Αποσαφήνιση όρων
Ο όρος «αντικατοχικό κίνημα» αφορά τις μαζικές αντικατοχικές κινητοποιήσεις με τη μορφή πορειών προς τα κατεχόμενα και όχι το σύνολο των αντικατοχικών πρωτοβουλιών που περιλαμβάνουν επίσης άλλες δημόσιες εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, διαμαρτυρίες, διαβήματα, επαφές με ξένους ηγέτες και φορείς κτλ. που πραγματοποιήθηκαν από το 1974 έως και σήμερα, καθώς δεν έχει λήξει η κατοχή.
Πρόκειται για ένα φαινόμενο προσδιορισμένο και περιορισμένο χρονικά μεταξύ των ετών 1975 και 1996 με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Οι πορείες των γυναικών
Η πορεία του 1975
Η πρώτη πορεία γυναικών πραγματοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 1975. Η πρωτοβουλία ανήκε σε Κύπριες από διάφορους πολιτικούς χώρους και σε αλλοδαπές γυναίκες που ζούσαν μόνιμα στην Κύπρο, όπως η ογκολόγος Χέλεν Σωτηρίου, η Νταϊάνα Weston-Μαρκίδου και η Ρέιτσελ Μιχαηλίδου. Με αφορμή και το ότι το 1975 είχε ανακηρυχθεί «έτος της γυναίκας»,1 δημιούργησαν κίνηση με την ονομασία Women Walk Home (που στα ελληνικά αποδόθηκε: Οι Γυναίκες Επιστρέφουν), προβάλλοντας κυρίως το ζήτημα της παρεμπόδισης των Ελληνοκυπρίων να επιστρέψουν στα σπίτια τους από τον τουρκικό στρατό. Η συμμετοχή γυναικών και όχι ανδρών, η ανάρτηση λευκών σημαιών και η αποφυγή χρήσης της ελληνικής και της κυπριακής σημαίας, οι διεθνείς συμμετοχές από επώνυμες γυναίκες αποτελούσαν συνειδητές επιλογές για τη διασφάλιση του ειρηνικού χαρακτήρα της κινητοποίησης. Παράλληλα, οι γυναίκες επεδίωκαν να καταδείξουν ότι δεν κινούνταν εναντίον των Τουρκοκυπρίων αλλά κατά της παρουσίας του τουρκικού στρατού. Πολύ χαρακτηριστικό ήταν το κεντρικό σύνθημα της πορείας: «We come in peace» («Ερχόμαστε ειρηνικά»).2
Στην πρώτη αυτή πορεία συμμετείχαν γυναίκες από την Ελλάδα και τον παροικιακό ελληνισμό και από 36 ξένες χώρες. Ανάμεσά τους η Μελίνα Μερκούρη, η Αμαλία Φλέμινγκ, η Μαργαρίτα Παπανδρέου, η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλιέξ, η Σύλβα Ακρίτα και οι Βρετανίδες μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων Jo Richardson και Lena Jeger. Μηνύματα συμπαράστασης απέστειλαν προσωπικότητες όπως οι Σιμόν ντε Μποβουάρ, η Φρανσουάζ Σαγκάν και η Σιμόν Σινιορέ. Πολύ μεγάλη όμως ήταν η συμμετοχή γυναικών από την Κύπρο, που σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία3 έφτασαν τις 30.000, χωρίς να είμαστε σε θέση να ελέγξουμε την ακρίβεια αυτού του τεράστιου για τα κυπριακά δεδομένα αριθμού.

Η πορεία έφτασε στο όριο της «νεκρής ζώνης» όπου παρέμεινε σε καθιστική διαμαρτυρία μετά και την άρνηση των κατοχικών δυνάμεων να παραλάβουν το ψήφισμα των γυναικών.4
Η πρώτη αντικατοχική πορεία είχε κυρίως συμβολικό χαρακτήρα με βασικό στόχο την ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης. Αντλούσε πρότυπα από το παγκόσμιο ειρηνιστικό κίνημα και αποφεύχθηκε συνειδητά οποιαδήποτε εθνικοαπελευθερωτική αναφορά. Αποκάλυψε ακόμη, τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες της κίνησης με έναν επαγγελματικού επιπέδου σχεδιασμό και υλοποίηση.
Ένα κινηματικό κενό, 1975-1985
Μεσολάβησαν δώδεκα χρόνια ως την επόμενη πορεία γυναικών αλλά και οποιασδήποτε άλλης αντικατοχικής κινητοποίησης προς τη γραμμή αντιπαράταξης με την εξαίρεση της ετήσιας μαχητικής πορείας των προσφύγων της κατεχόμενης Φιλιάς, ενός θεσμού που ξεκίνησε κι αυτός σχετικά αργοπορημένα, το 1985.5 Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν γι’ αυτό το κενό διάστημα. Είναι γεγονός ότι η διοργάνωση αντιστασιακού και μάλιστα απελευθερωτικού κινήματος στην Κύπρο χωρίς επαρκή αμυντική θωράκιση και χωρίς την ενεργό συμπαράσταση της Ελλάδας όπως και η διεθνής κινητοποίηση για την άσκηση πίεσης στην Τουρκία να αποσύρει τα στρατεύματά της και να επιτρέψει την αποκατάσταση της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή. Είναι αλήθεια επίσης ότι η εισβολή και κατοχή στην Κύπρο δεν προκάλεσε τα ανάλογα αντανακλαστικά του διεθνούς παράγοντα και της κοινής γνώμης όπως σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις σαν αυτές της Παλαιστίνης, του Βιετνάμ, της Χιλής και όπου αλλού συνέβησαν στρατιωτικές επεμβάσεις και πραξικοπήματα. Ένας σοβαρός λόγος ή δικαιολογία γι’ αυτό είναι ότι η επίσημη ελληνική ηγεσία επέλεξε ήδη από τον Δεκέμβριο του 1974 να προχωρήσει στην επανέναρξη του διακοινοτικού διαλόγου δίχως να θέτει ως προϋπόθεση την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, προσφέροντας «άλλοθι αδράνειας» τόσο στον διεθνή παράγοντα όσο και στην ίδια την Τουρκία να μην προχωρεί σε οποιαδήποτε παραχώρηση εφόσον δεν της ασκούνταν πιέσεις.6 Ο αγώνας για καθημερινή επιβίωση και για αποκατάσταση των προσφύγων, ο φόβος πως μία δήθεν πρόκληση από ελληνικής πλευράς θα προκαλούσε την ολοκληρωτική κατάληψη της Κύπρου, η αντίθεση της κυβέρνησης σε οποιαδήποτε αντικατοχική πρωτοβουλία και η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι το Κυπριακό θα λυνόταν με τις διαπραγματεύσεις της «υπεύθυνης ηγεσίας» και άρα η κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα ήταν περιττή αν όχι και επιζήμια, πιθανότατα δικαιολογούν το κενό μαζικών αντικατοχικών πορειών προς τη γραμμή αντιπαράταξης από το 1975 ως το 1985.
