέδειξαν προκλητική ανοχή και απάθεια. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις στάθηκαν αρωγοί στο καταστροφικό έργο των ταραχοποιών λαμβάνοντας ενεργό μέρος στα επεισόδια. Η παθητική στάση των αστυνομικών αρχών της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν απόρροια της αδυναμίας τους να θέσουν υπό έλεγχο τη δράση του πλήθους, αλλά ρητής κυβερνητικής εντολής, αφού από τον Αύγουστο του 1955 βρίσκονταν σε διαρκή ετοιμότητα. Ως εκ τούτου, είχαν ληφθεί αυστηρά μέτρα για την προστασία τόσο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος, τα οποία βρίσκονταν υπό στενή επιτήρηση, τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη των ανθελληνικών ταραχών.17

Τα επεισόδια εις βάρος της ελληνικής κοινότητας δεν περιορίστηκαν μόνο στην Κωνσταντινούπολη, αλλά επεκτάθηκαν και στην πόλη της Σμύρνης. Το πλήθος όχι μόνο έκαψε εν μέσω ανθελληνικών συνθημάτων την ελληνική σημαία, η οποία κυμάτιζε στην πλατεία Konak στο πλαίσιο διεξαγωγής διεθνούς εκθέσεως, αλλά επιτέθηκε και στο ελληνικό περίπτερο, πυρπολώντας το κτήριο. Η άρνηση των υπαλλήλων του Προξενείου της Ελλάδος να αναρτήσουν την τουρκική σημαία εξόργισε τους διαδηλωτές, οι οποίοι το περιέχυσαν με βενζίνη. Στόχο επίθεσης αποτέλεσαν και οι κατοικίες έξι Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι υπηρετούσαν στο εκεί κλιμάκιο του ΝΑΤΟ. Στις 02.00 περίπου μετά τα μεσάνυχτα της 7ης Σεπτεμβρίου, ο πρωθυπουργός Adnan Menderes, ο οποίος βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Άγκυρα, επέστρεψε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη, κηρύσσοντας την επιβολή στρατιωτικού νόμου. Ωστόσο, το μέτρο αυτό ελήφθη πολύ αργά, όταν είχε ήδη συντελεστεί η καταστροφή.18

Με επίσημο ανακοινωθέν το οποίο εκδόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1955, η κυβέρνηση Menderes εξέφρασε τη βαθύτατη λύπη της για τις ζημιές τις οποίες υπέστη η ελληνική μειονότητα. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός επέρριψε την ευθύνη για τις ταραχές στους κομμουνιστές, υπογραμμίζοντας τη δέσμευσή του για την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Η ερμηνεία του πογκρόμ ως σκευωρίας του διεθνούς κομμουνισμού επαναλήφθηκε και κατά τη διάρκεια της έκτακτης συνεδρίασης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1955. Εντούτοις, ο ισχυρισμός ότι «η αθώα συγκέντρωση της νεολαίας, τα εθνικά αισθήματα της οποίας διεγέρθηκαν από την είδηση περί της επικείμενης σφαγής των Τουρκοκυπρίων στις 28 Αυγούστου, κατέστη αντικείμενο εκμετάλλευσης από ερυθρούς πράκτορες, οι οποίοι τη μετέτρεψαν σε εθνική συμφορά» αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από τους ξένους παρατηρητές. Και τούτο διότι αφ’ ενός ο αριθμός των κομμουνιστών στην Τουρκία ήταν πολύ μικρός και αφ’ ετέρου οι δραστηριότητές τους τελούσαν υπό το άγρυπνο βλέμμα της μυστικής αστυνομίας. Ως εκ τούτου, ήταν αδύνατον να έχουν εξυφάνει και εκτελέσει ένα σχέδιο, για την υλοποίηση του οποίου απαιτείτο η κινητοποίηση και η συντονισμένη δράση ενός πλήθους ατόμων.19

Η θεωρία αυτή προβλήθηκε από τον Menderes, προκειμένου να αποκρύψει τον παρασκηνιακό ρόλο της κυβέρνησής του στον σχεδιασμό, την οργάνωση και την εκτέλεση του ανθελληνικού πογκρόμ, απώτερος στόχος του οποίου ήταν η εξυπηρέτηση της καινούργιας πολιτικής την οποία είχε υιοθετήσει η Άγκυρα στο Κυπριακό. Η αναθεώρηση της τουρκικής στάσης επί του θέματος ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την απόφαση της κυβέρνησης Παπάγου να προχωρήσει τον Αύγουστο του 1954 στη διεθνοποίηση του ζητήματος της Μεγαλονήσου. Η εν λόγω πρωτοβουλία προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Βρετανίας, για την οποία ο έλεγχος της Κύπρου αποτελούσε conditio sine qua non για τη διατήρηση της επιρροής της στην εξέχουσας στρατηγικής σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής. Στην προσπάθειά της να αναζητήσει διπλωματικά ερείσματα για την προαγωγή των αξιώσεών της, επιδίωξε την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας για τη Μεγαλόνησο, αναγορεύοντάς την σε καταλυτικό παράγοντα των εξελίξεων στο Κυπριακό. Η κυβέρνηση Menderes, η οποία αντιλήφθηκε την άκρως μειονεκτική θέση στην οποία είχε περιέλθει το Λονδίνο, έσπευσε να αξιοποιήσει την απροσδόκητη ευκαιρία που της παρουσιαζόταν, προκειμένου να αποστρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης από τα σοβαρά προβλήματα, τα οποία ταλάνιζαν τη χώρα μετά την αποτυχία φιλελευθεροποίησης της οικονομίας της.20

Απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση της πολιτικής την οποία υιοθέτησε η κυβέρνηση Menderes στο Κυπριακό, ήταν η εξασφάλιση της συναίνεσης της τουρκικής κοινής γνώμης. Καθοριστικό ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή διαδραμάτισαν οι διάφορες εθνικιστικές οργανώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της τουρκικής πολιτικής, επιτρέποντας στον Τούρκο Πρωθυπουργό να αποκρύψει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την παρασκηνιακή δράση της κυβέρνησής του. Οι οργανώσεις αυτές αποδύθηκαν σε μια συντονισμένη ανθελληνική εκστρατεία, στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκαν τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και η ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης. Αναμοχλεύοντας τα εθνικιστικά πάθη του τουρκικού λαού, αλλά και την καχυποψία την οποία εξακολουθούσε να τρέφει ένα σεβαστό τμήμα του απέναντι στις μειονότητες, οι εθνικιστικές οργανώσεις άρχισαν από το 1954 να καλλιεργούν με τη συγχορδία του Τύπου μια ατμόσφαιρα εθνικιστικής υστερίας, η οποία αφ’ ενός διαμόρφωσε τις κατάλληλες συνθήκες για την εκτέλεση του πογκρόμ και αφ’ ετέρου επέτρεψε την ενεργό εμπλοκή της κυβέρνησης Menderes στο ζήτημα της Μεγαλονήσου.21

Πρωταρχικό ρόλο στην αναγωγή του Κυπριακού σε μείζον εθνικό θέμα της Τουρκίας διαδραμάτισε η οργάνωση Η Κύπρος είναι τουρκική, η οποία συγκροτήθηκε στις 24 Αυγούστου 1954 κατόπιν πρωτοβουλίας της Εθνικής Ένωσης Τούρκων Φοιτητών. Απώτερος στόχος της Kibris Türktür Cemiyeti ήταν αφ’ ενός η παροχή κάθε είδους αρωγής προς τους Τουρκοκυπρίους και αφ’ ετέρου η κινητοποίηση της τουρκικής κοινής γνώμης για το ζήτημα της Μεγαλονήσου μέσω της διοργάνωσης εκδηλώσεων διαμαρτυρίας σε ολόκληρη τη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, η οργάνωση, έμβλημα της οποίας υπήρξε η Κύπρος εντός της τουρκικής σημαίας, προχώρησε στη δημιουργία ενός δικτύου τοπικών παραρτημάτων, εξαπλώνοντας τη δράση της  στο σύνολο της τουρκικής επικράτειας.22

Στην προσπάθειά του να προωθήσει την επιθετική πολιτική την οποία σφυρηλάτησε στο Κυπριακό, ο Menderes έσπευσε να αξιοποιήσει τις δυνατότητες τις οποίες του προσέφερε η νεοπαγής οργάνωση, ενσωματώνοντάς την στον μηχανισμό του Δημοκρατικού Κόμματος. Ως εκ τούτου, προσκάλεσε στις 29 Αυγούστου 1954 τα μέλη της σε μια συγκέντρωση στα γραφεία του Βαλή της Κωνσταντινούπολης, οπότε και έθεσε την K.T.C. υπό την αιγίδα της κυβέρνησής του, αναλαμβάνοντας τη χρηματοδότηση των ενεργειών της. Μολονότι η σύστασή της δεν προήλθε από πρωτοβουλία του Δημοκρατικού Κόμματος, η K.T.C. ανέπτυξε στενούς δεσμούς με την τουρκική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε εκτελεστικό όργανο της πολιτικής της. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της οργάνωσης βρίσκονταν σε απευθείας επικοινωνία με τα ανώτατα κυβερνητικά κλιμάκια, ενώ την ίδια στιγμή υψηλόβαθμα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος πρωταγωνίστησαν στη στελέχωσή της, αναλαμβάνοντας το αξίωμα του προέδρου στα τοπικά της παραρτήματα.23

Η ίδρυση της K.T.C. σηματοδότησε αφ’ ενός την απόφαση του Τούρκου Πρωθυπουργού να εγκαταλείψει την επιτηδευμένη στάση ουδετερότητας την οποία τηρούσε επί του θέματος της Κύπρου, υιοθετώντας μια άκρως επιθετική πολιτική και αφ’ ετέρου την υποδαύλιση των ανθελληνικών ενεργειών από την ίδια την τουρκική κυβέρνηση. Ενδεικτικό ήταν το γεγονός ότι το διοικητικό συμβούλιο της οργάνωσης, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης την οποία συγκάλεσε τον Αύγουστο του 1954, προχώρησε σε μια ολομέτωπη επίθεση κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, καλώντας τον Αλέξανδρο Χατζόπουλο, βουλευτή της ελληνικής μειονότητας στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, να συμμετάσχει στη διοικούσα επιτροπή της. Παράλληλα, απαίτησε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη να απευθύνει συστάσεις προς τα σωματεία και τις κοινότητες της ελληνικής κοινότητας, ούτως ώστε να δηλώσουν εγγράφως την υποστήριξή τους έναντι των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό.24

