Ανθρωπιστικές δράσεις στην περιοχή του Παγγαίου την επαύριον της Βουλγαρικής Κατοχής (1916-1918). Το έργο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού

Το τέλος της βουλγαρικής κατοχής (Αύγουστος 1916 – Σεπτέμβριος 1918) βρήκε την Ανατολική Μακεδονία σε κατάσταση καταστροφής και εξαθλίωσης.1 Ο αποδεκατισμένος πληθυσμός στις πόλεις και τα χωριά αντιμετώπιζε το φάσμα της πείνας και της αρρώστιας και από παντού ακούγονταν επείγουσες εκκλήσεις για βοήθεια και συμπαράσταση.2 Χαρακτηριστική είναι η δραματική έκκληση της Επιτροπής Κυριών Καβάλας στις 8 Οκτωβρίου 1918: «Η Ανατολική Μακεδονία δεν περιλαμβάνει παρά λείψανα εκπνέοντα.[…] Σας ικετεύομεν να σπεύσετε εις ενίσχυσίν μας εν ονόματι του Χριστού προς διάσωσιν των τελευταίων λειψάνων, και ικετεύομεν συνάμα τους πρεσβευτάς της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Αμερικής εν ονόματι της παγκοσμίου ανθρωπίνης αλληλεγγύης να ειδοποιήσουν τας Φιλανθρωπικάς εταιρείας εις τας πατρίδας των. Ζητούμεν πρωτίστως τροφάς, φορέματα και φάρμακα».3

Η ελληνική κυβέρνηση είχε σχηματίσει μια ιδέα για τα διαπραχθέντα κακουργήματα και το μέγεθος της καταστροφής ήδη από την επομένη της απελευθέρωσης. Στις αρχές Οκτωβρίου ο υπουργός Εσωτερικών Ρακτιβάν είχε ενημερώσει τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο για την κατάσταση στην Ανατολική Μακεδονία (με χωριστές εκθέσεις για τις επιμέρους περιοχές: Πράβι, Καβάλα, Δράμα, Ζίχνη κ.ά.)4, ενώ στις 26 Οκτωβρίου ο υποδιοικητής Πραβίου Μ. Σακελλαριάδης είχε υποβάλει αναλυτική έκθεση στον πολιτικό προϊστάμενό του. Ο υποδιοικητής εικονογραφεί ως εξής την κατάσταση στην περιοχή της δικαιοδοσίας του: «Η όψις ην παρουσιάζει η γωνία αύτη της Ανατολικής Μακεδονίας, από της κοιλάδος του Συμβόλου μέχρι της παραλίας του Αιγαίου και από Ελευθερών μέχρι Ορφανού, κατά τα ελληνικά χωρία αυτής, τα προ της εισβολής ανθηρά και ακμάζοντα […] είναι εικών φρίκης, καταστροφής και ερημώσεως».5 Οι καταστροφές οικημάτων, υποδομών και καλλιεργειών είχαν δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα επιβίωσης και είχαν αναγκάσει πολλούς κατοίκους να προσφύγουν σε άλλους οικισμούς της περιοχής.