Η «αναβίωση» του κινήματος αιτιολογείται πιθανότατα εξαιτίας δύο καταλυτικών παραγόντων: της ανακήρυξης του «ψευδοκράτους του Ντενκτάς» στις 15 Νοεμβρίου 1983 και της διάψευσης των όποιων προσδοκιών για πρόοδο στην επίλυση του Κυπριακού μέσω των διακοινοτικών συνομιλιών σε συνδυασμό με την απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής άσκησης πίεσης προς την Τουρκία ούτως ώστε να προβεί σε παραχωρήσεις. Επιπλέον, ο φόβος της παγίωσης των τετελεσμένων της εισβολής ως δεδομένων και οριστικών, η αποκατάσταση των προσφύγων και η ανάδυση μιας νέας γενιάς που δεν φαινόταν να συμβιβάζεται με την Κατοχή, εξηγούν επίσης την «επιστροφή» του αντικατοχικού κινήματος ως εναλλακτικού τρόπου άσκησης πολιτικής και διεκδίκησης.


Πρωτοπορία του αντικατοχικού κινήματος υπήρξαν εκ νέου οι γυναίκες που πραγματοποίησαν μαζικές πορείες προς τα κατεχόμενα. Το παράδειγμά τους βρήκε ελάχιστους μιμητές, όπως τους πρόσφυγες της Φιλιάς καθώς και μία πρωτοβουλία μοτοσικλετιστών που προχώρησε στην πρώτη της αντικατοχική μηχανοκίνητη διαδήλωση στις 20 Ιουλίου του 1987 με σύνθημα: «Με τη μοτοσυκλέτα φτάνεις πιο γρήγορα στην Κερύνεια».7
Η πορεία στον Άρωνα, Ιούνιος 1987
Οι Γυναίκες Επιστρέφουν επιχείρησαν να οργανώσουν νέα πορεία γυναικών στις 27 Φεβρουαρίου 1987. Μόλις όμως δημοσιοποιήθηκε η είδηση, προκλήθηκε τέτοια αντίδραση από τον Τύπο που κατέληξε στη ματαίωσή της. Εκτός των ειρωνικών και χλευαστικών σχολίων με σαφές σεξιστικό περιεχόμενο, η κίνηση των γυναικών να πραγματοποιήσουν πορεία προς τα κατεχόμενα χαρακτηρίστηκε ως πρόκληση. Οι γυναίκες απάντησαν ότι πρόκληση συνιστούσε η παρουσία των ξένων κατοχικών στρατευμάτων, ο εποικισμός της χώρας και η παράνομη διαχωριστική γραμμή, την οποία είχαν το νόμιμο δικαίωμα να διασχίσουν.8
Η επιμονή των γυναικών της Κίνησης οδήγησε στην πραγματοποίηση πορείας τον Ιούνιο του ίδιου έτους στον Άρωνα. Και αυτή τη φορά ασκήθηκαν πιέσεις τόσο από την κυβέρνηση και τον Τύπο όσο και από την ηγεσία του ψευδοκράτους, αλλά και τους ειρηνευτές της ΟΥΝΦΙΚΥΠ (UNFICYP) που θεωρούν ότι στη «νεκρή ζώνη» διατηρούν κυριαρχικά δικαιώματα.9
Η πορεία τελικά πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 14 Ιουνίου του 1987 με τη συμμετοχή περίπου 300 γυναικών που αγνόησαν τις απειλές και τις πιέσεις. Το ειρηνιστικό πνεύμα της εκδήλωσης υπογράμμισε η συμβολική κατάθεση στεφάνου στην προτομή του Γκάντι στη Λευκωσία από την Κριστίν Κρόλεϊ (Christine Crawly), Βρετανίδα ευρωβουλευτή, γνωστή για τους αγώνες της για τα ανθρώπινα δικαιώματα.10

Η κατεύθυνση της πορείας ήταν μυστική ως την τελευταία στιγμή. Οι γυναίκες κρατούσαν λευκές σημαίες και πανό με το σύνθημα «We come in peace». Έφτασαν στην Αγλαντζιά και τότε οι γυναίκες ξεχύθηκαν προς το κατεχόμενο ύψωμα του Άρωνα, αλλά εμποδίστηκαν, σε κάποιες περιπτώσεις με τη χρήση βίας να φτάσουν στο τουρκικό φυλάκιο.11
Ένας νέος κύκλος κινητοποιήσεων είχε ανοίξει.
Η πορεία στον Άγιο Παύλο
Τον Οκτώβριο του 1987 αποφασίστηκε η πραγματοποίηση νέας πορείας στις 22 Νοεμβρίου, ημέρα συζήτησης της προσφυγής της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.12
Χίλιες περίπου γυναίκες συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Σολωμού, σταθερό σημείο εκκίνησης όλων των πορειών των γυναικών. Από το εξωτερικό συμμετείχαν η Κάθριν Πόρτερ (Kathryn Porter), σύζυγος Αμερικανού γερουσιαστή, η Βρετανίδα βουλευτής βαρόνη Ντόουν Πριµαρόλο (Dawn Primarolo), στελέχη του κινήματος των Πρασίνων της Δυτικής Γερμανίας κ.ά. Από την Ελλάδα συμμετείχαν η δήμαρχος Ζωγράφου Φωτεινή Σακελλαρίδου, η ηθοποιός Ασπασία Παπαθανασίου και άλλες επώνυμες και ανώνυμες γυναίκες με ευαισθησία στο Κυπριακό.13

Επαναλήφθηκε ξανά το ίδιο σκηνικό πιέσεων και απειλών, κυρίως μέσω της συστηματικής κινδυνολογίας του Τύπου, από την εχθρική στάση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, η οποία αναφέρθηκε σε «ακεραιότητα της νεκρής ζώνης» που απειλούνταν από τις γυναίκες και βέβαια από το κατοχικό καθεστώς. Αυτή τη φορά, πάντως, υπήρξαν και δηλώσεις συμπαράστασης από κόμματα και φορείς ενώ συμμετείχε και η σύζυγος του προέδρου της βουλής Βαρβάρα Λυσσαρίδου. Στόχος ήταν το πέρασμα στα κατεχόμενα.14
Στην πορεία στον Άγιο Παύλο, όπου βρέθηκαν παραπλανώντας έντεχνα την αστυνομία και την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, οι γυναίκες έκοψαν τα συρματοπλέγματα ανοίγοντας διαδρόμους για τις υπόλοιπες γυναίκες να περάσουν προς τα κατεχόμενα και σταμάτησαν μπροστά στο πρώτο επανδρωμένο τουρκικό φυλάκιο. Έπειτα από δεκατρία χρόνια, οι γυναίκες κατάφεραν να πατήσουν για πρώτη φορά στην κατεχόμενη κυπριακή γη.15
Ο ξένος Τύπος κάλυψε με πολύ επαινετικά σχόλια την πορεία των γυναικών στον Άγιο Παύλο ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα συμπαράστασης.16

Η κατάληψη της Ακρόπολης, Ιούνιος 1988