Η δράση των εθνικιστικών οργανώσεων, σε συνδυασμό με την εμπρηστική αρθρογραφία του Τύπου, κλιμακώθηκαν προϊόντος του χρόνου, με αποτέλεσμα να αρχίσει να στενεύει ο κλοιός γύρω από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Κομβικό σημείο για τη σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης Menderes στο ζήτημα της Μεγαλονήσου, αλλά και της ελληνικής μειονότητας αποτέλεσε η έναρξη στις αρχές Απριλίου 1955 του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), ο οποίος στρεφόταν εναντίον των βρετανικών αρχών κατοχής. Συνειδητοποιώντας πλέον ότι ήταν ο μοναδικός στρατηγικός εταίρος της Βρετανίας στη διαμάχη γύρω από το μελλοντικό καθεστώς του νησιού, η Άγκυρα άρχισε να εκδηλώνει ενεργά το ενδιαφέρον της για τις εξελίξεις στη Μεγαλόνησο. Ως εκ τούτου, ο τουρκικός τύπος δεν δίστασε να ασκήσει δριμεία κριτική σε βάρος της αποικιακής διοίκησης της Νήσου για την αδυναμία της να πατάξει τη δράση της ΕΟΚΑ, υποστηρίζοντας ότι οι Τουρκοκύπριοι έχρηζαν της προστασίας της Άγκυρας από τις τρομοκρατικές ενέργειες των Ελληνοκυπρίων.25

Μετά την επίσημη πρόσκληση την οποία απηύθυνε στις 30 Ιουνίου 1955 το Λονδίνο προς τις κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας, προκειμένου να συμμετάσχουν στις εργασίες της Τριμερούς Διάσκεψης, η ανθελληνική εκστρατεία της K.T.C και του Τύπου προσέλαβε απροκάλυπτο χαρακτήρα. Οι τουρκικές εφημερίδες διεξήγαγαν μια ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επιχειρώντας σκοπίμως να εμπλέξουν το Φανάρι στο Κυπριακό. Στο πλαίσιο αυτό, κάλεσαν τον Αθηναγόρα να αποδοκιμάσει τη δράση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, λαμβάνοντας πειθαρχικά μέτρα εναντίον του. Η αξίωση αυτή συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του θεσμικού ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι αρμοδιότητες του οποίου βάσει της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) είχαν αυστηρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Συν τοις άλλοις, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν όχι μόνο εκλεγμένος ηγέτης των Ελλήνων της Μεγαλονήσου, αλλά συνάμα και επί κεφαλής της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Κύπρου, επί της οποίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν διέθετε καμία απολύτως διοικητική αρμοδιότητα.26

Η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη να μην αναμειχθεί στο ζήτημα της Κύπρου εξόργισε τον Τύπο, ο οποίος επιτίθετο καθημερινά εναντίον του. Μόνιμη επωδός των τουρκικών εφημερίδων ήταν ότι το Φανάρι εξύφαινε σχέδια συνωμοσίας εναντίον της Τουρκίας, ενισχύοντας οικονομικά τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ. Υπό το πρίσμα αυτό, άρχισε να προβάλλεται ανοικτά μέσα από τις στήλες τους το αίτημα της απομάκρυνσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου από την ιστορική του έδρα, κατηγορώντας τον Αθηναγόρα ως πράκτορα της Μεγάλης Ιδέας. Οι αιτιάσεις εις βάρος του Φαναρίου ήταν ολωσδιόλου ανυπόστατες, αφού δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον του. Από τη στιγμή της ανάρρησής του στον οικουμενικό θρόνο, ο Αθηναγόρας δεν έπαψε ευκαιρίας δοθείσης να εκφράζει την αφοσίωσή του προς την Τουρκία. Οι δηλώσεις του δεν υπέκρυπταν καμία απολύτως υστεροβουλία, δεδομένου ότι αποτελούσε ένθερμο θιασώτη της ελληνοτουρκικής φιλίας, αποφεύγοντας επιμελώς δηλώσεις ή ενέργειες, οι οποίες θα μπορούσαν να παρερμηνευθούν από την πλευρά της Άγκυρας. Ως εκ τούτου, όχι μόνο δεν παρείχε κανενός είδους υποστήριξη στον αγώνα των Ελληνοκυπρίων, αλλά αντιθέτως τασσόταν υπέρ της διατήρησης του status quo στη Μεγαλόνησο. Και τούτο διότι φοβόταν ότι η διαμάχη για το νομικό καθεστώς της τελευταίας, θα κατέστρεφε το οικοδόμημα της ελληνοτουρκικής φιλίας. Μολονότι ουδέποτε άσκησε δημοσίως κριτική στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ώστε να μην προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διαφωνούσε με την ανάμειξη του προκαθημένου της Εκκλησίας της Κύπρου στον πολιτικό στίβο.27

Το φαινόμενο της διασποράς αναληθών ειδήσεων άρχισε να προσλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις, όσο πλησίαζε η ημερομηνία σύγκλησης της Τριμερούς Διάσκεψης στο Λονδίνο, καλλιεργώντας μια ατμόσφαιρα εθνικιστικής υστερίας εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Η κλιμάκωση της έντασης, η οποία μεθοδεύτηκε βήμα προς βήμα από την κυβέρνηση Menderes, συνέπεσε με την ανάληψη στις 27 Ιουλίου 1955 της ηγεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών από τον Fatin Rüştü Zorlu. Η αντικατάσταση του Mehmet Fuat Köprülü δεν ήταν διόλου τυχαία, δεδομένου ότι σηματοδοτούσε την απόφαση του Τούρκου Πρωθυπουργού να ασκήσει μια άκρως επιθετική πολιτική στο Κυπριακό. Ο νέος Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ο οποίος συμμεριζόταν πλήρως τις αδιάλλακτες απόψεις του Menderes, διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην εκτράχυνση της όλης κατάστασης, δίνοντας το σύνθημα για την έναρξη του πογκρόμ.28

