Το 1968 επρόκειτο να αποτελέσει για την Τσεχοσλοβακία μια χρονιά, η οποία χαρακτηρίστηκε από πυκνά γεγονότα που οδήγησαν σε θυελλώδεις ανατροπές προσθέτοντας ένα ακόμα «οχτάρι» στους μέχρι τότε ιστορικούς σταθμούς της χώρας: 1648 υποταγή στους Αψβούργους, 1918 ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας, 1938 υπογραφή του συμφώνου του Μονάχου, 1948 έναρξη της μονοπωλιακής άσκησης της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας.
Η Άνοιξη της Πράγας, ή κατά την κομμουνιστική ορολογία της εποχής, το αναγεννησιακό προτσές (διαδικασία), προέκυψε μεν απρόσμενα, αποτελεί όμως αναμφίβολα καρπό της γενικότερης χαλάρωσης του ψυχροπολεμικού κλίμακος που συνοδεύτηκε από μια χωρίς προηγούμενο φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας αυτή η φιλελευθεροποίηση εκφράστηκε κυρίως στον τομέα των γραμμάτων και των τεχνών, με την εμφάνιση λογοτεχνικών βιβλίων και κινηματογραφικών ταινιών που άσκησαν άμεσα ή έμμεσα κριτική στο καθεστώς, αλλά και στην καθημερινότητα των Τσεχοσλοβάκων πολιτών. Είναι η εποχή που το καθεστώς αποκαθιστά εν ζωή ή μετά θάνατο ορισμένα από τα θύματα – στην πλειονότητά τους «αιρετικούς» κομμουνιστές – της «αμαρτωλής» δεκαετίας του ΄50. Η άκαμπτη λογοκρισία χαλαρώνει και επιτρέπεται η κυκλοφορία βιβλίων, η προβολή ταινιών, ντόπιων και ξένων, που νωρίτερα είχαν απαγορευτεί. Η καθημερινότητα των Τσέχων και των Σλοβάκων εμφανίζει ορισμένα δείγματα «καταναλωτισμού», απελευθέρωσης ή και γενικότερης χειραφέτησης των γυναικών, με την κυκλοφορία περιοδικών ελαφρού περιεχομένου και τη διοργάνωση των πρώτων καλλιστείων σε εργασιακούς χώρους (βλέπε π.χ. την ταινία Ο χορός των πυροσβεστών του γνωστού σκηνοθέτη Μίλος Φόρμαν που πρωτοπροβλήθηκε το 1967). Χορηγούνται επίσης οι πρώτες άδειες, κυρίως σε επιστήμονες και καλλιτέχνες, για ολιγοήμερες επισκέψεις σε κράτη της Δύσης.
Με την άρση της αυστηρής απομόνωσης, ορισμένοι Τσεχοσλοβάκοι διανοούμενοι και στελέχη της διοίκησης συνειδητοποίησαν την υστέρηση της χώρας σε σχέση με την ανάπτυξη που την ίδια περίοδο κατέγραφαν οι όμορες καπιταλιστικές κοινωνίες, ειδικότερα δε η δυτικογερμανική και η αυστριακή. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της Τσεχοσλοβακίας όχι μόνο στην οικονομία (ειδικότερα στον τομέα παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων), αλλά και σε ό,τι αφορά τους ασφυκτικούς περιορισμούς στον τομέα των προσωπικών ελευθεριών, ενισχύθηκε, ιδιαίτερα στους κόλπους της νεολαίας και των διανοουμένων. Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα δημόσιας ανυπακοής (συνέδριο συγγραφέων, διαμαρτυρίες φοιτητών στην Πράγα) το καθεστώς παρενέβη κατασταλτικά, αν και όχι με τη βιαιότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Γενικότερος αναβρασμός επικράτησε και στην ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας.