Τον Ιανουάριο του 1988, η συγκυρία έχει μεταβληθεί μετά την περίφημη συνάντηση του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας Ανδρέα Παπανδρέου με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ, στο Νταβός της Ελβετίας όπου στο πλαίσιο του γενικότερου διεθνούς κλίματος επίλυσης των διεθνών διαφορών και της προσέγγισης ΗΠΑ – Σοβιετικής Ένωσης, διαμορφώθηκε το περίφημο «πνεύμα του Νταβός», δηλαδή η εκπεφρασμένη αμοιβαία διάθεση εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά χωρίς να θίγονται οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Κυπριακό. Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους στην προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατία αναδείχθηκε ο Γιώργος Βασιλείου ο οποίος ευαγγελιζόταν την επίλυση του Κυπριακού μέσω της προσήλωσης στις διακοινοτικές συνομιλίες υπό την αιγίδα του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Σιμόν Πέρεζ ντε Κουεγιάρ, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούσε το αφήγημα της «επαναπροσέγγισης» Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του Κυπριακού ως «ψυχολογικού» προβλήματος άρσης των «προκαταλήψεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων».17
Mέσα σ’ αυτό το κλίμα και εν όψει της επίσκεψης του Τούρκου πρωθυπουργού Τουργκούτ Οζάλ στην Αθήνα, οι «Γυναίκες Επιστρέφουν» πραγματοποίησαν σειρά ενημερωτικών εκδηλώσεων στην Αθήνα, στον Πειραιά και στην επαρχία, στις δε 13 Ιουνίου πενήντα περίπου μέλη της Κίνησης κατέλαβαν συμβολικά την Ακρόπολη διαμαρτυρόμενες για την πρόθεση του Οζάλ να επισκεφτεί το παγκόσμιο σύμβολο της Δημοκρατίας. Την επέμβαση των ΜΑΤ σταμάτησε με εντολή της η τότε Υπουργός Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη, και η εκδήλωση διαμαρτυρίας των γυναικών ολοκληρώθηκε χωρίς επεισόδια.18 Τις ίδιες μέρες πραγματοποιήθηκαν πορείες και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας κυρίως από προσφυγικά σωματεία, συλλόγους Κυπρίων της Ελλάδας, Κούρδων και Αρμενίων και ελλαδικές οργανώσεις με ευαισθησία στα εθνικά θέματα.19

Διάσπαση της Κίνησης
Η τοποθέτηση των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της Κίνησης «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν» στο ζήτημα της «επαναπροσέγγισης των δύο κοινοτήτων», αποτέλεσε ένα σοβαρό σημείο τριβής μεταξύ δύο τάσεων που έμοιαζαν αγεφύρωτες καθώς η μία επέλεξε τη συμμετοχή στις πρωτοβουλίες επαναπροσέγγισης ενώ η άλλη κατήγγειλε αυτήν την τακτική ως αποπροσανατολιστική από την ουσία του Κυπριακού. Η σύγκρουση των δύο τάσεων οδήγησε στη διάσπαση της Κίνησης στις αρχές του 1989 μετά από συζητήσεις και ανταλλαγή επιστολών που διήρκεσαν περίπου δύο μήνες.20
Η ομάδα που αποχώρησε σχημάτισε νέα Κίνηση με την επωνυμία Παγκύπρια Κίνηση Γυναικών Επιστροφή και η πρώτη της πρωτοβουλία ήταν η συμμετοχή στη διαμαρτυρία της «Επιτροπής Ευρωπαίων Πολιτών ενάντια στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΟΚ» που είχε συσταθεί στο Λονδίνο από απόδημους Ελληνοκυπρίους. Στη διαμαρτυρία, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαρτίου έξω από το κτίριο της ΕΟΚ στο Στρασβούργο, συμμετείχαν και εκπρόσωποι Τούρκων πολιτικών κρατουμένων.21
Πορεία στα Λύμπια και στην Άχνα, Μάρτιος 1989
Από την άλλη πλευρά, η ομάδα που παρέμεινε διατηρώντας τον τίτλο της Κίνησης Οι Γυναίκες Επιστρέφουν οργάνωσε την επόμενη πορεία γυναικών προς τα κατεχόμενα τον Μάρτιο του 1989. Ο στόχος αυτή τη φορά ήταν διπλός, καθώς οι γυναίκες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία κατευθύνθηκε προς το εγκαταλειμμένο εξαιτίας της τουρκικής εισβολής χωριό Άχνα και η άλλη προς το ύψωμα των Λυμπίων όπου βρίσκεται το εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού.22
Στην πορεία συμμετείχαν περίπου 3.000 γυναίκες με έντονη και πάλι την ελλαδική και ξένη εκπροσώπηση. Μάλιστα, εκατό περίπου γυναίκες, μεταξύ των οποίων και η ξαδέρφη του τότε κυβερνήτη της Μασαχουσέτης, Μιχάλη Δουκάκη, Ολυμπία, ταξίδεψαν για τον σκοπό αυτό από τις ΗΠΑ. Συμμετείχαν επίσης πολλές γυναίκες μέλη εθνικών κοινοβουλίων από διάφορες χώρες της Ευρώπης και δύο Τουρκοκύπριες κάτοικοι Λονδίνου.23
Στην ερειπωμένη και λεηλατημένη Άχνα οι γυναίκες κατάφεραν να παραμείνουν για περίπου τρεις ώρες στη διάρκεια των οποίων έψαλλαν τον Ακάθιστο Ύμνο εντός της γκρεμισμένης εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας μέσα σε κατάνυξη. Οι γυναίκες αποχώρησαν όταν εμφανίστηκαν Τουρκοκύπριοι αντιδιαδηλωτές και στρατιώτες που τις απώθησαν ενώ προέβησαν και σε επιλεκτικές αιχμαλωσίες γυναικών και δημοσιογράφων.24
Στα Λύμπια, αντίθετα, Τούρκοι στρατιώτες και Τουρκοκύπριοι «αστυνομικοί» μαζί με πολίτες επιτέθηκαν στις γυναίκες που κατάφεραν να διασπάσουν τον κλοιό των ειρηνευτών και να φτάσουν στο εκκλησάκι στην κορυφή του λόφου. Τις χτυπούσαν με ρόπαλα και τις έσπρωχναν από τον λόφο, τραυματίζοντάς τες ενώ κάποιες τις αιχμαλώτισαν σέρνοντάς τες κυριολεκτικά. Οι γυναίκες αποχώρησαν κάτω από τις χειρονομίες και τις ύβρεις του συγκεντρωμένου όχλου αφού πρώτα έδωσαν πραγματική μάχη για να κρατηθούν στον λόφο και στον χώρο της εκκλησίας, αλλά και για να απελευθερώσουν τις αιχμάλωτες γυναίκες που μαζί με αυτές της Άχνας, έφτασαν τις 51 ενώ κρατήθηκαν και δύο άντρες δημοσιογράφοι. Απελευθερώθηκαν αργότερα το ίδιο βράδυ έπειτα από διαπραγματεύσεις με τις κατοχικές αρχές.25

Στην πορεία στα Λύμπια και στην Άχνα σημειώθηκαν η πρώτη σύγκρουση των γυναικών με τις κατοχικές δυνάμεις, η πρώτη απόπειρα του κατοχικού καθεστώτος να αιχμαλωτίσει γυναίκες και δημοσιογράφους ενώ για πρώτη φορά επίσης, εκφράστηκαν και τα εθνικά και θρησκευτικά αισθήματα των γυναικών με τη συμβολική απελευθέρωση των εκκλησιών και στα δύο μέρη, τον Εθνικό και τον Ακάθιστο Ύμνο και τη χρήση της ελληνικής σημαίας και αντικατοχικών συνθημάτων. Η βία των κατακτητών αλλά και η ίδια η πραγματικότητα της Κατοχής οδήγησε αναπόδραστα στην «εθνικοποίηση» του κινήματος των γυναικών.