Το αποκορύφωμα αυτής της εκστρατείας παραπληροφόρησης ήταν η κατασκευή και η διάδοση της ψευδούς είδησης ότι στις 28 Αυγούστου 1955 επέκειτο γενική σφαγή των Τουρκοκυπρίων. Ο επί κεφαλής των Τουρκοκυπρίων Fazil Küçük, απέστειλε στις 13 Αυγούστου 1955 προς τον πρόεδρο της K.T.C., Hikmet Bill, επιστολή στην οποία εξέφραζε την ανησυχία του όχι μόνο για την επιδείνωση της κατάστασης στη Μεγαλόνησο, αλλά και για το ενδεχόμενο μελλοντικής επίθεσης των Ελληνοκυπρίων εναντίον τους. Ο πρόεδρος της K.T.C. εξέδωσε στις 16 Αυγούστου μυστική εγκύκλιο προς όλα τα παραρτήματα της οργάνωσης, επισημαίνοντας ότι οι Ελληνοκύπριοι επρόκειτο στις 28 Αυγούστου 1955 να προχωρήσουν σε σφαγή των Τουρκοκυπρίων. Στο τέλος της εγκυκλίου εξουσιοδοτούσε τα παραρτήματα της οργάνωσης να προβούν κατά βούληση στις δέουσες ενέργειες, διότι «το Λονδίνο και η Αθήνα θα πρέπει να καταπτοηθούν από τις αντρίκιες φωνές που θα υψωθούν στη μητέρα πατρίδα». Σε άρθρο του, το οποίο δημοσιεύτηκε στις 18 Αυγούστου στην εφημερίδα Hürriyet, ο Hikmet Bill αναπαρήγαγε αυτή την ανυπόστατη φήμη, υπογραμμίζοντας ότι οι Ελληνοκύπριοι αποκαλούσαν ήδη την 28η Αυγούστου ως «ημέρα της γενικής σφαγής». Μολονότι δεν υπήρχε κανένα απολύτως τεκμήριο το οποίο να στοιχειοθετεί τον εν λόγω ισχυρισμό, μέσα από τη μυστική εγκύκλιο την οποία εξέδωσε, αλλά και το άρθρο το οποίο δημοσίευσε, ο πρόεδρος της K.T.C. παρουσίασε αυτή την ασύστατη φήμη ως ειλημμένη απόφαση, συμβάλλοντας στη διέγερση των ανθελληνικών αισθημάτων της τουρκικής κοινής γνώμης.29

Παρόμοια στάση υιοθέτησε το σύνολο του τουρκικού Τύπου, μέσα από τις στήλες του οποίου άρχισαν πλέον να εκτοξεύονται απροκάλυπτα απειλές εναντίον της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός, έχοντας πλήρη επίγνωση του σκοπού τον οποίο εξυπηρετούσε η αναπαραγωγή της χαλκευμένης είδησης περί επικείμενης σφαγής των Τουρκοκυπρίων, όχι μόνο δεν επιχείρησε την ανασκευή της, αλλά αντιθέτως την ενστερνίστηκε, προσδίδοντάς της το κύρος και την αξιοπιστία που απέρρεαν εκ του αξιώματός του. Ο Menderes, ο οποίος επέδωσε μάλιστα σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας προς τη βρετανική κυβέρνηση, διοργάνωσε στις 24 Αυγούστου 1955 στην Κωνσταντινούπολη επίσημο δείπνο προς τιμήν των μελών της τουρκικής αντιπροσωπείας, η οποία επρόκειτο να εκπροσωπήσει τη χώρα στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκδήλωσης, στην οποία είχαν προσκληθεί και οι συντάκτες των ημερησίων εφημερίδων, σκιαγράφησε τους βασικούς άξονες της νέας πολιτικής, την οποία προτίθετο να ακολουθήσει η κυβέρνησή του στο Κυπριακό. Επίκεντρο του λόγου του ήταν η κατασκευασμένη φήμη, την οποία τόσο έντεχνα είχε διασπείρει ο Hikmet Bill. Ο Menderes εκμεταλλεύθηκε τον κίνδυνο τον οποίο υποτίθεται ότι διέτρεχε η τουρκοκυπριακή μειονότητα, για να στοιχειοθετήσει το έντονο ενδιαφέρον της Τουρκίας για τη Μεγαλόνησο, επί της οποίας, όπως ισχυρίστηκε, είχε ιστορικά δικαιώματα.30