Στις 28 Οκτωβρίου τελέστηκε στο Πράβι μνημόσυνο για τα θύματα των Βουλγάρων και ακολούθησε πάνδημο συλλαλητήριο. Με ψήφισμά του ο «περισωθείς εκ της βουλγαρικής θηριωδίας λαός του Πραβίου και των περιχώρων» κατήγγειλε στον πολιτισμένο κόσμο τα δεινά του τόπου και των κατοίκων του και έκανε έκκληση στις κυβερνήσεις των συμμαχικών και των ουδέτερων χωρών να στείλουν αντιπροσώπους τους στην περιοχή.6 Έλληνες και ξένοι δημοσιογράφοι, πολιτικοί και στρατιωτικοί, μέλη ανθρωπιστικών οργανισμών, εκπρόσωποι ενώσεων, συλλόγων και σωματείων κ.ά. γίνονται αυτόπτες μάρτυρες της τραγωδίας, εκφράζουν την αγανάκτησή τους και κάνουν έκκληση για βοήθεια.7 Όλα αυτά συνταράσσουν τον απανταχού Ελληνισμό, που αναλαμβάνει μια σταυροφορία «διά την σωτηρίαν των αδελφών της Ανατολικής Μακεδονίας». Κεντρικό και συντονιστικό ρόλο στην όλη προσπάθεια έχει η “Επιτροπή Περιθάλψεως Θυμάτων Ανατολικής Μακεδονίας”, με πρόεδρο τον Εμμανουήλ Μπενάκη, προσωπικό φίλο του Ελ. Βενιζέλου και πρώην δήμαρχο Αθηναίων. Παράλληλα συγκροτείται και η “Επιτροπή Εράνων”, με πρόεδρο τον αρχιεπίσκοπο (και επίτιμο τον βασιλέα), που απευθύνεται συνεχώς στα αισθήματα αλληλεγγύης και στον πατριωτισμό των Ελλήνων.8 Για την ανασυγκρότηση της περιοχής ιδρύεται, με πρωτοβουλία του υπουργού Συγκοινωνιών Αλεξάνδρου Παπαναστασίου, η “Υπηρεσία Ανοικοδομήσεως Ανατολικής Μακεδονίας”, με κύρια μέριμνα την επανεγκατάσταση των Ελλήνων που είχαν εγκαταλείψει τις βουλγαροκρατούμενες περιοχές αλλά και την ανοικοδόμηση των δεκάδων κατεστραμμένων οικισμών της περιοχής.9

Παρά την κινητοποίηση του απανταχού Ελληνισμού και την αδιάλειπτη κρατική μέριμνα ήταν αδύνατο να καλυφθούν οι στοιχειώδεις ανάγκες της περιοχής σε τρόφιμα, φάρμακα, ενδύματα κ.ά., για τον τοπικό πληθυσμό αλλά και για τους χιλιάδες ομήρους που επέστρεφαν ημιθανείς από τα βουλγαρικά στρατόπεδα εργασίας.10 Το πρόβλημα δεν περιοριζόταν μόνο στην εξεύρεση των αγαθών, αλλά επεκτεινόταν στη μεταφορά τους στην ενδοχώρα καθώς και στη συγκρότηση ενός αξιόπιστου συστήματος εφοδιασμού όσων είχαν ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας.11

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να τοποθετηθούν οι εκκλήσεις προς τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό (ΑΕΣ), τον μόνο οργανισμό που διέθετε τα μέσα και την τεχνογνωσία για τέτοιου είδους ανθρωπιστικές δράσεις. Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι διάφορες αποστολές του ΑΕΣ είχαν βρεθεί τα προηγούμενα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, για να συνδράμουν τους πυρόπληκτους της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917, καθώς και στα μέτωπα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τη Γαλλία και τη Ρωσία μέχρι τα Βαλκάνια και το Μέτωπο της Θεσσαλονίκης.12

Έτσι, μετά από πρόσκληση του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, μετακινείται από τον Τάραντα της Ιταλίας και στις 23 Οκτωβρίου 1918 φθάνει στην Αθήνα η πρώτη ομάδα της Ελληνικής Αποστολής του ΑΕΣ, με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Ed. Capps, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και πρόεδρο της Διοικούσας Επιτροπής της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών της Αθήνας (ΑΣΚΣΑ).13 Στις 12 Νοεμβρίου ένα κλιμάκιό της εγκαθίσταται στην Καβάλα για να αναλάβει δράση στις πρώην βουλγαροκρατούμενες περιοχές.14