Η πορεία στον Άγιο Κασσιανό, Ιούλιος 198926
Την επόμενη πορεία που έμελλε να είναι και η τελευταία, οργάνωσε η Παγκύπρια Γυναικεία Κίνηση Επιστροφή. Θα είχε τη μορφή ολονύχτιας διαμαρτυρίας εντός της νεκρής ζώνης σε χώρο με έντονο συμβολισμό καθώς περιελάμβανε ένα ερειπωμένο εξαιτίας της εισβολής και της Κατοχής σύμπλεγμα με δύο δημοτικά σχολεία κι ένα εκκλησάκι (Άγιος Γεώργιος) της ενορίας του Αγίου Κασσιανού στην παλιά Λευκωσία. Στόχος ήταν η συμβολική απελευθέρωση του συγκεκριμένου χώρου με το αίτημα να επιστραφεί στους νόμιμους ιδιοκτήτες του, την Κυπριακή Δημοκρατία. Η πορεία είχε προγραμματιστεί για το απόγευμα της 19ης Ιουλίου 1989, προκειμένου το πρωί να βρει τις γυναίκες στον συγκεκριμένο χώρο διαμαρτυρόμενες για την Κατοχή και για την άρνηση της Τουρκίας να συνεργαστεί προκειμένου να διακριβωθεί η τύχη των αγνοουμένων. Αυτή τη φορά θα χρησιμοποιούνταν ελεύθερα το σύμβολο του έθνους, η ελληνική σημαία, και του κράτους, η σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ είχαν προσκληθεί ιερωμένοι (ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος, ο τότε Αρχιμανδρίτης της Αρχιεπισκοπής Γεώργιος Παπαχρυσοστόμου και νυν Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου και δύο ιερείς) για να τελέσουν λειτουργία εντός του ερειπωμένου Αγίου Γεωργίου.
Η πορεία εξελίχθηκε με βάση το σχέδιο καθώς οι γυναίκες κατόρθωσαν να παραπλανήσουν την αστυνομία και να αιφνιδιάσουν τους άντρες της ΟΥΝΦΙΚΥΠ και περνώντας στη νεκρή ζώνη και καταλαμβάνοντας τον χώρο που είχε επιλεγεί. Κρέμασαν καμπάνα και τέλεσαν λειτουργία μέσα σε ατμόσφαιρα μεγάλης συγκίνησης ενώ ανέμιζαν ελληνικές και κυπριακές σημαίες φωνάζοντας συνθήματα και τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια. Πολύ σύντομα όμως, Τούρκοι στρατιώτες με πλήρη εξάρτυση και Τουρκοκύπριοι «αστυνομικοί» επιτέθηκαν στις γυναίκες και σε όσους άντρες παρευρίσκονταν εκεί ξυλοκοπώντας και αρπάζοντας βίαια όσες και όσους περισσότερους μπορούσαν, συνολικά 111 άτομα, 99 γυναίκες από 14 έως 72 ετών, 10 άντρες: τον Μητροπολίτη και τον Αρχιμανδρίτη, δημοσιογράφους, τον γιατρό Κωνσταντινίδη και δύο νοσοκόμους ενώ κακοποίησαν και αιχμαλώτισαν και τρεις ξένους δημοσιογράφους, δύο από τους οποίους εργάζονταν για το πρακτορείο Reuters.
Οι υπόλοιπες γυναίκες απωθήθηκαν στην οδό Αγίου Γεωργίου στα όρια της νεκρής ζώνης όπου παρέμειναν σε ολονύχτια διαμαρτυρία, ενώ από το βράδυ της 19ης Ιουλίου και ως τις 30 Ιουλίου ξέσπασε ένα τεράστιο κίνημα συμπαράστασης με αίτημα την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και την καταδίκη του κατοχικού καθεστώτος. Πράγματι, οι πιέσεις που ασκήθηκαν από ένα διαρκώς ογκούμενο κύμα συμπαράστασης, από την ολονύχτια καθημερινή καθιστική διαμαρτυρία στο οδόφραγμα της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στο αεροδρόμιο Λευκωσίας όπου και το σπίτι του ειδικού απεσταλμένου του ΟΗΕ, Όσκαρ Καμιλιόν, από την κινητοποίηση του Υπουργείου Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και των διπλωματικών του αποστολών, από την Ελλάδα και τον διεθνή παράγοντα υποχρέωσαν τελικά το κατοχικό καθεστώς να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους. Μετά τον αγώνα της ΕΟΚΑ η Κύπρος ζούσε και πάλι στους ρυθμούς ενός παλλαϊκού κινήματος.

Η πορεία στον Άγιο Κασσιανό όμως ήταν η τελευταία αντικατοχική πορεία γυναικών. Μία εξήγηση είναι ότι το επίπεδο της βίας του κατοχικού καθεστώτος ξεπερνούσε πλέον τις δυνατότητες ενός ειρηνικού γυναικείου κινήματος που είχε μάλλον εξαντλήσει τις επιλογές του. Είχε φτάσει ήδη στο ανώτατο επίπεδο αντιπαράθεσης με τους κατακτητές με την είσοδο των γυναικών στα κατεχόμενα, την παραμονή τους εκεί, την έμπρακτη αμφισβήτηση της γραμμής κατάπαυσης του πυρός ως συνόρου ενός παράνομου καθεστώτος. Καμία οργάνωση δε θα μπορούσε στο εξής ν’ αναλάβει την ευθύνη να διακινδυνεύσει τις ζωές των γυναικών που εμπιστεύονταν ως τότε τις σπουδαίες οργανωτικές τους ικανότητες, την υπευθυνότητα και τη σύνεση με την οποία λειτούργησαν σε όλες τις περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα υποδειγματικό, αυθεντικά ακηδεμόνευτο κίνημα που σε καμία περίπτωση δεν εξετράπη το ίδιο ή έστω κάποια «εξτρεμιστική φράξιά» του σε τυφλά χτυπήματα, σε βανδαλισμούς, σε σύγκρουση για τη σύγκρουση, όπως συμβαίνει με το σύνολο σχεδόν των μαζικών κινημάτων παγκοσμίως. Είχε φτάσει, ωστόσο, στα όριά του καθώς είχε ήδη μετεξελιχθεί σε ένα μαζικό παλλαϊκό κίνημα με τη συμμετοχή και αντρών πλέον. Οι γυναίκες ήταν η πρωτοπορία, δε θα απελευθέρωναν όμως αυτές την Κύπρο.
