Οι γαριβαλδινοί εθελοντές στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869

Θέμα δημοφιλές στην ελληνική βιβλιογραφία υπήρξε ανέκαθεν ο Φιλελληνισμός και η προσφορά ξένων εθελοντών στον ελληνικό αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Γεγονός, ωστόσο, είναι πως το ενδιαφέρον αυτό έχει επικεντρωθεί στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821· αντιθέτως, ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί στις κατοπινές δεκαετίες, όταν η προσπάθεια για την απελευθέρωση των Ελλήνων τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε κατά περιόδους.

Μία συμβολή στην έρευνα γύρω από το θέμα αυτό προσδοκά να αποτελέσει η παρούσα δημοσίευση. Είναι γνωστή από ιστορικές μαρτυρίες και κάποιες πρώτες μελέτες η άφιξη και συμμετοχή στον ελληνικό αγώνα ομάδων ξένων εθελοντών, κυρίως Ιταλών, των περίφημων ‘γαριβαλδινών’ όπως αποκαλούνται χάριν του αρχηγού τους, του γνωστού σε όλη την Ευρώπη για τους αγώνες για την ιταλική ενοποίηση και την αφοσίωσή του στα φιλελεύθερα ιδεώδη Giuseppe Garibaldi και των γιων του Riccioti και Pepino. Στόχος μας εδώ –περιοριζόμενοι στα γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης του 1866-1869– είναι να διερευνήσουμε και να καταγράψουμε όχι τόσο τα ίδια τα γεγονότα αλλά –κυρίως– την υποδοχή των Ιταλών εκ μέρους των Ελλήνων, την εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία στην Ελλάδα σωμάτων εθελοντών ερυθροχιτώνων, ο παραδειγματισμός και ο ενθουσιασμός που αυτοί ενέπνευσαν, οι εντυπώσεις που άφησαν μετά την αναχώρησή τους αλλά και εκείνες που οι ίδιοι αποκόμισαν από την ολιγόμηνη εμπειρία τους στο επαναστατημένο νησί.

Στις 21 Αυγούστου 1866 η Γενική Συνέλευση των Κρητών ψήφισε την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, εναποθέτοντας την εκτέλεση της απόφασης, μεταξύ άλλων, «στὴ συνδρομὴ πάντων τῶν φιλελλήνων».

Λίγο νωρίτερα, τον Ιούνιο, στην Ευρώπη είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας, κατά τον οποίο η Ιταλία είχε συμμαχήσει με τη δεύτερη σε μια προσπάθεια ολοκλήρωσης της δικής της εθνικής ενοποίησης, μάταια όμως. Οι Ιταλοί, αν και κατόρθωσαν να εισέλθουν στη Βενετία, τελικά ηττήθηκαν. Κατά τον πόλεμο αυτό, στο μέτωπο του Τιρόλου από τις 3 Ιουλίου μέχρι τις 9 Αυγούστου (ν.η.), είχαν συμμετάσχει και οι νεαροί ερυθροχίτωνες. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες – περίπου 2.400 άντρες χάθηκαν – και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου διατάχθηκε η διάλυση τους σώματος αυτού.

Η έκρηξη, λοιπόν, της Κρητικής Επανάστασης δεν αφήνει ασυγκίνητο τον στρατηγό Garibaldi, ο οποίος όχι μόνο με θερμά λόγια, αλλά και έμπρακτα στηρίζει τον «δίκαιο ἀγώνα τῶν γενναίων τέκνων τῆς Ἴδης» και παρακινεί τους ερυθροχίτωνες να συνδράμουν με όλες τις δυνάμεις τους: αν του το επέτρεπαν τα πόδια του, γράφει την 1η Ιανουαρίου 1867 στον Jules Anemos, τον Γάλλο γαριβαλδινό που είχε φτάσει στην Κρήτη δύο περίπου μήνες νωρίτερα, θα βρισκόταν σίγουρα μαζί του προκειμένου να μοιραστεί τη μοίρα των ανδρείων Κρητικών (L’Indépendance Hellénique, 14-2-1867). Φιλελληνικές επιτροπές συγκροτούνται και έρανοι διενεργούνται σε πολλές πόλεις της Ιταλίας υπέρ του Κρητικού, ενώ ικανός αριθμός εθελοντών πράγματι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα και ξεκινάει για μια καινούρια περιπέτεια στην Κρήτη.

Δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε εδώ στο ζήτημα του αριθμού των γαριβαλδινών που έφτασαν στον ελλαδικό χώρο, άλλωστε ο σχετικός προβληματισμός έχει αναπτυχθεί επαρκώς σε προηγούμενες μελέτες. Θα αναφέρουμε μόνο ότι, σύμφωνα με τον Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, μεταξύ των 5.500-6.000 εν συνόλω εθελοντών, θα πρέπει να υπολογίσουμε τους γαριβαλδινούς περίπου σε 200, αριθμό με τον οποίο συμφωνεί και ο νεότερος μελετητής Andrea Noto, αλλά συμπεριλαμβάνει σε αυτούς και τους 70 περίπου που έφθασαν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Σύρο και από εκεί στην Αθήνα συνοδεύοντας τον Riccioti Garibaldi, την άνοιξη του 1867, οι οποίοι όμως ουδέποτε κατέβηκαν στην Κρήτη. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν ευσταθεί ο αριθμός των 2.000 γαριβαλδινών, που άκριτα παρέθεσαν προγενέστερες μελέτες.

Η δική μας ιστορία θα ξεκινήσει με το ταξίδι των γαριβαλδινών προς την Κρήτη, όπου φτάνουν από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 1866 ενταγμένοι κυρίως στα σώματα υπό τον ανθυπολοχαγό Λεονταρίδη, τον συνταγματάρχη Χρήστο Βυζάντιο, τον υπολοχαγό Θεμιστοκλή Σαράτζογλου και τον αντισυνταγματάρχη Σπυρίδωνα Γενήσαρλη.

Αξίζει εδώ να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό το ταξίδι, καθώς και στην άφιξή τους στο ελληνικό έδαφος. Ξεκινούν, λοιπόν, από διάφορα λιμάνια της Ιταλίας και της Σικελίας κατά μόνας ή σε μικρές ομάδες και με ατμόπλοια φτάνουν στην Κέρκυρα, όπου παραμένουν μικρό διάστημα για «κάθαρση», όπως αναφέρει η εφημερίδα Πρωινός Κήρυξ (22-10-1866), εννοώντας προφανώς την αναγκαστική παραμονή τους στο λοιμοκαθαρτήριο, στη νησίδα Λαζαρέτο.

Επόμενος σταθμός των πρώτων 40 γαριβαλδινών που καταφθάνουν με αρχηγό τον Leon Poinsot, των «γενναίων στρατιωτῶν τῆς ἐλευθερίας», η Κεφαλλονιά. Η είδηση δεν περνάει απαρατήρητη, το γεγονός προκαλεί γενικό ενθουσιασμό. Γράφει με θερμά λόγια η εφημερίδα Αναμόρφωσις (21-10- 1866): «…ὁ γενναῖος τῆς Κρήτης ἀγὼν πάσας τὰς γενναίας ψυχὰς καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἠλεκτρίσας, δὲν ἠδύνατο εἰμή νὰ διεγείρῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ τῶν γενναίων τῆς Ἰταλίας τέκνων, τῶν ἀρτίως ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίας καρτερικῶς ἀγωνισθέντων. …Γενναῖοι Γαριβαλδινοὶ ἐθελονταί, ὑπὸ φλογεροῦ αἰσθήματος ἐλευθερίας κινούμενοι, μεταβαίνουσιν εἰς Κρήτην, ὅπως συμμεθέξωσιν εἰς τὴν πάλην, καὶ διὰ τοῦ ἰδίου των αἵματος ὑπηρετήσωσι τὸν ἱερὸν ἀγώνα τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ δικαίου. Ἠρωϊκὴ ἀληθῶς ἡ ἀπόφασίς των, καὶ ἀξία ἀνδρῶν ἐλευθέρων, προσηκόντως συναισθανομένων τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα τῆς συνδεούσης τοὺς λαοὺς ἀμοιβαιότητος καὶ ἀλληλεγγύης. …Κατὰ τὴν ἐντεῦθεν διάβασίν των, ἀποβιβασθέντων τινῶν ἐξ αὐτῶν, πλῆθος λαοῦ ἔσπευσεν εἰς ὑποδεξίωσίν των∙ ἐπευφημίαι δὲ καὶ ζητωκραυγαί ἀμοιβαῖαι ἔλαβαν χώραν, τῶν μὲν ἀνακραζόντων: Ζήτω ἡ Κρήτη! ζήτω ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος! τῶν δέ: Ζήτω ἡ Ἰταλία! ζήτω ὁ Γαριβάλδης!»