Μια εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα του 1967 συνήλθε στην Πράγα μια από τις τακτικές Ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, δηλαδή του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος μεταξύ δύο συνεδρίων, το οποίο αριθμούσε περί τα εκατό μέλη. Κατά τη διάρκειά του ο οικονομολόγος Ότα Σικ, αφού χαρακτήρισε «κρίσιμη» την κατάσταση της οικονομίας, επέρριψε ευθύνες στον κομματικό ηγέτη Αντονίν Νόβοτνι. Μεταξύ άλλων ζήτησε τον διαχωρισμό του αξιώματος του Α΄ Γραμματέα του κόμματος και του Προέδρου της χώρας, αξιώματα που ασκούσε ο Νόβοτνι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60. Στην πορεία της συζήτησης μεταξύ των επικριτών προστέθηκαν και τα κομματικά στελέχη της Σλοβακίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μέχρι τότε άγνωστος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Ενώ οι επικρίσεις του Ότα Σικ και ορισμένων ρεφορμιστών στελεχών αφορούσαν την οικονομική πολιτική, η κριτική των Σλοβάκων συντρόφων τους είχε να κάνει με την απροθυμία του Νόβοτνι να προχωρήσει σε ομοσπονδιακή διευθέτηση της χώρας. Οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για μια άνευ προηγουμένου ζωηρή αντιπαράθεση εντός του ανώτατου κομματικού οργάνου. Ο Νόβοτνι, σε μια προσπάθεια να εκτονώσει την ένταση που επικρατούσε, υποσχέθηκε ότι ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί από το κομματικό αξίωμα, πρότεινε ωστόσο διακοπή της συνεδρίασης προκειμένου «οι συντρόφισσες να μπορέσουν να ψήσουν τους χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες». Οι εργασίες της Ολομέλειας επαναλήφθηκαν μετά την Πρωτοχρονιά. Το επικριτικό πνεύμα κυριάρχησε και πάλι καθώς ρεφορμιστές, Σλοβάκοι αλλά και ορισμένοι σκληροπυρηνικοί, δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Νόβοτνι, συσπειρώθηκαν ζητώντας την παραίτησή του. Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου 1968 οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες αλλά και οι ηγεσίες των σοσιαλιστικών χωρών πληροφορήθηκαν την απρόσμενη εκλογή του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στο αξίωμα του κομματικού ηγέτη, καθώς και την αντικατάσταση ορισμένων στελεχών στους κόλπους του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος.

Ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση την είδηση της εκλογής του Ντούμπτσεκ επιλέγοντας, ωστόσο, την τακτική της μη ανάμειξης. Ο ίδιος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του προς τον Νόβοτνι, καθώς ο τελευταίος είχε ταχθεί εναντίον του στην εσωκομματική διαμάχη που είχε προ τετραετίας ξεσπάσει στην ηγεσία του σοβιετικού κόμματος. Τότε, μετά την καθαίρεση του Νικήτα Χρουστσόφ, ο Νόβοτνι είχε ταχθεί στο πλευρό του ηττημένου Αλεξάντερ Κοσύγκιν. Η εκλογή Ντούμπτσεκ προκάλεσε ερωτηματικά στους σκληροπυρηνικούς ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας, Βλάντισλαβ Γκομούλκα και Βάλτερ Ούλμπριχτ αντίστοιχα, καθώς δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες για το ποιόν του νέου Τσεχοσλοβάκου ηγέτη, ο οποίος, σημειωτέον, εκλέχτηκε χωρίς τις πρωθύστερες ευλογίες της σοβιετικής ηγεσίας. Οι δύο ηγέτες, όπως και ο Βούλγαρος ομόλογός τους Τόντορ Ζίβκοφ, παρέμειναν στη συνέχεια ιδιαίτερα αρνητικοί ως προς το πρόσωπο και τις επιλογές του Ντούμπτσεκ, σε αντίθεση με την αρκετά μετριοπαθή στάση που επέδειξε ο Ούγγρος ηγέτης Γιάνος Κάνταρ.