Οι Γυναίκες επιστρέφουν: Cyprus’ Hidden History
Το κίνημα των μαθητών και φοιτητών
Τη σκυτάλη θα πάρουν οι φοιτητές και οι σπουδαστές. Το κίνημά τους είχε ως αφορμή ατομικές πρωτοβουλίες νεαρών που επιχειρούσαν να περάσουν στα κατεχόμενα, αιχμαλωτίζονταν από τις κατοχικές δυνάμεις και φυλακίζονταν προκαλώντας μία ακόμη μαζική λαϊκή κινητοποίηση, της νεολαίας τη φορά αυτή.
Πρώτος αιχμαλωτισθείς ήταν ο Νίκος Νικολάου, σπουδαστής από τη Λευκωσία, ο οποίος στο πλαίσιο τριήμερης εκδρομής της σχολής του στις αρχές Μαρτίου 1990, πέρασε κρυφά στα κατεχόμενα για να αναγράψει αντικατοχικά συνθήματα και να ζωγραφίσει την ελληνική σημαία! Αμέσως διοργανώθηκαν μαθητικές διαδηλώσεις για την απελευθέρωσή του, οι οποίες ξεκίνησαν μετά το καθιερωμένο επετειακό πρόγραμμα μνήμης για τον Γρηγόρη Αυξεντίου, το Σάββατο 3 Μαρτίου. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων, ο τελειόφοιτος του Α΄ Λυκείου Ακροπόλεως, Πέτρος Παπαλεοντίου, ανέβηκε στα ενετικά τείχη της Λευκωσίας και προσπάθησε να κατεβάσει τη σημαία του ψευδοκράτους. Οι Τούρκοι στρατιώτες πυροβόλησαν στον αέρα για να τον εκφοβίσουν και τον αιχμαλώτισαν. Τότε στήθηκε ένα κέντρο διαμαρτυρίας επί 24ωρου βάσεως στο ερειπωμένο κτήριο του προσφυγικού σωματείου Ελεύθερη Καρπασία δίπλα στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας της Λευκωσίας, με αίτημα την άμεση απελευθέρωση των δύο νεαρών αιχμαλώτων. Την οργάνωση ανέλαβαν η Συντονιστική Επιτροπή Φοιτητών Κύπρου και η Συντονιστική Επιτροπή Μαθητών Επαρχίας Λευκωσίας.27

Από τη Δευτέρα 5 Μαρτίου ξέσπασε ένα μαζικό κίνημα με τη συμμετοχή χιλιάδων μαθητών και σπουδαστών από ολόκληρη την ελεύθερη Κύπρο που αντί να πάνε σχολείο, έβγαιναν στους δρόμους και διαδηλώναν με ελληνικές και κυπριακές σημαίες, με πατριωτικά συνθήματα και τραγούδια καταλήγοντας στο οδόφραγμα. Την Τρίτη πραγματοποιήθηκε στις 10 το πρωί στάση εργασίας στη διάρκεια της οποίας, τα καταστήματα έκλεισαν και οι δημόσιες υπηρεσίες διέκοψαν την εργασία τους. Οι δε μαθητές διαδήλωσαν απέχοντας από τα μαθήματα παρά τις απειλές για πειθαρχικές διώξεις. Την ίδια μέρα το κατοχικό καθεστώς προσήγαγε τους δύο νέους στο «δικαστήριο».28
Την Τετάρτη 7 Μαρτίου αιχμαλωτίστηκε ένας ακόμη νεαρός, ο στρατιώτης Δημήτρης Λουκά που βρισκόταν σε άδεια και αποφάσισε να περάσει στα κατεχόμενα. Χιλιάδες νέοι και άλλοι πολίτες συνέρρευσαν στο κέντρο διαμαρτυρίας, στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Τότε, οργανώθηκε πιο συστηματικά η τροφοδοσία και η καθημερινότητα στο ερειπωμένο κτήριο με δωρεές από χορηγίες εταιριών από ολόκληρη την Κύπρο. Εκεί τυπώθηκε σε πολύγραφο και η εφημερίδα του κινήματος Φυλλάδα φοιτητών – μαθητών. Η εφημερίδα αποτύπωνε ανάγλυφα την αγνότητα, το σφρίγος, τον πλούσιο προβληματισμό αλλά και το ήθος των νέων που αγωνίζονταν φιλοξενώντας πλήθος σχολίων, μικρών κειμένων, κυρίως με ρομαντικό, επαναστατικό ύφος υπογεγραμμένα μόνο με το μικρό όνομα ή με ψευδώνυμο, καθώς και κείμενα, φράσεις και ποιήματα σπουδαίων Ελλήνων λογοτεχνών και επαναστατών, όπως του Ρίτσου, του Σολωμού, του Κάλβου, του Ρήγα Φεραίου, του Τεύκρου Ανθία, του Διονύση Σαββόπουλου κ.ά.29
Την Πέμπτη 8 Μαρτίου, οι κατοχικές αρχές «καταδίκασαν» σε «ποινή» φυλάκισης 20 ημερών τον φοιτητή Νίκο Νικολάου ενώ την ίδια μέρα αιχμαλωτίστηκε ένας ακόμη νέος, ο Χρίστος Σαββίδης, 21 ετών, πρόσφυγας από την Κερύνεια. Πέμπτος στη σειρά, ο δεκαεπτάχρονος Πάρις Χριστοφόρου, εργαζόμενος που είχε επιχειρήσει και στα 15 του να εισέλθει στα κατεχόμενα και είχε και τότε αιχμαλωτιστεί και κρατηθεί για ένα 24ωρο. Οι διαμαρτυρίες εντάθηκαν και θα συνεχίστηκαν έως την απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων.30
Η αιχμαλωσία των πέντε νέων, όπως και στην περίπτωση των γυναικών της πορείας του Αγίου Κασσιανού, προκάλεσε τη διεθνή κινητοποίηση για την απελευθέρωσή τους με πορείες Κυπρίων φοιτητών σε διάφορες πόλεις. Στο εσωτερικό μέτωπο, και πάλι κατ’ αναλογία με τις πορείες των γυναικών, οι κινητοποιήσεις της νεολαίας αντιμετωπίστηκαν αρνητικά από την κυβέρνηση και σημαντική μερίδα του Τύπου, ενώ επιχειρήθηκε και η συκοφάντησή τους ως υποκινούμενων. Με βάση καταγγελίες των μαθητών δεν έλειψαν και τα κατασταλτικά μέτρα σε βάρος τους. Στο τελευταίο φύλλο της Φυλλάδας δημοσιεύονται φωτογραφίες μαθητών χτυπημένων από τις αστυνομικές δυνάμεις ενώ επιχειρήθηκε η ματαίωση διαδηλώσεών τους. Από τη μεριά τους οι νέοι, όπως και οι γυναίκες, κατάφεραν να περιφρουρήσουν τις κινητοποιήσεις τους καθώς δεν υπήρξαν βίαιες ενέργειες, βανδαλισμοί ή άλλα έκτροπα στη διάρκεια του ενός περίπου μήνα που διήρκεσαν.31
Requiem: οι πορείες των μοτοσικλετιστών
Οι πορείες των μοτοσικλετιστών αποτελούν την έκφραση της πιο μαχητικής πτέρυγας του αντικατοχικού κινήματος. Εξαιτίας της αδιαμφισβήτητης θεαματικής πλευράς των κινητοποιήσεών τους και της μάλλον «αντεξουσιαστικής» και ελευθεριακής τους πρακτικής συσπείρωσαν σχετικά εύκολα το πιο ανήσυχο τμήμα της νεολαίας. Από τις πρώτες, περιορισμένης μαζικότητας κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν το 1987 και ως το 1996, οι ατίθασοι «μοτορτζήδες» προκαλούσαν πραγματικό πονοκέφαλο στις αρχές. Οι νέοι μοτοσικλετιστές κινούνταν οργανωμένα σε συμφωνημένη μέρα και ώρα σε εντυπωσιακές πορείες προς τα κατεχόμενα με τις ελληνικές σημαίες ν’ ανεμίζουν στις μηχανές τους και εισέβαλλαν αιφνιδιαστικά σε διάφορα σημεία της γραμμής κατάπαυσης του πυρός όπου συγκρούονταν με τις κυπριακές δυνάμεις καταστολής, απωθούσαν βίαια τους ειρηνευτές και άρχιζαν πετροπόλεμο με τις κατοχικές δυνάμεις. Μία στοιχειώδη οργάνωση και πειθαρχία στις πορείες τους επιχείρησε να επιβάλει η Κυπριακή Ομοσπονδία Μοτοσυκλέτας (ΚΟΜ) που διοργάνωσε δύο πορείες, μία στις 26 Ιουλίου 1993 και μία στις 6 Αυγούστου 1995 με τη συμμετοχή 1000 περίπου μοτοσικλετιστών.32