Μετά τις πρώτες αυτοψίες των μελών του ΑΕΣ έχει διαμορφωθεί σαφής εικόνα για το πεδίο της δράσης τους. Μεγαλύτερες ανάγκες έχουν οι δύο μεγάλες πόλεις της Καβάλας και των Σερρών και η περιοχή του Παγγαίου, που είχε υποστεί τρομερή αποψίλωση στο ανθρώπινο δυναμικό της, ολική σχεδόν λεηλασία στα μέσα της παραγωγής και τεράστιας έκτασης υλικές καταστροφές.15 Για την περιοχή της αναφοράς μας αναφέρει σε τηλεγράφημά του ο διοικητής Capps στις 12-12- 1918: «Ολόκληρη η περιοχή του Παγγαίου είναι τελείως κατεστραμμένη. Πέντε χιλιάδες άνθρωποι σε τριανταπέντε χωριά είναι πλήρως εξαρτημένοι από την αμερικανική βοήθεια έως την επόμενη συγκομιδή, αλλά δεν υπάρχουν ζώα εργασίας, εργαλεία ή σπόροι για να προετοιμαστεί η επόμενη σοδειά».16

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι για τους Αμερικανούς, η περιοχή του Παγγαίου δεν ταυτίζεται με κάποια διοικητική περιφέρεια (λ.χ. με την τότε υποδιοίκηση Πραβίου), αλλά περιλαμβάνει το σύνολο των πλαγιών του βουνού και από βορρά και από νότο, μια περιοχή έκτασης περίπου τριακοσίων τετραγωνικών μιλίων, με πληθυσμό περίπου 30.000 κατοίκους.17 Το ανθρωπιστικό έργο στην εξεταζόμενη περιοχή προετοιμάστηκε και οργανώθηκε τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1918 από τον αρχαιολόγο Carl Blegen,18 ο οποίος πραγματοποίησε δύο επιτόπιες έρευνες στις βόρειες και στις νότιες υπώρειες του Παγγαίου, επισκέφτηκε αρκετά χωριά, έλαβε από τους προέδρους των κοινοτήτων πληροφορίες και συνέταξε καταλόγους με τις οικογένειες που είχαν άμεση ανάγκη βοήθειας.19

Κατά την πρώτη περίοδο μετά την απελευθέρωση, η μέριμνα του ΑΕΣ είχε επικεντρωθεί στον επαναπατρισμό των εκτοπισμένων στη Βουλγαρία, οι οποίοι επέστρεφαν στις εστίες τους υπό συνθήκες απερίγραπτης αθλιότητας. Για τον σκοπό αυτό είχαν συσταθεί τρεις σταθμοί βοήθειας επί βουλγαρικού εδάφους, στο Τύρνοβο, το Δεδέαγατς και την Ξάνθη.20

Εξαιτίας αυτής της προτεραιότητας, αλλά και λόγω της έλλειψης επαρκών εφοδίων, κατά την περίοδο αυτή το έργο στο Παγγαίο κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Από τις 21 Νοεμβρίου 1918 μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1919, υπό τη διεύθυνση αρχικά του Blegen και στη συνέχεια του υπολοχαγού F. Miller, πραγματοποιήθηκαν 7 διανομές βοήθειας, σε εβδομαδιαία βάση, με κέντρο την Κορμίστα. Η επιλογή της Κορμίστας δεν ήταν ιδανική λόγω της μεγάλης απόστασής της από τα άλλα χωριά της περιοχής· πιθανότατα οφείλεται στη επιρροή του καπνέμπορου Ανδρέα Τζίμου, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Blegen, τον συνόδευσε στην περιοδεία του και παραχώρησε μια ιδιόκτητη οικία του για τη στέγαση της αποστολής και μια αποθήκη για τα εφόδια του ΑΕΣ.21

Κατά “το πρώιμο στάδιο” εξυπηρετήθηκαν μόνο 4.640 άτομα σε ένδεκα χωριά της βόρειας πλευράς του Παγγαίου και η βοήθεια περιορίστηκε σε 39.384 μερίδες από είδη διατροφής (αλεύρι, ρύζι, γάλα σε κονσέρβες), 5.263 ρούχα για 3.550 άτομα και 228 κουβέρτες.22 Τα τρόφιμα προήλθαν από τις αποθήκες του ΑΕΣ στη Σερβία και στη Θεσσαλονίκη ή αγοράστηκαν από τα αποθέματα των βρετανικών δυνάμεων, ενώ τα ρούχα από τη Μυτιλήνη. Τα πρώτα φορτία τροφίμων από την Αμερική εκφορτώθηκαν στον Πειραιά στις αρχές Φεβρουαρίου, όμως λόγω έλλειψης διαθέσιμων πλοίων έφτασαν στην Καβάλα με μεγάλη καθυστέρηση τριών εβδομάδων.23