Ο δήμαρχος Κρανίων Παναγής Κομποθρέκας Βινιεράτος, όταν πληροφορήθηκε ότι οι γαριβαλδινοί είχαν καταλύσει στο ξενοδοχείο Η Κριμαία, πήγε εκεί και «ἐν μέσῳ πλήθους λαοῦ, τοὺς συνεχάρη διὰ τὸν ἱερὸν αὐτῶν σκοπόν». Ως δείγμα της «μεγάλης εὐγνωμοσύνης τοῦ τόπου» ανέλαβε τα έξοδα του γεύματός τους και κάθισε να πιει μαζί τους. Οι ζητωκραυγές συνεχίστηκαν αμείωτες: «Ζήτω ἡ Ἑλλὰς – Ζήτω ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος – Ζήτω ὁ Γαριβάλδης».

Οι περιγραφές της εποχής καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να μας μεταφέρουν το κλίμα συγκίνησης και «μεγίστου ἐνθουσιασμοῦ» που επικράτησε, χρησιμοποιώντας κατάλληλο ύφος: «ἡ ἔλευσις μεγίστην ἀγαλλίασιν προὐξένησεν εἰς τὸν τόπον μας», «οἱ φιλελεύθεροι καὶ φιλάνθρωποι στρατιῶται», «τὰ τέκνα τῆς ἐλευθερίας, τὰ τέκνα τῆς ἀδελφῆς Ἰταλίας» (Δικαιοσύνη, 28-10-1866) και άλλα παρόμοια. Ο γνωστός Γάλλος φιλέλληνας εθελοντής Gustave Flourens που κατεβαίνει στην Κρήτη στο πλευρό του συνταγματάρχη Βυζάντιου μαζί με τους πρώτους 40 γαριβαλδινούς κάνει λόγο για τον «Λόχο των Φιλελλήνων του 1866». Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να αντιληφθούμε πώς ο γενικός ενθουσιασμός γέννησε τις φήμες για διόγκωση του αριθμού όσων σκόπευαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πρώτων εθελοντών: φήμες κυκλοφορούν ευρέως στην Αθήνα και τη Σύρο ότι οι γαριβαλδινοί θα ξεπεράσουν τους 1.000!

Το ταξίδι τους συνεχίζεται μέχρι τον Πειραιά, όπου φτάνουν οι πρώτοι με ελληνικό ατμόπλοιο στις 22 Οκτωβρίου, για να συνεχίσει η ροή τους σε μικρές ομάδες και τις επόμενες εβδομάδες: «ἡ θέα τῶν στρατιωτῶν τούτων ἀνεζωπύρισεν ἱκανῶς τὸ φρόνημα τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ διέχυσε παντοῦ τὸν ἐνθουσιασμὸν» (Δικαιοσύνη, 4-11-1866)∙ «ἄλλο σῶμα γαριβαλδινῶν ἔφθασεν ἐνταῦθα, ἵνα προσφέρῃ τοὺς βραχίωνὰς του εἰς τὴν ἀγωνιζομένην ἐλευθερίαν» (Αυγή, 14-11-1866), είναι μερικά μόνο από τα σχόλια των ημερών.

Το ίδιο κλίμα φαίνεται ότι επικρατεί και στη Σύρο, που αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού, και από εκεί στην Κρήτη, η οποία τους υποδέχεται με ενθουσιασμό και πολλή προσμονή. Η άφιξή τους στο Καστέλλι Κισάμου, όπου διεξάγεται σφοδρή μάχη, «ἐνεθάρρυνε πολὺ τοὺς χριστιανοὺς», «[ἦτο] θέαμα συγκινητικότατον [οἱ] αὐθόρμητοι [οὖτοι] στρατιῶται τῆς πατρίδος καὶ [τῆς] πίστεως» (Εύριπος, 26-11-1866).