Το 1996 η ΚΟΜ αποφάσισε να κινητοποιήσει την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Μοτοσικλετιστών προκειμένου να διεθνοποιηθεί το ζήτημα της Κύπρου. Για τον σκοπό αυτό, εκτός από το πρόβλημα της τουρκικής κατοχής, προβλήθηκαν και αιτήματα που αφορούσαν το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης, ακόμη και ενός «κόσμου χωρίς σύνορα» ενεργοποιώντας τα «ελευθεριακά» αισθήματα της «παγκόσμιας φυλής» των «μηχανόβιων». Έχοντας εξασφαλίσει τη γενναιόδωρη χορηγία της Αρχιεπισκοπής η οποία, εν παρόδω, αποτελούσε τον μόνιμο χρηματοδότη των αντικατοχικών κινητοποιήσεων, αλλά και χιλιάδων πολιτών που αγόρασαν κουπόνια ενίσχυσης, η ΚΟΜ σχεδίασε μία μηχανοκίνητη πορεία με σημείο εκκίνησης το Βερολίνο, που αποτελούσε ως το 1989 μία βίαια χωρισμένη πρωτεύουσα μέχρι την κατεχόμενη Κερύνεια η οποία θα περνούσε από την ακόμη χωρισμένη με συρματόπλεγμα πρωτεύουσα της Κύπρου, τη Λευκωσία.33
Στην πορεία συμμετείχαν μοτοσικλετιστές – μέλη λεσχών από την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, τη Γαλλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, το Λουξεμβούργο, τη Βρετανία, την Ιρλανδία, τη Σλοβενία, και την Ιταλία, συνολικά περίπου 100 μοτοσικλετιστές μαζί με τους Κύπριους συνοδούς τους που ταξίδεψαν ως το Βερολίνο. Όταν, μετά από ταλαιπωρίες και αρκετά ατυχήματα και τραυματισμούς έφτασαν στην Ελλάδα, ενσωματώθηκε και η ελληνική αποστολή που αριθμούσε 59 μέλη από Λαμία, Βόλο, Λάρισα, Καστοριά, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Γρεβενά, Αθήνα και Πειραιά.34

Από την πλευρά της κυβέρνησης της Κύπρου ασκήθηκαν έντονες πιέσεις προκειμένου να ματαιωθεί η προγραμματισμένη για την Κυριακή 11 Αυγούστου πορεία και ήδη το προηγούμενο Σάββατο η αστυνομία προσήγαγε είκοσι μέλη της ΚΟΜ με την κατηγορία της κατοχής… όπλων και εκρηκτικών. Αντιμετωπίστηκε δηλαδή η πορεία ως τρομοκρατική επιχείρηση. Ο πρόεδρος της ΚΟΜ, Γιώργος Χατζηκώστας, κλήθηκε τη νύχτα της παραμονής σε ολονύχτιες συσκέψεις στο προεδρικό μέγαρο ώσπου το πρωί εξουθενωμένος και κάτω από το βάρος της ευθύνης που τού επέρριπταν πως στις τάξεις των μοτοσικλετιστών υπήρχαν προβοκάτορες που θα προκαλούσαν τέτοιας έκτασης επεισόδια, τα οποία με τη σειρά τους θα προκαλούσαν την προέλαση του τουρκικού στρατού, αποφάσισε τη ματαίωση της πορείας. Την αντικατοχική πορεία όμως δεν μπορούσε να τη σταματήσει κανένας. Χιλιάδες Κύπριοι μοτοσικλετιστές που ήταν συγκεντρωμένοι στο Λευκόθεο στάδιο της Λευκωσίας περιμένοντας το σύνθημα της εκκίνησης, ξεχύθηκαν σε μικρότερες ομάδες προς διάφορα σημεία της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, ενώ οι ξένοι μοτοσικλετιστές της πορείας «Βερολίνο-Κερύνεια» κατευθύνθηκαν προς το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία ζητώντας να τους επιτραπεί η διέλευση. Οι κατοχικές αρχές ζήτησαν την επίδειξη ταξιδιωτικών εγγράφων και η αντιπροσωπεία της πορείας αποχώρησε καθώς δεν αναγνώριζε τη νομιμότητα των αρχών κατοχής να παρεμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση στην Κύπρο.35
Τα υπόλοιπα γεγονότα είναι περισσότερο γνωστά: στο οδόφραγμα της Δερύνειας, οι μοτοσικλετιστές πέρασαν πεζή στα κατεχόμενα όπου δέχτηκαν την επίθεση οργανωμένων και οπλισμένων τραμπούκων μελών της τουρκικής φασιστικής οργάνωσης Γκρίζοι Λύκοι που καταδίωξαν τους άοπλους μοτοσικλετιστές. Ο 24χρονος Τάσος Ισαάκ, ο οποίος προχώρησε για να απεγκλωβίζει συντρόφους του από τα συρματοπλέγματα, απομονώθηκε και λιντσαρίστηκε μέχρι θανάτου. Τη δε ημέρα της κηδείας του, στις 14 Ιουλίου, ο ξάδελφός του, Σολωμός Σολωμού, 26 ετών, στη διάρκεια πορείας προς το σημείο δολοφονίας του Ισαάκ, κι’ ενώ είχε ανέβει στον ιστό της τουρκικής σημαίας για να την κατεβάσει, δολοφονήθηκε με πυρά όπλου που ρίχτηκαν από Τούρκους από παρακείμενο κτήριο. Από τα πυρά τραυματίστηκαν σαράντα περίπου άτομα, ακόμη και σε μακρινή απόσταση. Οι εικόνες και τα βιντεοσκοπημένα πλάνα των γεγονότων έκαναν τον γύρο του κόσμου, αλλά οι δολοφόνοι, παρότι έχουν ταυτοποιηθεί, δεν έχουν προσαχθεί στη Δικαιοσύνη.36

“24 Ώρες” Τάσος Ισαάκ και Σολωμός Σολωμού
Συμπεράσματα
Όπως σημειώνουμε και στη μελέτη μας για την πορεία γυναικών στον Άγιο Κασσιανό το 198937, μετά την τελευταία πορεία των μοτοσικλετιστών τον Αύγουστο του 1996 και τη δολοφονία των Ισαάκ και Σολωμού, δεν πραγματοποιήθηκαν άλλες αντικατοχικές πορείες που θα οδηγούσαν σε σύγκρουση με τις δυνάμεις κατοχής. Αν στην πορεία στον Άγιο Κασσιανό η βία εναντίον των διαδηλωτριών άγγιξε ένα όριο, στην πορεία «Βερολίνο-Κερύνεια», επτά χρόνια αργότερα, έφτασε στο αποκορύφωμά της με τη χρήση πραγματικών πυρών και τις δολοφονίες άοπλων διαδηλωτών. Κάθε σκέψη επομένως για αντικατοχική πορεία κάθετα στη γραμμή κατάπαυσης του πυρός εγκαταλείφθηκε. Εξάλλου, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής το 2003 όπως και η δυνατότητα επίσκεψης στα κατεχόμενα περιόρισε την εμβέλεια των πορειών «επιστροφής».