Για τη μεταφορά τους από την Καβάλα στην Κορμίστα αρχικά χρησιμοποιήθηκαν έξι βοϊδάμαξες που είχε παραχωρήσει η ελληνική κυβέρνηση. Οι άμαξες αποδείχτηκαν ακατάλληλες για τα δύσβατα ορεινά μονοπάτια του Παγγαίου. Αφού παρέδωσαν τα εφόδια της πρώτης αποστολής, εξαφανίστηκαν στον δρόμο της επιστροφής και κανείς δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτές, ενώ οι οδηγοί τους δεν επέστρεψαν στην Καβάλα ούτε για να πληρωθούν την αμοιβή τους. Οι αμέσως επόμενες αποστολές πραγματοποιήθηκαν με μεταφορικά μέσα που διέθεσε ο Ελληνικός Στρατός.24

Στα τέλη Ιανουαρίου 1919, η περιοχή του Παγγαίου ανατέθηκε στον υπολοχαγό G.C. Barry, ο οποίος εγκατέστησε τρεις μόνιμους σταθμούς βοήθειας, στο Ροδολίβος, στο Πράβι και στη Μουσθένη. Λειτουργώντας σε καθημερινή βάση, εκτός Κυριακής, οι τρεις σταθμοί κάλυπταν το σύνολο της περιοχής Παγγαίου, εξυπηρετώντας μια έκταση περίπου 300.000 τετραγωνικών μιλίων, με 57 χωριά, και παρέχοντας βοήθεια σε περίπου 25.000 ανθρώπους, δηλ. σχεδόν στο 75% των κατοίκων της περιοχής.25

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο ΑΕΣ έθετε αυστηρά κριτήρια προκειμένου να περιλάβει μια οικογένεια στον κατάλογο των δικαιούχων. Εξέταζε δηλ. τη σύνθεση και τις ανάγκες της, την οικονομική και περιουσιακή της κατάσταση, τις επαγγελματικές της δραστηριότητες κ.ά. και απέκλειε από τη βοήθεια όσους είχαν απόθεμα καπνών ή κάποια ζώα και όσους ασκούσαν κάποια επιχείρηση, όπως υποδηματοποιούς, ράφτες, καφετζήδες κ.ά.26 Κι’ όμως, στην περίπτωσή μας έλαβαν βοήθεια τα ¾ του συνολικού πληθυσμού της εξεταζόμενης περιοχής. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι το Παγγαίο αντιμετωπίστηκε από τον ΑΕΣ ως ξεχωριστή περίπτωση λόγω των ιδιαίτερα πιεστικών αναγκών του.27

Με βάση τα κριτήρια που είχε θέσει ο ΑΕΣ, σε αρκετά ελληνικά χωριά του Παγγαίου βοήθεια λάμβανε σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού, π.χ. στη Νικήσιανη οι 1.896 από τους 1.899 κατοίκους, στην Αυλή οι 324 από τους 380, στη Δρέσνα οι 183 από τους 200. Αντίθετα σε ορισμένα μουσουλμανικά χωριά, οι δικαιούχοι της αμερικανικής βοήθειας αποτελούσαν ένα μικρό ποσοστό του συνολικού πληθυσμού, π.χ. στην κοινότητα Δεβέκιραν (Μέλισσα) οι 61 από τους 240 κατοίκους, στο Σαμάκοβο (Δωμάτια) οι 217 από τους 760 κ.ά. Τα μουσουλμανικά χωριά είχαν υποστεί μικρότερης έκτασης καταστροφές και πολλοί από τους κατοίκους τους διέθεταν μέσα επιβίωσης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΕΣ, σε ορισμένα χωριά του Παγγαίου ο αριθμός των επισιτιζόμενων ατόμων υπερέβαινε τον αριθμό των κατοίκων τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Δρανίτσι (521/363),την Γκόργιανη (561/496), τις Ελευθερές (934/899). Προφανώς εκεί διέμεναν προσωρινά κάτοικοι άλλων οικισμών του Παγγαίου, που τα σπίτια τους είχαν κατεδαφιστεί ή που οι οικισμοί τους είχαν υποστεί ολοσχερή καταστροφή, όπως της Κάργιανης, των Λακκοβικίων, του Δρανλή (οικισμού του Ορφανίου), Ελετζίκ (Αετοπλαγιάς, συνοικισμού του Χρυσόκαστρου) κ.ά.28