Ας ρίξουμε μια ματιά όμως σε όσα συμβαίνουν στο νησί. Από τη μια πλευρά, η έλλειψη οργάνωσης και οι διαφωνίες μεταξύ των αρχηγών των ένοπλων σωμάτων, η αδυναμία συμφωνίας ως προς τη γενική αρχηγία ήταν εμφανείς από την αρχή, γεγονός που πολλές φορές δυσκόλεψε τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι Κρήτες αλλά και όσοι γενικά στήριζαν τον αγώνα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί σε ό,τι αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χειριστούν το θέμα της προβολής της συμμετοχής ξένων εθελοντών και αυτή η στάση δεν είναι άσχετη προς την ασάφεια των πληροφοριών γύρω από το ζήτημα του συνολικού αριθμού τους, όπως αναφέρθηκε. Και αυτό γιατί στόχος τους ήταν πρωτίστως να προβληθεί ο εθνικός χαρακτήρας της επανάστασης και να σιγάσουν οι φωνές που μιλούσαν για ξενική υποκίνηση της αναταραχής: «Ἀγνοοῦσιν ἄρὰ γε, ὅτι τὰ κινήσαντα τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης εἰσὶ τὰ ἱερώτερα τῶν αἰσθημάτων; …Πότε ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης ἀνέθεσε τὰς ἐλπίδας της εἰς τοὺς γαριβαλδινούς;», θα απαντήσει με ‘ιερή αγανάκτηση’ ο αθηναϊκός Αιών (3-11- 1866) σε ευρωπαϊκά και τουρκικά δημοσιεύματα που θέλουν να παρουσιάσουν την επανάσταση να έχει υποκινηθεί από εξωτερικές δολοπλοκίες, να έχει στρατολογήσει «εὐρωπαίους τυχοδιώκτας», «κοσμοπολίτικες ὀρδὲς ποὺ δωροδοκήθηκαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα», «συμμορίας τοῦ Γκαριμπάλντι» ( Κλειώ, 14-12-1866), ή να στηρίζει τις ελπίδες της «ἐπὶ τῶν χιλιάδων ἐκείνων γαριβαλδινῶν ἐθελοντῶν, οἵτινες διαλυθέντες μετὰ τὴν εἰρήνην μένουσιν ἄνευ ἔργου». Άλλωστε, όπως είπαμε, ο ίδιος ο στρατηγός Garibaldi, ο «ἀκραιφνέστερος τῶν ἐν Ἰταλίᾳ φιλελλήνων» (Αλήθεια, 3-3-1867), δεν παραλείπει να αναφερθεί με θερμά λόγια στον κρητικό αγώνα σε κάθε ευκαιρία και να καλέσει σε πανευρωπαϊκή υποστήριξη προς τους αγωνιζόμενους για την ελευθερία Κρήτες, κρατώντας έτσι τη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή κοινή γνώμη σε διαρκή εγρήγορση.

Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν δυνατό να μην χρησιμοποιηθεί το γεγονός της άφιξης των ξένων στην Κρήτη ως απόδειξη του διεθνούς ενδιαφέροντος, που συντηρούσε τη θέρμη με την οποία ανταποκρινόταν και η ελληνική κοινή γνώμη και στήριζε την επανάσταση. Εξάλλου, δεν έλειπαν, τουλάχιστον στην αρχή, η προσμονή και η ελπίδα για την ανάμιξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων υπέρ του αγώνα των Κρητών. Η παρουσία των ξένων στο νησί, κάποιοι από τους οποίους φορούσαν στολή αξιωματικού, εκλαμβανόταν ως η πρώτη ένδειξη μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής κινητοποίησης∙ όσοι συνόδευαν τα ελληνικά εθελοντικά σώματα στη λαϊκή συνείδηση δεν μπορούσαν παρά να είναι απεσταλμένοι των ξένων κυβερνήσεων, οι οποίες περίμεναν τις αναφορές τους για να ξεκινήσουν την επέμβαση. Δεν έχουμε ωστόσο συγκεκριμένες πληροφορίες αν οι χωρικοί της κρητικής υπαίθρου αναγνώριζαν το κόκκινο πουκάμισο των γαριβαλδινών και από την όψη του ανακαλούσαν τον μύθο που τους συνόδευε.