Η ξαφνική απομάκρυνση του Νόβοτνι από την κομματική ηγεσία προκάλεσε σειρά ερωτηματικών και σε μια μεγάλη μερίδα Τσεχοσλοβάκων πολιτών που εξακολουθούσε να παρακολουθεί τις δημόσιες εξελίξεις. Ζητούσαν ενημέρωση για τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή του Ντούμπτσεκ. Από τον Φεβρουάριο άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαρροές στα ΜΜΕ οι οποίες μετέφεραν, διστακτικά στην αρχή, το κλίμα που επικράτησε στην Ολομέλεια της ΚΕ. Την ίδια περίοδο, ο Ντούμπτσεκ επέδωσε τα διαπιστευτήρια του στη Μόσχα, ενημερώνοντας σε γενικές γραμμές τον Μπρέζνιεφ για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Όταν τον Φεβρουάριο του 1968 προέβη στις πρώτες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών εντός του κομματικού μηχανισμού, ο Σοβιετικός πρέσβης στην Πράγα Στιέπαν Τσερβονιένκο άρχισε σε εκθέσεις του προς τη Μόσχα να αναφέρει ότι στην ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος κέρδιζαν έδαφος «οι αντισοβιετικές, αντισοσιαλιστικές δεξιές δυνάμεις». Ο Τσερβονιένκο, αντλώντας πληροφορίες από τα παροπλισμένα σκληροπυρηνικά στελέχη και τους Σοβιετικούς πράκτορες, άρχισε από τον Μάρτιο να βομβαρδίζει τη Μόσχα με τηλεγραφήματα περί «δεξιάς αντισοσιαλιστικής στροφής» στην τσεχοσλοβακική ηγεσία, καλώντας σε εγρήγορση. Λίγο αργότερα, ο ίδιος αλλά και όλοι οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες έμειναν έκπληκτοι από τις διαστάσεις που προσέλαβε η ελευθερία έκφρασης λίγο μετά την ανεπίσημη, ωστόσο ουσιαστική, κατάργηση της λογοκρισίας.
Σημαντικό ρόλο στην κατάργηση της λογοκρισίας και στην οριστική απομάκρυνση του Νόβοτνι και από το αξίωμα του Προέδρου της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισε η φυγή του στρατηγού Γιαν Σέινα, προσωπικού φίλου του Νόβοτνι, ο οποίος στις 25 Φεβρουαρίου ζήτησε άσυλο στη Δύση. Ο Σέινα διέφυγε στη Δύση λίγο προτού αποκαλυφθούν διάφορα περιστατικά διασπάθισης δημοσίου χρήματος όπου είχε ο ίδιος πρωτοστατήσει. Το σκάνδαλο που προκάλεσε τη φυγή του Σέινα προσέφερε το έναυσμα για την άρση κάθε μέτρου λογοκρισίας και στις 30 Μαρτίου οδήγησε στην παραίτηση του Αντονίν Νόβοτνι από το προεδρικό αξίωμα. Στη θέση του εκλέχτηκε ο δημοφιλής, και μέχρι τότε παραγκωνισμένος, στρατηγός Λούντβικ Σβόμποντα, ενώ ακολούθησαν και άλλες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό.
Η κατάργηση της λογοκρισίας επέφερε μια άνευ προηγουμένου άνθιση της πληροφόρησης καθώς οι εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να αναφέρονται σε θέματα απαγορευμένα μέχρι εκείνη τη στιγμή. Φοιτητές και πολίτες συμμετείχαν μαζικά σε ανοιχτές συγκεντρώσεις όπου, για πρώτη φορά, συζητούσαν με στελέχη του κόμματος και άλλους γνωστούς διανοούμενους για τα προβλήματα και τις προοπτικές της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας. Η νέα ρεφορμιστική ηγεσία αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των πολιτών. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ προσωπικά, μαζί με άλλα κορυφαία στελέχη βγήκαν από τα γραφεία τους και άρχισαν να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους. Βρέθηκαν αντιμέτωποι με συγκινητικές χειρονομίες αναγνώρισης, οι οποίες ασφαλώς τους κολάκευαν και ενίσχυαν την αυτοπεποίθησή τους. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατέρρευσε το κλίμα της γενικευμένης απάθειας και ληθαργίας. Γινόταν ανοικτά λόγος περί επανεμφάνισης της κοινωνίας των πολιτών. Η πλειονότητα των Τσεχοσλοβάκων υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις σε ένα πλαίσιο δημοκρατικού σοσιαλισμού, ενώ αξίζει να επισημανθεί πως λίγοι ήταν εκείνοι που αμφισβητούσαν τον ρόλο των κομμουνιστών ή προσέβλεπαν σε ριζική αλλαγή του καθεστώτος.