Η τροπή την οποία άρχισαν να προσλαμβάνουν τα γεγονότα, προκάλεσε έντονη ανησυχία στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Και τούτο διότι μετά τον λόγο τον οποίο εκφώνησε ο Τούρκος Πρωθυπουργός στις 24 Αυγούστου, ο τουρκικός Τύπος επιδίδετο συστηματικά σε αλλεπάλληλες επιθέσεις εναντίον τους, θέτοντάς τους στο στόχαστρο του τουρκικού εθνικισμού. Στο πλαίσιο αυτό, τα μέλη της ελληνικής μειονότητας δέχονταν συνεχώς παρατηρήσεις διότι μιλούσαν ελληνικά στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ενώ διάφορες ιδιωτικές φιλονικίες εξελίσσονταν σε επεισόδια εξύβρισης του τουρκισμού, καταλήγοντας στα αστυνομικά τμήματα. Ο Αλέξανδρος Χατζόπουλος, συνειδητοποιώντας την εξαιρετικά δύσκολη θέση στην οποία είχε πλέον περιέλθει η ελληνική μειονότητα, επιχείρησε να αποσαφηνίσει τη στάση της με συνέντευξη την οποία παραχώρησε στις 27 Αυγούστου 1955. Ως εκ τούτου, υπογράμμισε ότι οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης όχι μόνο δεν επιθυμούσαν την αλλαγή του status quo στην Κύπρο, αλλά τουναντίον ασπάζονταν πλήρως τις απόψεις της τουρκικής κυβέρνησης επί του θέματος. Παράλληλα, επισήμανε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξακολουθούσε να παραμένει πιστός φίλος της Τουρκίας, αν και ως θρησκευτικός ηγέτης δεν επιτρεπόταν να αναμειχθεί σε αμιγώς πολιτικά ζητήματα. Εντούτοις, οι διευκρινήσεις του Έλληνα βουλευτή δεν κατόρθωσαν να κατευνάσουν το εκρηκτικό κλίμα, το οποίο επικρατούσε το καλοκαίρι του 1955 στην Κωνσταντινούπολη, ακόμη και όταν κατέστη πλέον σαφές ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν διέτρεχαν κανένα απολύτως κίνδυνο.31

Όλες αυτές οι απειλές προσέλαβαν το βράδυ της 28ης Αυγούστου 1955 τον χαρακτήρα τοπικών δοκιμαστικών κρούσεων. Οι επιθέσεις, οι οποίες διενεργήθηκαν σε διάφορες περιοχές της Κωνσταντινούπολης, θορύβησαν τόσο τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όσο και την ηγεσία της ελληνικής κοινότητας. Ο Βαλής της Κωνσταντινούπολης, Kerim Fahrettin Gökay, σε εμπιστευτικό του μήνυμα συνέστησε στον Αθηναγόρα να μην εξέρχεται για μερικές ημέρες από τον περίβολο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ανάλογες προειδοποιήσεις, οι οποίες είχαν άλλοτε τη μορφή απειλής και άλλοτε φιλικής σύστασης, απευθύνθηκαν και προς τα μέλη της ελληνικής κοινότητας. Ωστόσο, τα επεισόδια της 28ης Αυγούστου, τα οποία εκτυλίχθηκαν κάτω από τα διακριτικά βλέμματα των αστυνομικών αρχών, δεν ήταν διόλου τυχαία.32

Καθοριστικό ρόλο για τη μετάβαση από τις απροκάλυπτες απειλές στις βιαιότητες διαδραμάτισε το κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα, το οποίο έλαβε στις 28 Αυγούστου 1955 ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας από το Λονδίνο. Ο Zorlu, ο οποίος εκπροσωπούσε την Άγκυρα στις εργασίες της Τριμερούς Διάσκεψης, ζήτησε από τον Menderes να θέσει σε λειτουργία τον μηχανισμό του πογκρόμ, καθώς η κυβέρνηση Eden διατηρούσε επιφυλάξεις ως προς τη στάση την οποία θα τηρούσε η τουρκική αντιπροσωπεία. Ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας θεωρούσε ότι η οργάνωση ενός λαϊκού συλλαλητηρίου, στο οποίο θα εκφράζονταν τα αισθήματα του τουρκικού λαού για την Κύπρο, θα διευκόλυνε τη διαπραγματευτική θέση της Άγκυρας όχι μόνο έναντι της Ελλάδος, αλλά και έναντι της Μεγάλης Βρετανίας. Και τούτο διότι μια ηχηρή δημόσια εκδήλωση του ενδιαφέροντος της για τις εξελίξεις στη Μεγαλόνησο θα εξυπηρετούσε την προαγωγή των τουρκικών αξιώσεων στο Κυπριακό, το οποίο είχε πλέον αναχθεί σε μείζον εθνικό θέμα της χώρας. Συν τοις άλλοις, μια διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας στο ζήτημα αυτό θα προσέφερε μια διέξοδο στην κυβέρνηση Menderes, η οποία βρισκόταν αντιμέτωπη όχι μόνο με τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης, αλλά και με ένα διογκούμενο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, εξαιτίας του ναυαγίου της οικονομικής της πολιτικής.33

Ο ελληνόφωνος Τύπος της Κωνσταντινούπολης απαίτησε να δοθεί ένα τέλος στην ανθελληνική υστερία εκείνων των ημερών. Μολαταύτα, οι επιθέσεις των τουρκικών εφημερίδων εναντίον της ελληνικής κοινότητας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση. Στις 4 Σεπτεμβρίου, έμπιστα μέλη της K.T.C. μετέβησαν κατόπιν διαταγής του προέδρου της στην πλατεία Taksim, προκειμένου να κάψουν ελληνικές εφημερίδες, γεγονός που αποτυπώθηκε από τον φωτογραφικό φακό πέντε τουρκικών εφημερίδων ευρείας κυκλοφορίας. Συνάμα, την ίδια ημέρα άρχισε να επισπεύδεται η διανομή σε όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της πόλης 15.000 έως 20.000 περίπου πινακίδων, στις οποίες απεικονιζόταν ο χάρτης της Κύπρου εντός της τουρκικής σημαίας και η επιγραφή «Η Κύπρος είναι τουρκική».34