Εδώ στην Κρήτη όμως οι δυσκολίες είναι πολλές: οι μετακινήσεις στα στενά ορεινά μονοπάτια είναι επίπονες, με τα πόδια πλάι στα φορτωμένα μουλάρια, πολλές φορές σκαρφαλώνουν στα βράχια, κατεβαίνουν ρεματιές, εκτεθειμένοι στη βροχή, το χιόνι και το κρύο καθώς ο χειμώνας πλησιάζει. Όμως, το μεγαλύτερο δράμα έγκειται αλλού: στο γεγονός πως, όσο κι αν υπάρχει προθυμία, είναι δύσκολο για τους οπλαρχηγούς να προσφέρουν στους εθελοντές τα χρειώδη, κυρίως τρόφιμα και πολεμοφόδια απαραίτητα για τη συνέχιση του αγώνα, αφού ο τουρκικός ναυτικός αποκλεισμός των κρητικών λιμανιών δυσχεραίνει την προσέγγιση των ελληνικών ατμόπλοιων που εφοδιάζονται στη Σύρο. Όπως μαρτυρείται μέσα από όλες τις πηγές της εποχής, οι στερήσεις και οι κακουχίες είναι ο μονιμότερος σύντροφος των αγωνιζόμενων ενάντια στις τουρκικές δυνάμεις: «ἡ πείνα, τὸ ψῦχος, αἱ νόσοι, εἶναι οἱ μεγάλοι βοηθοί τῶν Τούρκων. …ὡς ἐπί τὸ πλεῖστον ἄνευ ἄρτου, τρώγομεν δίπυρον κριθίνου ἀλεύρου, τὸ ὁποῖον ψήνομεν ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς. …Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω εἰς Βεζέκαν πλησίον εἰς τὸν υἱόν σας Ῥικιώτην, …ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν εἶναι πλέον πόλεμος, εἶναι σφαγὴ ἄνευ ἐλέους », δηλώνει σε επιστολή του Ιταλός εθελοντής προς τον στρατηγό Garibaldi, τον Δεκέμβριο του 1866 (Αναμόρφωσις, 15-1-1867)∙ «περιερχόμενοι δὲ τὰ μὴ ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ τῶν κατοίκων χωρία», αναφέρει στα απομνημονεύματά του άλλος, ανώνυμος Έλληνας εθελοντής, «ἐζητοῦμεν ὀλίγον ἄρτον παρὰ τῶν κατοίκων, ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς μὴ ἔχοντες νὰ διαθρέψωσι τὰ ἴδιά των τέκνα, μετά λύπης των ἔλεγον ἡμῖν, διάλε τὴν μπουκιά τὴν ἔχω». Κυνηγημένοι από τις τουρκικές δυνάμεις, εθελοντές και οικογένειες Κρητών προσφύγων ήταν αναγκασμένοι να βαδίζουν πολλές φορές ακατάπαυστα. Έτσι, μόνο μέσα στο διάστημα από το τέλος Δεκεμβρίου 1866 μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1867 αναφέρεται πως 90 Κρητικοί και 27 εθελοντές πέθαναν από την πείνα στη δυτική Κρήτη.

Ο Gustave Flourens, οι αναμνήσεις και οι ανταποκρίσεις του οποίου στην εφημερίδα L’Indépendance
Hellénique
αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικότατη πηγή για τα γεγονότα της εποχής και κυρίως για τη ζωή των εθελοντών, είναι εξόχως παραστατικός: «Τὰ ὑποδήματὰ μου κατεσχίσθησαν ὑπὸ τῶν πετρῶν καὶ τῶν βάτων∙ μὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ προμηθευθῶ ἄλλα∙ ὁδεύω δὲ μὲ τοὺς πόδας γυμνούς. Μὲ κατατρώγουσι τόσον οἱ ψύλλοι, ὥστε μὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ κλείσω τὸ ὄμμα. Πλαγιάζω καταγῆς εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ στρατηγοῦ μας∙ ἡ περισκελὶς δὲ καὶ τὸ ἐσώβρακόν μου εἶναι κατεσχισμένα, καί, μεθ’ ὅλα τὰ ραψίματά μου, ἀφίνουσι τὸν ἀέρα νὰ διέρχηται. Εἰς τὰ ὄρη κατήντησα, ἐπὶ ἓξ ἡμέρας, νὰ μὴ τρώγω εἰμὴ χόρτα βρασμένα, ἄνευ ἅλατος καὶ ἄνευ ἄρτου».

Εξίσου προβληματική ήταν η επικοινωνία των ξένων εθελοντών τόσο μεταξύ τους όσο και με τους κατοίκους του νησιού και με τους άλλους συμπολεμιστές τους λόγω άγνοιας της ελληνικής γλώσσας. Πολλές φορές, όπου βρισκόταν ο Gustave Flourens, δεινός γνώστης τουλάχιστον της αρχαίας ελληνικής, χρειαζόταν να εκτελεί χρέη διερμηνέα, κυρίως να μεταφέρει τις οδηγίες των αρχηγών και τα νέα προς τους υπολοίπους, τις περισσότερες φορές όμως οι ανάγκες καλύπτονταν όπως-όπως: «Ὁ Νικόλας ἦτο πολύγλωσσος∙ …ἠδύνατο μάλιστα κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ χρησιμεύῃ, ὁτὲ μὲν ὡς μάγειρος, ὁτὲ δὲ ὡς διερμηνεύς. Ὡς πᾶς τις κατανοεῖ, ἀνάγκη διερμηνέως ἦτο μεγάλη∙ διότι ὡμιλοῦντο μεταξὺ ἡμῶν διάφοροι γλῶσσαι∙ ὁτὲ μὲν οἱ ξενιζόμενοι1 προσεπάθουν νὰ ὁμιλῶσι πρὸς τοὺς ξενίζοντας Ἑλληνιστὶ, ὁτὲ δὲ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους Γαλλιστί καὶ Γερμανιστὶ, ἢ καὶ μετὰ τῶν Ἑλλήνων Γαλλιστί. Ὁ Οὖγγρος συνταγματάρχης καὶ ὁ καπετὰν Ἀλέξανδρος ἀντήλλασσον ἰδέας διὰ γλώσσης τραχείας, ἢν οὐδεὶς τῶν ἄλλων κατελάμβανεν