Από τις αρχές Μαρτίου του 1968, ο Ντούμπτσεκ άρχισε να κάνει λόγο περί οικοδόμησης ενός ιδιαίτερου τσεχοσλοβακικού δρόμου προς έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το πρόγραμμα των Τσεχοσλοβάκων ρεφορμιστών αποτυπώθηκε στο «Πρόγραμμα δράσης» που δημοσιεύτηκε ένα μήνα αργότερα, τον Απρίλιο. Συντάκτης του «Προγράμματος» ήταν ο συνταγματολόγος Ζντένιεκ Μλύναρζ, συμφοιτητής του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στη Νομική Σχολή της Μόσχας στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Το «Πρόγραμμα δράσης», δίχως να αμφισβητεί την συνταγματικά κατοχυρωμένη πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρότεινε σειρά μέτρων προορισμένων να οδηγήσουν στην καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών κατά την εκλογή εκπροσώπων στο Κοινοβούλιο, στα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Ο Μλύναρζ απέκλεισε μεν την εμφάνιση άλλων πολιτικών κομμάτων, ανταγωνιστικών έναντι του Εθνικού Μετώπου που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, υποστήριξε ωστόσο τη δημιουργία τάσεων και ιδεολογικών πλατφορμών εντός του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μολονότι την ίδια εποχή εμφανίστηκαν δύο πολιτικές οργανώσεις (ΚΑΝ, Κ231), οι οποίες δεν είχαν σχέση με τους κομμουνιστές, η επιρροή τους παρέμεινε καθόλη τη διάρκεια του 1968 εντελώς περιθωριακή. Το «Πρόγραμμα δράσης» εισηγήθηκε τη μεταφορά εξουσιών από τον κομματικό μηχανισμό στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα. Το Κοινοβούλιο επρόκειτο να αποκτήσει ουσιαστικό νομοθετικό ρόλο και όχι απλώς ρόλο επικυρωτικό των κομματικών αποφάσεων, κάτι που συνέβαινε μέχρι τότε. Παράλληλα, το «Πρόγραμμα δράσης» προσέβλεπε στη δρομολόγηση μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στην ουσιαστική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, στην παραχώρηση θρησκευτικών ελευθεριών καθώς και στην αποκατάσταση όσων είχαν φυλακιστεί ή διωχτεί στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Οι μεταρρυθμίσεις άγγιζαν ολόκληρο το φάσμα λειτουργίας της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας καθώς περιλάμβαναν μέτρα που οδηγούσαν στην ομοσπονδιοποίηση της χώρας στη βάση δημιουργίας δύο ισότιμων κρατών (Τσεχία και Σλοβακία), αλλά και μέτρα που άγγιζαν την καθημερινότητα των πολιτών, όπως π.χ. την καθιέρωση αξιοκρατικών εισαγωγικών εξετάσεων στα τριτοβάθμια ιδρύματα και την κατάργηση επιλογής φοιτητών βάσει κομματικών ή ταξικών κριτηρίων.
Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα μπορεί να προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού, στις ηγεσίες όμως των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων επέφερε σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας. Οι ανησυχίες προβλήθηκαν επισήμως και με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στη σύνοδο των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η οποία συνήλθε στη Δρέσδη στις 23 Μαρτίου του 1968. Εκεί, οι ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας χαρακτήρισαν τις δρομολογούμενες μεταρρυθμίσεις ως «αντεπανάσταση», καθότι έκριναν ότι υπονόμευαν τα σοσιαλιστικά θεμέλια της χώρας, υπέσκαπταν την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ και εξασθένιζαν τους συμμαχικούς δεσμούς της Τσεχοσλοβακίας με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά κράτη. Ο Ντούμπτσεκ εμφανίστηκε στη σύνοδο αρκετά συναινετικός και ήπιος, διαβεβαιώνοντας τον Μπρέζνιεφ και τους άλλους ηγέτες ότι διατηρούσε την κατάσταση υπό έλεγχο. Μετά την επιστροφή του στην Πράγα, απέφυγε να ενημερώσει τόσο την κομματική ηγεσία όσο και την κοινή γνώμη της χώρας σχετικά με τις επικρίσεις, τις οποίες είχε δεχθεί στη διάρκεια της συνόδου. Η αντίφαση αυτή παρέμεινε χαρακτηριστική της εν γένει συμπεριφοράς του καθόλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου: ενώ, δηλαδή, οι επικρίσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της ενισχύονταν, εκείνος εξακολουθούσε να διαβεβαιώνει ότι διατηρούσε την κατάσταση υπό έλεγχο και ότι δεν σκόπευε να θέσει υπό αμφισβήτηση τις υποχρεώσεις της Τσεχοσλοβακίας στους κόλπους του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Από την άλλη πλευρά, αρνούνταν να ενημερώσει διεξοδικά τους συμπολίτες του για το εύρος της κριτικής που δεχόταν, όπως και για το ρίσκο που αναλάμβανε προσωπικά ο ίδιος σχετικά με την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας.