Μα ημέρα αργότερα ο Menderes είχε μια ενδιαφέρουσα ιδιωτική συνάντηση με τον πρόεδρο της K.T.C., κατά τη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν οι εξελίξεις στο Κυπριακό και κυρίως το μήνυμα του Zorlu από το Λονδίνο, ρυθμίζοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες για την εκτέλεση του πογκρόμ. Υπό το πρίσμα αυτό, οργανώθηκε η απόπειρα εναντίον του Τουρκικού Προξενείου στη Θεσσαλονίκη από τον Τούρκο φοιτητή, Oktay Engin. Η ενέργεια αυτή, όπως αποδείχθηκε στις δίκες της Πλάτης, οι οποίες διεξήχθησαν μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Menderes από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960 οδηγώντας στην καταδίκη του Menderes και του Zorlu εις θάνατον, αποτέλεσε προβοκάτσια της τουρκικής κυβέρνησης, σηματοδοτώντας το σύνθημα για την έναρξη των βιαιοπραγιών εις βάρος της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης.35

Η ολοσχερής καταστροφή την οποία υπέστησαν μέσα σε λίγες μόνο ώρες οι ελληνικές κοινότητες της Κωνσταντινούπολης, οι οποίες ήταν διάσπαρτες σε ολόκληρη την πόλη, οφειλόταν αφ’ ενός στη συμμετοχή ενός μεγάλου αριθμού ταραχοποιών και αφ’ ετέρου στη δράση τους βάσει ενός συντονισμένου σχεδίου, απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση του οποίου ήταν η ύπαρξη ενός οργανωμένου μηχανισμού. Υπό το πρίσμα αυτό, η κινητοποίηση ενός ογκώδους πλήθους διαδηλωτών θα ήταν αδύνατη χωρίς το ευρύ θεσμικό δίκτυο το οποίο βρισκόταν στη διάθεση του Δημοκρατικού Κόμματος, τα υψηλόβαθμα στελέχη του οποίου προχώρησαν στη στρατολόγηση ατόμων ακόμη και από τις γειτονικές επαρχίες, προκειμένου να συμμετάσχουν στα ανθελληνικά επεισόδια. Καθοριστικό ρόλο στον συγχρονισμό της δράσης και στην καθοδήγηση των διαδηλωτών διαδραμάτισαν τόσο η τοπική αστυνομία, όσο και οι Δυνάμεις Ασφαλείας, οι οποίες επέδειξαν προκλητική ανοχή κατά τη διάρκεια του πογκρόμ, επεμβαίνοντας όταν είχε ήδη συντελεστεί η καταστροφή.36

Τα Σεπτεμβριανά επιβεβαίωσαν με τον πλέον τραγικό τρόπο ότι η ιδεολογία των Νεοτούρκων, απώτερος στόχος των οποίων ήταν η εξολόθρευση των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων και η συγκρότηση ενός ομοιογενούς εθνικού κράτους, εξακολουθούσε να δεσπόζει στη μετακεμαλική Τουρκία. Υπό το πρίσμα αυτό, η σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης Menderes στο Κυπριακό ναι μεν αποτέλεσε την αφορμή για την εκδήλωση του πογκρόμ, αλλά όχι και τη γενεσιουργό αιτία της. Και τούτο διότι η Άγκυρα χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν τόσο το ζήτημα της Κύπρου, όσο και της ελληνικής μειονότητας, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις απώτερες πολιτικές της επιδιώξεις, γεγονός που καταδείκνυε τον άκρως επισφαλή χαρακτήρα του οικοδομήματος της ελληνοτουρκικής φιλίας. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτική επί του θέματος αυτού ήταν η εκτίμηση του Πρέσβεως της Γαλλίας στην Άγκυρα, Jacques Tarbé de Saint-Hardouin, ο οποίος σε εμπιστευτικές του εκθέσεις προς το Quai d’ Orsay τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από τα Σεπτεμβριανά, υπογράμμιζε ότι το Κυπριακό ανέδειξε τη μεταβλητότητα της ελληνοτουρκικής φιλίας, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους πολιτικής σκοπιμότητας από τη στιγμή που δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά αισθήματα της κοινής γνώμης. Στο πλαίσιο αυτό, προσέθετε ότι «το Κυπριακό μπορεί να έχει επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών … Όμως, δεν είναι στο διπλωματικό πεδίο, αλλά στα βαθύτερα αισθήματα των δύο λαών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη όπου Έλληνες και Τούρκοι συμβιώνουν, που οι διεκδικήσεις της Ένωσης μπορεί να ρίξουν ένα επικίνδυνο δηλητήριο».37

Η Μηχανή του Χρόνου. Οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης. Τα Σεπτεμβριανά του 1955