Θα είναι λοιπόν οι στερήσεις και οι κακουχίες, η διάψευση της απατηλής εικόνας που είχαν πλάσει για την κατάσταση που θα έβρισκαν επί τόπου, η απογοήτευση από την ασυμφωνία μεταξύ των αρχηγών και την ελλιπή αποτελεσματικότητα, η απραξία εξαιτίας του χειμώνα, οι προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν, οι διαφορές στη νοοτροπία ανάμεσα στους πιστούς χριστιανούς κατοίκους του νησιού που πολεμούσαν στο όνομα του Θεού και στους ριζοσπάστες φιλελεύθερους που είχαν συνηθίσει να μάχονται στα ευρωπαϊκά μέτωπα, που θα απογοητεύσουν τελικά μία μερίδα των γαριβαλδινών εθελοντών –αλλά όχι μόνο αυτούς.

Έτσι, από τις αρχές Ιανουαρίου 1867 ομάδες εθελοντών εκδηλώνουν την επιθυμία τους να εγκαταλείψουν το νησί και κατόπιν συνεννόησης με τον Τούρκο διοικητή Μουσταφά πασά. Τριακόσιοι περίπου επιβιβάζονται στο γαλλικό πολεμικό Salamandre και σε δύο τουρκικά ατμόπλοια∙ μεταξύ αυτών και οκτώ γαριβαλδινοί. Ο Ferdinando Cirafo, ταγματάρχης του Λόχου των Φιλελλήνων, θα επιχειρήσει να απαντήσει –από τη Σύρο όπου πλέον βρισκόταν– στη γενική αγανάκτηση που προκάλεσε, όπως θα δούμε, το γεγονός και να αποκαταστήσει «l’honneur du nom Italien» προβάλλοντας το επιχείρημα πως οι Ιταλοί παραπλανήθηκαν, αφού πίστευαν ότι ρωσικό πλοίο επρόκειτο να τους παραλάβει (L’Indépendance Hellénique, 31-1-1867). Προς τα τέλη του μήνα αναφέρεται πως άλλοι 17 γαριβαλδινοί, μαζί και όσοι είχαν εντωμεταξύ τραυματιστεί ή αρρωστήσει, πήραν τον δρόμο της επιστροφής επιβιβαζόμενοι σε οθωμανικό ατμόπλοιο, για να ακολουθήσουν έπειτα και πολλοί από τους εναπομείναντες.

Η πράξη των «νόθων αὐτῶν ὀπαδῶν» του, των «ἐπαίσχυντων ἀπατεώνων τῶν κρυμμένων κάτω ἀπὸ τὸ κόκκινο πουκάμισο» θα επιφέρει την οργή του Garibaldi και την κατακραυγή του κόσμου: «Οἱ κύριοι ἐνόμιζον», παρατηρεί με χλευασμό ο στρατηγός, «ὅτι ἔμελλον νὰ εὕρωσιν ἐν Κρήτῃ ξενοδοχεῖα, μαλακὰς στρωμνὰς καὶ ἄφθονον καὶ πλουσίαν τροφήν. Ἐλησμόνησαν ὅμως οἱ ἀβροδίαιτοι ὅτι οἱ ὑπέρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνες ἀπαιτοῦσι τὰς μεγίστας τῶν θυσιῶν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ ὑποφέρωσι τὴν πείναν, τὸ ψῦχος καὶ πάσας τὰς παρεπομένας κακουχίας…» (Ερμούπολις,2-3-186). Αλλά και ελληνικά δημοσιεύματα τους αποκαλούν άτιμους, άνανδρους και προδότες, εξαμβλώματα και άθλιους που αξίζουν λιθοβόλημα (Νόμος, 28-1-1867), ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια σε βάρος τους στον Πειραιά, όταν προσέγγισαν εκεί τα πλοία που τους μετέφεραν.