Η Πράγα το 1967: καθημερινά στιγμιότυπα μιας ανορθόδοξης κομμουνιστικής πρωτεύουσας (Πηγή: British Pathé – FILM ID:425.03)
Η δυσαρμονία ανάμεσα στις επιδιώξεις της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας στο εσωτερικό και την αρνητική πρόσληψη αυτών των πρωτοβουλιών εκ μέρους της Μόσχας και των συμμάχων της, απέβη καθοριστική για το μέλλον της Άνοιξης της Πράγας. Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων δημιουργούσε μια μεθυστική ατμόσφαιρα στην ίδια την Τσεχοσλοβακία και απογείωνε την αποδοχή του Ντούμπτσεκ και των συνεργατών του, ενισχύοντας την πεποίθησή των τελευταίων ότι βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Όπως ήταν φυσικό, δεν ήθελαν να αυτοκτονήσουν πολιτικά εισακούοντας τις συστάσεις ή τις απειλητικές προειδοποιήσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της για ακύρωση της μεταρρυθμιστικής πορείας και επιστροφή στο απρόσωπο και γκρίζο μπρεζνιεφικό μοντέλο. Αυτή ακριβώς η δυσαρμονία εκφράστηκε αργότερα και σε επίπεδο ηγεσίας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με τη δημιουργία μιας μειοψηφικής ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Βασίλ Μπίλακ, η οποία άρχισε να απαιτεί συμμόρφωση με τις επιταγές της Μόσχας και επιστροφή στον ενδεδειγμένο δρόμο του σοβιετικού ολοκληρωτισμού.


Η ένταση μεταξύ των ρεφορμιστών και της Μόσχας κορυφώθηκε μέσα στους θερινούς μήνες του 1968. Αφορμή αποτέλεσε η δημοσίευση, στις 27 Ιουνίου, του κειμένου «Δύο χιλιάδες λέξεις», το οποίο συνέταξε ο συγγραφέας Λούντβικ Βάτσουλικ. Με το «μανιφέστο» αυτό, εκατοντάδες επιστήμονες και καλλιτέχνες ζητούσαν επιτάχυνση και διεύρυνση των μεταρρυθμίσεων καθώς και παραίτηση του ΚΚ από το συνταγματικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο της εξουσίας. Παράλληλα άρχισαν οι συνεδριάσεις των κομματικών οργανώσεων ενόψει του 13ου συνεδρίου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, το συνέδριο επρόκειτο να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ενίσχυση της θέσης των ρεφορμιστών. Ενόψει αυτής της προοπτικής, ο μέχρι τότε μετριοπαθής Μπρέζνιεφ άρχισε να εγκαταλείπει τα σχέδια συναινετικής επίλυσης του Τσεχοσλοβακικού Ζητήματος και υπό την ασφυκτική πίεση των σκληροπυρηνικών στελεχών άρχισε να υιοθετεί σταδιακά την επιλογή της στρατιωτικής παρέμβασης. Η κοινή στρατιωτική άσκηση 24.000 ανδρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας κοντά στα τσεχο-δυτικογερμανικά σύνορα μέσα στον Ιούνιο, έμελλε να λειτουργήσει ως ύστατη προειδοποίηση προς τους Τσεχοσλοβάκους ρεφορμιστές ως προς το τί έμελλε γενέσθαι.