  • Alexandris Alexis, The Greek Minority of Istanbul and Greek – Turkish Relations, 1918 – 1974, Centre for Asia Minor Studies, Αθήνα, 1992., Θεοδωρόπουλος Βύρων, «Έκθεση Β. Γεν. Προξενείου Κων/πόλεως επί των ανθελληνικών γεγονότων της 6ης Σεπτεμβρίου 1955», στο Πενήντα Χρόνια από τα Σεπτεμβριανά, Κωνσταντινούπολη, Πρίν – Τότε – Μετά, επιμέλεια και επιλογή κειμένων Ειρήνη Σαριόγλου – Καίτη Σαριόγλου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα, 2005.
  • Βρυώνης Σπύρος, Ο μηχανισμός της καταστροφής, Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, (The mechanism of catastrophe, The Turkish pogrom of September 6 – 7, 1955 and the destruction of the greek community of Istanbul) μετάφραση Λευτέρης Γιαννακουδάκης, επιμέλεια Παναγιώτης Σουλτάνης, Εστία, Αθήνα, 2007.
  • Güven Dilek, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955), μετάφραση Σοφία Αυγερινού, Εστία, Αθήνα, 2006.
  • Hatzivassiliou Evanthis, «The Riots in Turkey, in September 1955: A British Document», Balkan Studies, 31, Θεσσαλονίκη, 1990, pp. 165 – 176.
  • Hatzivassiliou Evanthis, «The Lausanne Treaty Minorities in Greece and Turkey and the Cyprus Question, 1954 – 1959», Balkan Studies, 32, 1991, pp. 145 – 161.
  • Holland Robert, «Greek – Turkish Relations, Istanbul and British Rule in Cyprus, 1954 – 1959: Some Excerpts from the British Public Archive», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10, 1993 – 1994, pp. 327-365.
  • Howard Douglas, The History of Turkey, Greenwood Press, Λονδίνο, 1999.
  • Ιωαννίδης Χρίστος, Νέο – Οθωμανικός Ιμπεριαλισμός, Ιδεολογία και πολιτική του τουρκικού επεκτατισμού, μετάφραση Χρύσανθος Λαζαρίδης, Τροχαλία, Αθήνα, 1995.
  • Καλούμενου Δημήτρη, Η σταύρωση του Χριστιανισμού, Η ιστορική αλήθεια των γεγονότων της 6ης – 7ης  Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, 2001.
  • Κρανιδιώτη Νίκου, Δύσκολα Χρόνια, Κύπρος 1950 – 1960, Εστία, Αθήνα, 1981.
  • Μήλλας Ακύλας, «Δηώσεις και εμπρησμοί, Το καταστροφικό έργο στις εκκλησίες και τα ιερά σκηνώματα της Πόλης», στο Σεπτεμβριανά, Η μαύρη νύχτα του Ελληνισμού της Πόλης, επιμέλεια Ελευθερία Τράιου, Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 10 Σεπτεμβρίου 1995.
  • Σαρρής Νεοκλής, Η Άλλη Πλευρά, Διπλωματική χρονογραφία του διαμελισμού της Κύπρου με βάση τουρκικές πηγές, 1955 – 1963, τόμος Β’, Γραμμή, Αθήνα, 1982.
  • Σολταρίδης Συμεών, Η Συρρίκνωση του Ελληνισμού, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη, 1987.
  • Τσέτση Γεωργίου, «Η δραστηριοποίηση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών μετά τα Σεπτεμβριανά Γεγονότα», στο Η Καθ’ Ημάς Ανατολή, τόμος Γ’, Αθήνα, 1994.
  • Χρηστίδης Χριστόφορος, Τα Σεπτεμβριανά, (Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη 1955), Συμβολή στην πρόσφατη ιστορία των ελληνικών κοινοτήτων, επιμέλεια Γιάννης Δ. Στεφανίδης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα, 2000.
  1. Χριστόφορος Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, (Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη 1955), Συμβολή στην πρόσφατη ιστορία των ελληνικών κοινοτήτων, επιμέλεια Γιάννης Δ. Στεφανίδης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα, 2000, σσ. 76, 80 – 81. ↩︎
  2. Η Τριμερής Διάσκεψη συγκλήθηκε στις 29 Αυγούστου 1955 στο Λονδίνο, ύστερα από πρόσκληση την οποία απηύθυνε στις 30 Ιουνίου η βρετανική κυβέρνηση προς τις κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας, προκειμένου να συζητήσουν πολιτικά και αμυντικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου. Η Διάσκεψη, οι εργασίες της οποίας τερματίστηκαν αιφνιδίως στις 7 Σεπτεμβρίου, λόγω της έκρηξης των ανθελληνικών επεισοδίων στην Κωνσταντινούπολη, κατέληξε σε ναυάγιο, Νίκου Κρανιδιώτη, Δύσκολα Χρόνια, Κύπρος 1950 – 1960, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 93. ↩︎
  3. Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 195 – 196 και Βύρων Θεοδωρόπουλος, «Έκθεση Β. Γεν. Προξενείου Κων/πόλεως επί των ανθελληνικών γεγονότων της 6ης Σεπτεμβρίου 1955», στο Πενήντα Χρόνια από τα Σεπτεμβριανά, Κωνσταντινούπολη, Πρίν – Τότε – Μετά, επιμέλεια και επιλογή κειμένων Ειρήνη Σαριόγλου – Καίτη Σαριόγλου, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα, 2005, σ. 118. ↩︎
  4. Σπύρος Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, μετάφραση Λευτέρης Γιαννακουδάκης, επιμέλεια Παναγιώτης Σουλτάνης, Εστία, Αθήνα, 2007, σσ. 115 – 117 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 76 – 78. ↩︎
  5. Dilek Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, Τα επεισόδια εναντίον των μη μουσουλμάνων της Τουρκίας (6/7 Σεπτεμβρίου 1955), μετάφραση Σοφία Αυγερινού, Εστία, Αθήνα, 2006, σσ. 34 – 37. ↩︎
  6. Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 37 – 38. ↩︎
  7. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 305 – 306. ↩︎
  8. Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 38 – 39 και 45 – 48. ↩︎
  9. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 289 – 290 και 294 – 299. ↩︎
  10. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 292 – 295 και 300 – 302. ↩︎