Τις συνθήκες που αντιμετώπισαν στην Κρήτη και τους λόγους που τους οδήγησαν στην απόφασή τους να επιστρέψουν στην Ιταλία –εγκαταλείποντας «έναν σκοπό που πλέον είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν μας αφορά»– θα περιγράψει μικρή ομάδα γαριβαλδινών, μέσα από την έκδοση επτά επιστολών στη Φλωρεντία, με τη φροντίδα του Adolfo Bruzzone ο οποίος βρέθηκε επίσης στην Κρήτη ως εθελοντής για δύο μήνες, όπου εξιστορείται με τα μελανότερα χρώματα η κατάσταση στο νησί και ο ‘άθλιος χαρακτήρας των Κρητών’. Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται είναι βαριοί: «εκείνοι οι αχάριστοι [Κρήτες]», «δεν είναι ακόμη άξιοι της ελευθερίας», «ο λαός αυτός δεν έχει ακόμη εκπαιδευτεί για ελευθερία, ούτε μάχεται με τη συνείδηση ενός ιερού και ευγενούς αγώνα, αλλά μάχεται για φαύλους σκοπούς», «στην Κρήτη πρέπει να φοβάσαι περισσότερο τον φίλο από τον εχθρό», «στη χώρα των εκφυλισμένων Ελλήνων, λαού αμόρφωτου, δεισιδαίμονα, αδαούς», «εκείνη η άθλια διαδοχή από βάσανα που αποκαλείται κρητική επανάσταση» και άλλα παρόμοια. Οι επιστολές δημοσιεύτηκαν αργότερα, τον Ιούνιο του 1867, και σε ιταλικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες, προκαλώντας πικρία, οργή και αγανάκτηση στην Αθήνα, όμως «οὐδόλως ποιοῦμεν ἀλληλέγγυον πρὸς τὰς ἐρεσχελίας ὀλίγων ἀγυρτῶν τὸ φιλότιμον ἰταλικόν ἔθνος» (Κλειώ, 16/28-6-1867). Ταυτόχρονα θα δώσουν αφορμή να εκδηλωθεί ικανοποίηση από την πλευρά των Οθωμανών. Ίσως οι θριαμβολογίες των τελευταίων να είναι αυτές που ωθούν τον Flourens να γράψει πως η έκδοση των επιστολών ήταν πληρωμένη από την Πύλη με σκοπό να δυσφημιστούν οι επαναστάτες και όσα συνέβαιναν στο νησί.2 Δεν είναι δυνατό, βέβαια, να επαληθεύσουμε αυτή την πληροφορία∙ μάλλον θα πρέπει να την αποδώσουμε στην αγανάκτηση του Γάλλου φιλέλληνα για τον θόρυβο που είχε προκληθεί, παραμένει ωστόσο γεγονός πως η υποκίνηση τέτοιων αντιεπαναστατικών δημοσιευμάτων στον ευρωπαϊκό Τύπο συνιστούσε γνωστή οθωμανική πρακτική την εποχή εκείνη.

Αυτή όμως ήταν, όπως αναφέραμε, μία ομάδα των γαριβαλδινών. Αρκετοί παρέμειναν στο νησί, πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων Κρητών και των εθελοντών και αρκετοί θυσίασαν τη ζωή τους στον βωμό της ελευθερίας: «ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς Κρήτην διὰ νὰ τὴν ἐλευθερώσωμεν καὶ δὲν θέλομεν ἐξέλθει εἰμὴ διὰ νὰ ὑπάγωμεν ν’ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἀφῆκαν εἰς τὸν πολιτισμὸν καὶ ἕτερον μέρος τῆς χώρας της…» (Αναμόρφωσις, 15-1-1867).