Στα τέλη Ιανουαρίου 1919 καταργήθηκε ο σταθμός της Κορμίστας και μετακινήθηκε στο Ροδολίβος, για λόγους ευκολότερης επικοινωνίας με τους άλλους οικισμούς της περιοχής.29 Υπό τη διοίκηση του J.L. Taylor (και αργότερα του ανθυπολοχαγού K.A. Thomas) εξυπηρετούσε 17 χωριά στην περιοχή βορείως του όρους Παγγαίου, παρέχοντας βοήθεια σε 9.581 άτομα. Στις 6 Φεβρουαρίου τέθηκε σε λειτουργία ο σταθμός του Πραβίου, με επικεφαλής τον ανθυπολοχαγό J. Lemmon (και αργότερα τον ανθυπολοχαγό G.A. Schmunck), που εξυπηρετούσε επίσης 17 χωριά, επισιτίζοντας 9.302 άτομα. Ο τρίτος, της Μουσθένης, άνοιξε στις 13 Φεβρουαρίου, υπό τη διοίκηση του ανθυπολοχαγού P.V. Stoughton (και αργότερα του ανθυπολοχαγού W.B. Reirden), για να εξυπηρετήσει 22 χωριά της νοτιότερης περιοχής, με 4.759 επισιτιζόμενους.30

Το έργο των τριών σταθμών του Παγγαίου περιλάμβανε τις εξής επιμέρους δράσεις: α) διανομή τροφίμων, β) διανομή ενδυμάτων, γ) παραγωγή ρούχων σε τοπικά εργαστήρια του ΑΕΣ, δ) παροχή στοιχειώδους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ε) παροχή βοήθειας σε ιδρύματα.31

Οι σταθμοί στεγάζονταν σε χώρο που παραχώρησαν οι τοπικές κοινοτικές αρχές και διέθεταν ένα γραφείο, μια αποθήκη για τα εφόδια και ένα μικρό χώρο ιατρείου. Κάθε σταθμός είχε κατά κανόνα έναν επικεφαλής, μία προϊστάμενη του εργαστηρίου ραπτικής (ouvroirs) και μία νοσοκόμα.32 Διέθετε επίσης και βοηθητικό προσωπικό που προερχόταν από τον Ελληνικό Στρατό: έναν διερμηνέα για τον κάθε επικεφαλής του σταθμού και από πέντε στρατιώτες που εργάζονταν στις αποθήκες, για την εκφόρτωση και διανομή των τροφίμων και των ρούχων.33

Εξαιτίας του ανύπαρκτου οδικού δικτύου η μεταφορά των εφοδίων στη Μουσθένη και στο Ροδολίβος ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Μετά την πρώτη περιπετειώδη μεταφορά στην Κορμίστα, με τις έξι χαμένες κυβερνητικές βοϊδάμαξες, και τις αμέσως επόμενες με τα μεταφορικά μέσα του ελληνικού στρατού, τα εφόδια μεταφέρονταν με ομάδες μικρόσωμων αλόγων που οι ιδιοκτήτες τους ήταν Βλάχοι. Μέχρι τα τέλη Μαΐου του 1919 κάθε εβδομάδα περίπου 30 τόνοι τρόφιμα και ρούχα φορτώνονταν από την κεντρική αποθήκη του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Καβάλα με προορισμό το Ροδολίβος, το Πράβι και τη Μουσθένη. Υπήρχαν μέρες που από την Καβάλα αναχωρούσε καραβάνι 200 αλόγων. Το κόστος της μεταφοράς ήταν μεγάλο (οι Βλάχοι χρέωναν 35 δρχ. για κάθε οκά εφοδίων) το είχε αναλάβει όμως εξ ολοκλήρου η ελληνική κυβέρνηση.34