  11. Ο ιερέας της κοινότητας Yeni Mahale του Βοσπόρου υποχρεώθηκε διά της βίας να ανέβει γυμνός σε ένα γαϊδούρι και να φωνάζει, κρατώντας ένα Ευαγγέλιο, «η Κύπρος είναι τουρκική», Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 274 0 277, Δημήτρη Καλούμενου, Η σταύρωση του Χριστιανισμού, Η ιστορική αλήθεια των γεγονότων της 6ης – 7ης  Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη, Αθήνα, 2001, σσ. 49 – 50 και Συμεών Σολταρίδης, Η Συρρίκνωση του Ελληνισμού, Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 83 – 84. ↩︎
  12. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 273 – 280. ↩︎
  13. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 281 – 289 και 299 – 304. ↩︎
  14. Ιδιαίτερη αίσθηση στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε η απώλεια της εικόνας της Παναγίας της Βαλουκλιώτισσας, η οποία θεωρείτο κατά παράδοση έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 502 – 512, Ακύλας Μήλλας, «Δηώσεις και εμπρησμοί, Το καταστροφικό έργο στις εκκλησίες και τα ιερά σκηνώματα της Πόλης», στο Σεπτεμβριανά, Η μαύρη νύχτα του Ελληνισμού της Πόλης, επιμέλεια Ελευθερία Τράιου, Επτά Ημέρες, Η Καθημερινή, 10 Σεπτεμβρίου 1995, σσ. 24 – 27 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 101 – 105. ↩︎
  15. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., 504 – 506. Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., 101 – 105. ↩︎
  16. Γεωργίου Τσέτση, «Η δραστηριοποίηση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών μετά τα Σεπτεμβριανά Γεγονότα», στο Η Καθ’ Ημάς Ανατολή, τόμος Γ’, Αθήνα, 1994, σ. 159 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σ. 107. ↩︎
  17. Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 40 – 45. ↩︎
  18. Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 49 – 53 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 78 – 79, 204 – 206. ↩︎
  19. Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 104 – 108 και Evanthis Hatzivassiliou, «The Riots in Turkey, in September 1955: A British Document», Balkan Studies, 31, 1990, pp. 168 – 174. ↩︎
  20. Hatzivassiliou, «The Riots in Turkey, in September 1955, ό.π., pp. 165 – 167 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 207 -209, Douglas Howard, The History of Turkey, Greenwood Press, Λονδίνο, 1999, pp. 119 – 124 και Robert Holland, «Greek – Turkish Relations, Istanbul and British Rule in Cyprus, 1954 – 1959: Some Excerpts from the British Public Archive», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10, 1993 – 1994, pp. 327 – 329. ↩︎
  21. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 124 – 127. ↩︎
  22. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 93 – 94. ↩︎
  23. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 106 – 107 και Güven, Εθνικισμός, κοινωνικές μεταβολές και μειονότητες, ό.π., σσ. 109 – 112. ↩︎
  24. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 126 – 128 και Θεοδωρόπουλος, «Έκθεση Β. Γεν. Προξενείου Κων/πόλεως επί των ανθελληνικών γεγονότων της 6ης Σεπτεμβρίου 1955», ό.π., σ. 113. ↩︎
  25. Holland, «Greek – Turkish Relations, Istanbul and British Rule in Cyprus», ό.π., σσ. 330 – 332. ↩︎
  26. Evanthis Hatzivassiliou, «The Lausanne Treaty Minorities in Greece and Turkey and the Cyprus Question, 1954 – 1959», Balkan Studies, 32, Θεσσαλονίκη, 1991, σσ. 148 – 149. ↩︎
  27. Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek – Turkish Relations, 1918 – 1974, Centre for Asia Minor Studies, Αθήνα, 1992., σσ. 252 – 256. ↩︎
  28. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 130 – 132. ↩︎
  29. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 134 – 135 και Νεοκλής Σαρρής, Η Άλλη Πλευρά, Διπλωματική χρονογραφία του διαμελισμού της Κύπρου με βάση τουρκικές πηγές, 1955 – 1963, τόμος Β’, Γραμμή, Αθήνα, 1982, σσ. 72 – 76. ↩︎
  30. Χρίστος Ιωαννίδης, Νέο – Οθωμανικός Ιμπεριαλισμός, Ιδεολογία και πολιτική του τουρκικού επεκτατισμού, μετάφραση Χρύσανθος Λαζαρίδης, Τροχαλία, Αθήνα, 1995, σσ. 124 – 134 και Σαρρής, Η Άλλη Πλευρά, ό.π., σσ. 72 – 81. ↩︎
  31. Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek – Turkish Relations, ό.π., σ. 255 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σ. 168. ↩︎
  32. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 139 – 140 και Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 168 – 170. ↩︎
  33. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 142 – 144. ↩︎
  34. Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 170 – 171. ↩︎
  35. Χρηστίδης, Τα Σεπτεμβριανά, ό.π., σσ. 197 – 203, 233 – 241 και 245 – 255. ↩︎
  36. Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής, ό.π., σσ. 109 – 119. ↩︎
  37. Ministère des Affaires Étrangères et du Développement International, Centre des Archives Diplomatiques de la Courneuve, Série Europe 1944 – 1970, Sous-Série Grèce, 189QO/122, Jacques Tarbé de Saint-Hardouin, Ambassadeur de France en Turquie προς Pierre Mendès-France, Ministre des Affaires Étrangères, Κωνσταντινούπολη, 24 Αυγούστου 1954, Νο 903/EU  και 189QO/123, Jacques Tarbé de Saint-Hardouin, Ambassadeur de France en Turquie προς Pierre Mendès-France, Ministre des Affaires Étrangères, Κωνσταντινούπολη, 5 Οκτωβρίου 1954, Νο 1033/EU. ↩︎
Avatar photo
Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη

Η Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

Άρθρα: 1