Ο Leon Poinsot, σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα L’Indépendance Hellénique (14- 3-1867), αναφέρει: «Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν [υπό τον Ζυμβρακάκη] τοῦ λόχου τῶν Φιλελλήνων ἀνέρχεται εἰς τέσσαρας: 1 Ἰταλόν, τὸν κ. Ἀρντεμάνι Λουτσιάνο ἐκ Μιλάνου καὶ 3 Γάλλους, τοὺς κ.κ. Γουσταῦον Φλουρὰνς, Ἰούλιον Ἀνεμὸς καὶ ἐμέ. Ὡς λέγουν ἐφημερίδες τινὲς ἢ μᾶλλον κυβερνήσεις τινές, συνεχίζομεν νὰ ζῶμεν ὡς τυχοδιῶκται. Καὶ σεμνυνόμεθα διὰ τὸν τίτλον τοῦτον, διότι αἱ τυχαῖαι περιπέτειαι δὲν λείπουν ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε ἔντιμοι…». Ο υπαινιγμός για τον ρόλο πολλών ξένων εφημερίδων με στόχο τη δυσφήμιση τόσο των ίδιων γαριβαλδινών όσο και της Κρητικής Επανάστασης γενικότερα είναι εδώ σαφής. Συνολικά, με βάση τους υπολογισμούς του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα των αριθμών, τουλάχιστον τριάντα ένας γαριβαλδινοί έχασαν τη ζωή τους μέχρι τα τέλη της άνοιξης του 1867. Από εκείνο το σημείο και πέρα η παρουσία τους στο νησί φθίνει σημαντικά. Τους τελευταίους θα βρει στην Κρήτη, στα τέλη του 1868, η βαρόνη Marie Espérance von Schwartz, προσωπική φίλη του Garibaldi, να περιφέρονται εξαθλιωμένοι στην ύπαιθρο, χωρίς τα μέσα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Η ίδια θα κάνει τα πάντα για να τους συνδράμει.3

Αντί άλλου επιλόγου, θα άξιζε να κλείσουμε τη σύντομη αυτή εξιστόρηση παραθέτοντας, για μια ακόμη φορά, τα λόγια του Gustave Flourens, ο οποίος περιγράφει τον θάνατο του γαριβαλδινού υπολοχαγού Achille de Grandi, τον Μάιο του 1867 κατά τη μάχη στο Λασίθι: «Με θρυμματισμένα γόνατα από έκρηξη οβίδας ο ανδρείος Λομβάρδος, οι Τσεκρέζοι του ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια. Βογκούσε ακόμη όταν τον βρήκε ένας σύντροφός του να σφαδάζει μέσα σε μια λίμνη από αίμα και τον απάλλαξε από το μαρτύριο με μία σφαίρα από ρεβόλβερ. Η τέλεια καλοσύνη, το μεγαλείο του χαρακτήρα, οι ιπποτικοί τρόποι αυτού του ευγενούς νέου τον κατέστησαν στην Κρήτη τον πιο αγαπητό φιλέλληνα».4

Απομνημονεύματα εθελοντού της Κρητικής Επαναστάσεως κατά τα έτη 1866-67-68, Εν Αθήναις, Τυπογραφείον του «Κάλλους» 1884.

Bruzzone Adolfo, Lettere di volontari garibaldini sull’insurrezione di Candia, Tipografia La Riforma, Firenze 1867.

Flourens Gustave, Souvenirs d’un philhellène, Lyon 1893, σ. 136.

Καλλιβρετάκης Λεωνίδας, Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998.

Liakos Antonis, “Garibaldi e I garibaldini verso Creta nel 1866-1869”, Rassegna Storica del Risorgimento 80 (1993), 316-43.

Noto Andrea Giovanni, “Moments and expressions of the European Philhellenism: the ‘Cretan Question’ in Messina (1866-1889)”, Balkan Studies 51 (2016): 5-34.

Perrot George, “Deux ans d’insurrection dans l’île de Crète”, Revue des Deux Mondes 74 (1868).

Πρεβελάκης Ελευθέριος, Βασιλική Πλαγιανάκου–Μπεκιάρη, επιμ., Η Κρητική Επανάστασις 1866-1869. Εκθέσεις των εν Κρήτη προξένων της Ελλάδος, Σειρά: Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας, Αθήναι: Ακαδημία Αθηνών, 1967.

Σκίννερ Ιλαρίων Ι.Ε., Σκληραγωγίαι εν Κρήτη κατά το 1867, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήναι 1868.

  1. Guests, στο πρωτότυπο. ↩︎
  2. Flourens, Souvenirs, σ. 312. ↩︎
  3. Ελπίς Μέλαινα, Περιηγήσεις στην Κρήτη (1866-1879), Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2008, σ. ιη΄. ↩︎
  4. Flourens, ό.π., σ. 149-50. ↩︎
Avatar photo
Ελευθερία Μαντά

Η Ελευθερία Μαντά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ. Διατέλεσε για πολλά χρόνια Επιστημονική συνεργάτης και στη συνέχεια Διευθύντρια του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ).

Άρθρα: 1