Πρέπει να σημειωθεί ότι στα χωριά της Καβάλας, της Δράμας και των Σερρών δεν λειτούργησαν μόνιμοι σταθμοί βοήθειας του ΑΕΣ. Οι προμήθειες παραδίδονταν μαζικά σε κάθε κοινότητα και διανέμονταν από τον πρόεδρο ή κάποια επιτροπή στις οικογένειες που τη δικαιούνταν.35

Στο Παγγαίο όμως η βοήθεια δινόταν απευθείας στον αποδέκτη της και όχι μέσω κάποιου εκπροσώπου. Οι κάτοικοι ενός χωριού, συνήθως οι γυναίκες, προσέρχονταν μία φορά την εβδομάδα στο σταθμό και παραλάμβαναν οι ίδιοι τα εφόδια που αναλογούσαν στην οικογένειά τους. Κάποιοι έπρεπε να κάνουν πεζοπορία αρκετών ωρών, αφού τα χωριά τους βρίσκονταν σε μεγάλες αποστάσεις από τα κέντρα διανομής. Κοπιώδης όμως ήταν αυτή η μέθοδος και για τους ανθρώπους του ΑΕΣ, ωστόσο την επέλεξαν, επειδή ήθελαν η παρεχόμενη βοήθεια να έχει τα χαρακτηριστικά μιας προσωπικής δωρεάς.36

Τον τρόπο διανομής στους σταθμούς του Παγγαίου περιγράφει σε έκθεσή του ο διοικητής του τμήματος Παγγαίου: οι κάτοικοι ενός χωριού προσέρχονταν στον σταθμό τη συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας που είχε οριστεί για τον οικισμό τους. Στις 8:30 που άνοιγαν οι αποθήκες, είχε ήδη σχηματιστεί μια μεγάλη σειρά από αυτούς που είχαν φτάσει πολύ νωρίτερα. Ένας – ένας έμπαιναν στην αποθήκη και παρουσίαζαν το δελτίο τους στον υπεύθυνο υπολοχαγό. Αυτός έλεγχε το βιβλίο του σταθμού, έβλεπε πόσες μερίδες τροφίμων δικαιούνταν ο καθένας και απευθυνόταν στον διερμηνέα, ο οποίος μετέφραζε την παραγγελία στα ελληνικά. Τότε οι στρατιώτες έδιναν στον δικαιούχο την απαιτούμενη ποσότητα για την οικογένειά του. Οι άνθρωποι έρχονταν πάντα εφοδιασμένοι με πάνινες σακούλες για να πάρουν το αλεύρι, το ρύζι ή οποιαδήποτε άλλη προμήθεια. Αφού τελείωνε ο ένας, περνούσε έξω από μία άλλη πόρτα και τη θέση του στην αποθήκη έπαιρνε ο επόμενος. Όλα αυτά γίνονταν με τάξη και ησυχία. Τα τρόφιμα κατά κανόνα μοιράζονταν το πρωί, οι αποθήκες έκλειναν μία ώρα για το μεσημεριανό γεύμα και τα ρούχα διανέμονταν το απόγευμα.37