Στις αρχές Ιουλίου, το Πολιτικό Γραφείου του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης απηύθυνε επιστολή προς την τσεχοσλοβακική ηγεσία, με την οποία εκτιμούσε ότι οι εξελίξεις εντός της χώρας κινδύνευαν να οδηγήσουν σε «αντεπαναστατικό πραξικόπημα», επισημαίνοντας σαφώς ότι η Μόσχα δεν ήταν διατεθειμένη να παρακολουθήσει αδρανής τις εξελίξεις. Περί τα μέσα Ιουλίου, το Κρεμλίνο κάλεσε σε μυστική σύσκεψη στη Βαρσοβία τις υπόλοιπες τέσσερις χώρες του Συμφώνου, αποκλείοντας από αυτή την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία, καθώς η τελευταία είχε επιλέξει να υποστηρίξει διακριτικά την Πράγα. Ο Σοβιετικός ηγέτης χαρακτήρισε την κατάσταση στην Πράγα ως «ανοιχτή αντεπαναστατική επίθεση», η οποία θα επέφερε την έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, παρέχοντας τη συγκατάθεσή του για την έναρξη των προετοιμασιών της στρατιωτικής παρέμβασης. Παράλληλα, η σοβιετική ηγεσία επιχείρησε μια τελευταία προσπάθεια «συνετισμού» του Ντούπτσεκ, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία για συνάντηση αντιπροσωπειών των δύο χωρών στη μεθοριακή πόλη Τσιέρνα ναντ Νίσοου στα σλοβακικο-σοβιετικά σύνορα. Όταν οι Σοβιετικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις συνετισμού δεν απέφεραν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, προσανατολίστηκαν αποκλειστικά στην προετοιμασία της στρατιωτικής λύσης.
Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 20ης Αυγούστου 1968, και ενόσω η τσεχοσλοβακική κομματική ηγεσία συνεδρίαζε στην Πράγα, ο υπουργός Άμυνας Μάρτιν Ντζουρ κλήθηκε να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του σοβιετικού ομολόγου του, Αντρέϊ Γκρέτσκο, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι μόλις είχε ξεκινήσει η επιχείρηση κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας. Παράλληλα, τον προειδοποίησε να εκδώσει διαταγή μη προβολής αντίστασης, προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία μεταξύ στρατιωτών συμμάχων κρατών. Λίγη ώρα αργότερα, Σοβιετικοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην έδρα του τσεχοσλοβακικού κόμματος, συνέλαβαν όλους τους παρόντες και τους οδήγησαν αεροπορικώς στη Μόσχα. Στην στρατιωτική επιχείρηση έλαβαν μέρος 160.000 στρατιώτες και 4.600 άρματα μάχης προερχόμενα από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία. Οι τσεχοσλοβακικές ένοπλες δυνάμεις δεν αντέταξαν αντίσταση στους εισβολείς. Διαφορετική ήταν η κατάσταση την επόμενη μέρα στις πόλεις και τα χωριά, όταν οι πολίτες, με προφανή έκπληξη, διαπίστωσαν ότι η χώρα τους τελούσε υπό στρατιωτική κατάληψη. Εκδηλώθηκαν διαδηλώσεις και ενέργειες απείθειας με επίκεντρο την Πράγα, ειδικότερα την περιοχή του ραδιοφωνικού σταθμού, όπου είχαν καταγραφεί αιματηρές συγκρούσεις και κατά την περίοδο της επιχείρησης απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τους Ναζί, με τη διαφορά ότι τότε τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν έρθει ως απελευθερωτές ενώ τώρα ως εισβολείς. Στο πλαίσιο των επιχειρήσεων καταστολής των διαμαρτυριών, αλλά και από άλλες μεμονωμένες ενέργειες των εισβολέων, προκλήθηκαν 130 θύματα, στο σύνολό τους άοπλοι πολίτες.




Οι εισβολείς αμέσως μετά την κατάληψη νευραλγικών σημείων της χώρας ανακοίνωσαν τη σύσταση «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» χωρίς να αναφέρουν ο,τιδήποτε σχετικό με τη σύνθεσή της. Σύντομα, οι Σοβιετικοί αντιλήφθησαν ότι οι ντόπιοι σκληροπυρηνικοί συνεργάτες τους στερούνταν οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος. Γρήγορα εγκατέλειψαν το εγχείρημα της «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» και επιχείρησαν να μεταπείσουν τους συλληφθέντες Τσεχοσλοβάκους ηγέτες να συναινέσουν με την εισβολή, εγκρίνοντας την «προσωρινή» παραμονή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας και παρέχοντας εγγυήσεις για λήψη μέτρων που θα οδηγούσαν στην ακύρωση των μεταρρυθμίσεων της Άνοιξης της Πράγας. Η επιχείρηση συνετισμού των Τσεχοσλοβάκων διήρκεσε επί ένα τριήμερο. Τελικά, ο Ντούμπτσεκ και οι σύντροφοί του, υπό το βάρος της εισβολής και των ψυχολογικών πιέσεων που τους ασκήθηκαν, υποχρεώθηκαν να υπογράψουν το προτεινόμενο «Πρωτόκολλο της Μόσχας», βάσει του οποίου συμφωνούσαν ρητά με την εισβολή, ενώ καλούσαν τους πολίτες της χώρας τους να μην προβάλλουν περαιτέρω αντίσταση. Η ταπεινωτική παράδοση της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας υπήρξε βαρύ πλήγμα για τους Τσεχοσλοβάκους πολίτες που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν παραμείνει πιστοί στο πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας, εκφράζοντας ποικιλότροπα την αμέριστη υποστήριξή τους προς τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Ας σημειωθεί ότι το ταπεινωτικό σύμφωνο από την τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία δεν υπέγραψε μόνο ο Φράντισεκ Κρίγκελ, ηγέτης του Εθνικού Μετώπου.