Σε κάθε περίπτωση, ο κύκλος των αντικατοχικών πορειών έκλεισε, όπως πιστεύουμε, οριστικά. Μετά το 1996, η λαϊκή κινητοποίηση στράφηκε στο εσωτερικό μέτωπο με αιτήματα που αφορούσαν κυρίως την αμυντική θωράκιση, την ενίσχυση των στοιχείων της ελληνικής ταυτότητας των Κυπρίων και των δεσμών με την Ελλάδα με τη λογική ότι χωρίς άμυνα και χωρίς το ανάλογο φρόνημα διακυβεύεται η επιβίωση των Ελληνοκυπρίων ως τμήματος του ευρύτερου Ελληνισμού στον ίδιο τους τον τόπο.
Ανάπτυξη κειμένου εισήγησης στο διεθνές συνέδριο: «O Ελληνισµός της Κύπρου: Πολιτική και κοινωνική οργάνωση, προσλήψεις στην Ελλάδα και αµφίπλευρες σχέσεις µε το Ελληνικό Κράτος, 19ος – 20ος αι.» που διοργάνωσαν η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας της Ελλάδας, ο Δήμος Καλαμάτας και η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας, στην Καλαμάτα, 19-22 Δεκεμβρίου 2024.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Σημειώσεις
- Το 1975 καθιερώθηκε η 8η Μαρτίου ως διεθνής ημέρα γυναικείας χειραφέτησης από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. ↩︎
- Πέτρος Παπαπολυβίου, «“Οι Γυναίκες επιστρέφουν”: Ως Ιστορία», https://papapolyviou.com/2017/11/18/oi-ginaikes-epistrefoun-os-istoria/ (Προσβάσιμη, 4.2.2022). Αναστασία Χάματσου, «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν, το πρώτο αντικατοχικό κίνημα στην Κύπρο», στο Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), 50 Χρόνια Κυπριακή Δημοκρατία, τ. Δ΄, Η τέταρτη δεκαετία, Λευκωσία, 2012, σσ. 142-149. ↩︎
- Πωλίνα Μιχαήλ, «Το γυναικείο αντικατοχικό κίνημα της Κύπρου, 1975-1989», Χρονικό, 54, (10.3.2019), Λευκωσία, σ. 13. ↩︎
- Ψηφιακός Ηρόδοτος, https://www.digital-herodotus.eu/archive/video/items/292/women-walk-home-poreia-gunaikon-agglike-ekdose/?page= (Προσβάσιμη, 8.2.2025), Μιχαήλ, 2019, όπ. π., σ. 4, Χάματσου, όπ. π., σσ. 144-145. ↩︎
- 5Κορνήλιος Χατζηκώστας, «Θ.Ο.Ι. Φιλιάς, Μία ιστορία μισού αιώνα και πλέον», http://www.philia.org.cy/%CE%9C
%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CE%91%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE
%AC/%CE%98%CE%9F%CE%99%CE%A6%CE%99%CE%9B%CE%99%CE%91%CE%A3/%CE%99%CF
%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF
%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE.aspx (Προσβάσιμη, 18.4.2022). ↩︎ - Για μία αναλυτική παρουσίαση του θέματος, βλ. τη μελέτη μας: Τάσος Χατζηαναστασίου, Κύπρος και Μεταπολίτευση, το σύμπλεγμα της ήττας, Αθήνα 1994. ↩︎
- Αρχείο Χατζηαναστασίου, «Ομάδα Πρωτοβουλίας για την Αυτοδιάθεση της Κύπρου» και «Επιτροπή Μοτοσυκλετιστών»: Ανακοίνωση προς μοτοσικλετιστές, δισέλιδο φυλλάδιο. Στο φυλλάδιο ορίζονται ο τόπος (Τάφρος Πύλης Αμμοχώστου στη Λευκωσία) και ο χρόνος (20 Ιουλίου 1987, ώρα 5.30μ.μ.) εκκίνησης της πορείας. ↩︎
- Χάματσου, όπ.π, 2012, σ. 145. ↩︎
- Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία, 14.6.87, σ. 1 και 13.6.87, σ. 1, Η Σημερινή, Λευκωσία, 13.6.87, σ. 1 και 15.6.1987, σ. 1. Τα πρωτοσέλιδα άρθρα των εφημερίδων είναι ανώνυμα. ↩︎
- Μιχαήλ, όπ.π, 2019, σσ. 5-6. ↩︎
- Ο Φιλελεύθερος, 15.6.1987, σ. 1, Μιχαήλ, όπ.π, σσ. 3, 6. ↩︎
- Χάματσου, όπ.π, σ. 146, Μιχαήλ, όπ.π, σ. 9. ↩︎
- Ο Φιλελεύθερος, 23.11.1987, σ. 1. ↩︎
- Χριστίνα Αντωνιάδου, «Είμαστε αποφασισμένες να μπούμε στα κατεχόμενα και θα μπούμε», Η Σημερινή, σσ. 1, 3, Φιλελεύθερος, 22.11.1987, σ. 1 και 23.11.1987, σ. 1. ↩︎
- Φιλελεύθερος, 23.11.1987, σ. 1, Η Σημερινή, 23.11.1987, σσ. 1 και 8. ↩︎
- Χάματσου, όπ.π, σ. 147. ↩︎
- Παγκύπρια Γυναικεία Κίνηση Επιστροφή-Τάσος Χατζηαναστασίου, Ελεύθερες στην αιχμαλωσία. Η πορεία γυναικών στον Άγιο Κασσιανό το 1989, συμβολή στην Ιστορία του αντικατοχικού κινήματος, Αθήνα 2024, σσ..45-47. ↩︎
- Αρχείο Παγκύπριας Γυναικείας Κίνησης Επιστροφή, Πρόγραμμα επισκέψεως της Κίνησης «Οι Γυναίκες Επιστρέφουν» για διαφώτιση στην Ελλάδα, 31.5.1988-6.6.1988. Σύμφωνα με κάποιο ρεπορτάζ, οι γυναίκες από την Κύπρο που πήραν μέρος στην κατάληψη της Ακρόπολης ήταν εξήντα. Βλ. Μπόνιος, Βασίλης, 1988, «Ιερή αγανάκτηση και ΜΑΤ στον Παρθενώνα», Έθνος, Λευκωσία, 14.6.1988, σ. 13. ↩︎
- Αρχείο Παγκύπριας Γυναικείας Κίνησης Επιστροφή, Επιτροπή Πολιτών για τα Εθνικά Θέματα, διακήρυξη, 4.5.1988. ↩︎
- Παγκύπρια – Χατζηαναστασίου, όπ. π, σσ. 69-72. ↩︎
- Αθηνά Βιολάρη, «Εκδήλωση διαμαρτυρίας στο Στρασβούργο εναντίον της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΟΚ, Ελευθεροτυπία, Λευκωσία, 19.3.1989, σ. 11, Χριστίνα Αρέστη, «Γράφτηκε μία ιστορία», Παροικιακή, Λονδίνο, 23.3.1989, σσ. 8-9. ↩︎
- Πολυσέλιδο ρεπορτάζ, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την πορεία στην Άχνα και στα Λύμπια, δημοσιεύει η εφημερίδα Επίκαιρη (25.3.1989, σσ. 13-20), σε επιμέλεια Λάζαρου Μαύρου, Μύριας Αντωνιάδου, Κώστα Γεωργίου και Κωστή Διογένους. ↩︎
- Ο Φιλελεύθερος, 18 και 19.3.1989, σ. 1, Χάματσου, όπ. π, σ. 148, Πέτρος Πετρίδης, «Οι γυναίκες προπομποί της μεγάλης μέρας του γυρισμού», Πρωινή, Νέα Υόρκη, 16-17.4.1989, σσ. 12-13, 17-18. ↩︎
- Πετρίδης, όπ. π, 16-17.4.1989, Ο Φιλελεύθερος, 20.3.1989, σ. 8, Μιχαήλ, όπ. π, σσ. 13-14, Χάματσου, όπ. π, σ. 148, Ανδρέας Κωνσταντινίδης, (ο εθελοντής γιατρός στις πορείες γυναικών), προφορική μαρτυρία στον ερευνητή, της 23.8.2021. ↩︎
- Πετρίδης, όπ. π, Ο Φιλελεύθερος, 20.3.1989, σ. 1, Μιχαήλ, όπ. π, σ. 15. ↩︎
- Όλες οι πληροφορίες για τη συγκεκριμένη πορεία προέρχονται από το Παγκύπρια – Χατζηαναστασίου, όπ. π.. ↩︎
- Φ. Σαββίδης, «Ημερολόγιο… οδοφράγματος», Ρήξη, 37, (Μάρτιος 1990), σσ. 12-13, Κώστας Λιολιούσης, «Τέτοιους βγάζει το έθνος μας», Ελλοπία, 1, (Μάρτιος 1990), σσ. 20-21. Αρχείο Χατζηαναστασίου, Φυλλάδα φοιτητών-μαθητών, 2, Παρασκευή 9 Μαρτίου 1990, σ. 9. ↩︎
- Σαββίδης, όπ. π, 13. ↩︎
- Στο ίδιο, Λιολιούσης, όπ. π, σ. 21, Αρχείο Χατζηαναστασίου, Φυλλάδα φοιτητών – μαθητών, 4, Παρασκευή, 16 Μαρτίου 1990, σ. 5. ↩︎
- Σαββίδης, 13, Λιολιούσης, όπ. π, σ. 21, Αρχείο Χατζηαναστασίου, Φυλλάδα φοιτητών – μαθητών, 6, Δευτέρα, 2 Απριλίου 1990. ↩︎
- Αρχείο Χατζηαναστασίου, Φυλλάδα φοιτητών – μαθητών, 6, Δευτέρα, 2 Απριλίου, σσ. 1, 4. ↩︎
- Στο βίντεο του Σωτήρη Χρίστου μέλους της πορείας «Βερολίνο – Κερύνεια» που διοργάνωσε η ΚΟΜ υπάρχουν αρκετές πληροφορίες και οπτικά ντοκουμέντα για ολόκληρη την πορεία και για αυτές που προηγήθηκαν. Στο εξής θα παραπέμπουμε: Χρίστου, βίντεο.
https://www.youtube.com/watch?v=DmrpBGqj6PE (Προσβάσιμη, 19.1.25). ↩︎ - Τάσος Χατζηαναστασίου, «Χρονικό της πορείας μοτοσικλετιστών Βερολύνο-Κερύνεια 2-11 Αυγούστου 1996», περ. Άρδην, 4, (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1996), 18-20, Χρίστου, βίντεο. ↩︎
- Αρχείο Χατζηαναστασίου, αφίσα της πορείας των μοτοσικλετιστών «Βερολίνο-Κερύνεια» με τον λογότυπο των λεσχών που συμμετείχαν στην πορεία, Χατζηαναστασίου, Χρονικό, σσ. 18-19. ↩︎
- Χατζηαναστασίου, Χρονικό, σ. 19. ↩︎
- Χατζηαναστασίου, Χρονικό, σσ. 19-20, Οι αθηναϊκές και κυπριακές εφημερίδες εκείνων των ημερών δημοσιεύουν πλούσια ρεπορτάζ με εικόνες από την πορεία των μοτοσικλετιστών και τις δολοφονίες των Ισαάκ και Σολωμού. Η είδηση είναι πρωτοσέλιδη. Το ίδιο και στα δελτία ειδήσεων των καναλιών σε Ελλάδα και Κύπρο. Βλ. ενδεικτικά: Σπύρος Σουρμελίδης, «Το Κυπριακό ξανάρχισε να βράζει», Το Ποντίκι, 22.8.1996, σσ. 13-19. Στο ίδιο ρεπορτάζ, δημοσιεύονται οι φωτογραφίες της άγριας δολοφονίας του Ισαάκ και η έκθεση τη ΟΥΝΦΙΚΥΠ για τα γεγονότα που απολογείται για την αδυναμία της να αποτρέψει σε ζώνη δικής της ευθύνης τις δύο δολοφονίες. ↩︎
- Παγκύπρια – Χατζηαναστασίου, όπ. π., σσ. 310-311. ↩︎