Στη συνέχεια, η τσεχοσλοβακική ηγεσία διασπάστηκε. Ορισμένα στελέχη, αντιλαμβανόμενα ότι η σοβιετική εισβολή θα οδηγούσε σε σταδιακή αποψίλωση της Άνοιξης της Πράγας, προτίμησαν να παραιτηθούν από τα αξιώματά τους αποσυρόμενα από την πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ζντένιεκ Μλύναρζ, ο οποίος αποσύρθηκε στο Εντομολογικό Ινστιτούτο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Άλλοι πάλι, όπως ο γνωστός συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Τσεχοσλοβακία ζητώντας πολιτικό άσυλο στη Δύση. Από το 1968 έως τις αρχές του 1970, 100.000 περίπου Τσεχοσλοβάκοι, στην πλειονότητά τους επιστήμονες και διανοούμενοι, διέφυγαν στη Δύση. Τα ηγετικά στελέχη των ρεφορμιστών, που θεώρησαν ότι συναινώντας «προσωρινά» με τους όρους των εισβολέων θα μπορούσαν να περισώσουν κάτι από το πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας, διαψεύστηκαν οικτρά. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αφού έκανε τη «βρώμικη δουλειά», απαλλάχτηκε τον Απρίλιο του 1969 από τα κομματικά του καθήκοντα και επί ένα έτος διορίστηκε πρέσβης της Τσεχοσλοβακίας στην Άγκυρα. Στη συνέχεια μετακλήθηκε στην Πράγα, διαγράφηκε από τις τάξεις του Κόμματος και διορίστηκε δασοφύλακας σε μια απομονωμένη περιοχή της Σλοβακίας. Αντίστοιχη μεταχείριση γνώρισαν όχι μόνο τα ρεφορμιστικά στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του τσεχοσλοβακικού Κόμματος που δεν συντάχθηκαν ανοιχτά με τους εισβολείς. Περίπου μισό εκατομμύριο ρεφορμιστές κομμουνιστές διαγράφηκαν εντός του 1969 από το Κόμμα. Οι πλέον δραστήριοι από αυτούς, όπως και οι απόγονοί τους, αποκλείστηκαν από τη δημόσια ζωή, οι περισσότεροι υποχρεώθηκαν να ασκούν χειρωνακτικές εργασίες ή επαγγέλματα που δεν είχαν σχέση με την ειδίκευσή τους ή δεν απαιτούσαν επαφή με άλλους ανθρώπους. Κορυφαίο γεγονός διαμαρτυρίας, όσον αφορά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας και την επιβολή του καθεστώτος «ομαλοποίησης» που επέβαλαν οι Σοβιετικοί, αποτέλεσε το επεισόδιο της αυτοπυρπόλησης του εικοσάχρονου φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Καρόλου, Γιαν Πάλαχ, τον Ιανουάριο του 1969, μπροστά από το κτήριο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας.

Από τον Απρίλιο του 1969 την εξουσία ανέλαβε, με τις ευλογίες των Σοβιετικών, μια σκληροπυρηνική ομάδα υπό τον Γκούσταβ Χούζακ, η οποία με την ίδια περίπου σύνθεση παρέμεινε στην ηγεσία της χώρας έως τον Νοέμβριο του 1989, όταν παρασύρθηκε οριστικά από τη βελούδινη επανάσταση.
Occupation – Prague Spring
Ενδεικτική Βιβλιογραφία