α) Διανομή τροφίμων: ενώ στις μεγάλες πόλεις ο ΑΕΣ διένεμε μόνο ψωμί,38 οι σταθμοί του εφοδίαζαν τους κατοίκους των χωριών του Παγγαίου με μια ποικιλία τροφίμων: αλεύρι, ρύζι, φασόλια, φακές, κρέας (κονσέρβες), μπέικον, λαρδί, αποξηραμένα λαχανικά, σταφίδες, ζάχαρη, μαρμελάδα (κουτιά), γάλα (σκόνη σε κουτιά), επίσης πλάκες σαπούνι και αλάτι. Στην περίοδο πλήρους δραστηριότητας, για κάθε άτομο αντιστοιχούσε 1,5 οκά τροφίμων εβδομαδιαίως, δηλ. περίπου δύο κιλά.39 Συνολικά διανεμήθηκαν από τους τρεις σταθμούς 1.250.394 μερίδες τροφίμων (του ¼ της οκάς, δηλ. των 320 γρ.), 4.452 οκάδες αλάτι και 6.344 πλάκες σαπούνι. Εκτός από τους κατοίκους βοήθεια έλαβαν, σε πολύ μικρότερη κλίμακα βέβαια, το ορφανοτροφείο του Πραβίου, το σχολείο του Ροδολίβους και το μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας.40

β) Διανομή ενδυμάτων: οι τρεις σταθμοί του Παγγαίου διένειμαν συνολικά 73.656 ενδύματα, με τα οποία ντύθηκαν 18.414 άτομα, καθώς και 1.787 κουβέρτες.41 Στις εκθέσεις των υπευθύνων ομολογείται ότι τα ρούχα δεν έφταναν για να καλύψουν όλο τον πληθυσμό και ότι αναγκαστικά δόθηκαν σε αυτούς που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Κάθε άτομο έπαιρνε συνήθως 4-5 κομμάτια ρούχων, ανάλογα με το φύλο και την ηλικία του. Οι άνδρες και τα αγόρια, ένα “κοστούμι”, πουκάμισο, φανελένιο εσώρουχο, σώβρακο και κάλτσες, ενώ οι γυναίκες και τα κορίτσια, ένα “φόρεμα”, ένα μεσοφόρι, εσώρουχα και κάλτσες.

Ευνόητο είναι ότι τα αμερικανικά ρούχα δεν ήταν κομμένα και ραμμένα για τον κάθε αποδέκτη, έτσι μαρτυρούνται πολλές αστείες, κωμικοτραγικές μάλλον εικόνες στην εμφάνιση των ανθρώπων. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη μαρτυρία: «Οι κάλτσες ήταν όλες μεγέθους 11, δόθηκαν όμως και στα μικρότερα παιδιά. Τις δέχονταν με μεγάλη ευχαρίστηση. Τις τραβούσαν ψηλά στα γυμνά ποδαράκια τους και τις έδεναν πάνω από το γόνατο με ένα κορδόνι. Ήταν όλες λευκές και τις φορούσαν μόνο τις Κυριακές».42

γ) Ouvroirs – Εργαστήρια: τα περισσότερα ρούχα έρχονταν έτοιμα από την Αμερική ή κατασκευάζονταν στο εργαστήριο του ΑΕΣ στην Αθήνα. Όμως εργαστήρια ραπτικής (ouvroirs) λειτούργησαν και στην Αν. Μακεδονία, με διπλό σκοπό: αφενός την κατασκευή ενδυμάτων για τις ανάγκες της κοινότητας και αφετέρου την παροχή εργασίας σε άπορες γυναίκες της περιοχής.

Στα τέλη Φεβρουαρίου ήρθαν οι πρώτες ραπτομηχανές από την Αμερική και συγκροτήθηκαν τα πρώτα ουβρουάρ στο Πράβι και στο Ροδολίβος. Καθώς δεν ήταν εύκολο να αποσταλούν επιπλέον ραπτομηχανές, αναζητήθηκαν και βρέθηκαν στην περιοχή της Μουσθένης έξι γυναίκες με δικές τους ραπτομηχανές και έτσι οργανώθηκε και τρίτο εργαστήριο ραπτικής. Τα εργαστήρια είχαν από μία επιστάτρια και μία κόπτρια και συνολικά περίπου 30 ράφτρες. Οι μοδίστρες στα άλλα ουβρουάρ της Μακεδονίας εργάζονταν με μεροκάματο (5 δρχ.), στο Παγγαίο όμως αμείβονταν με το κομμάτι, σύστημα που ήταν ελαφρώς πιο προσοδοφόρο.

Το μεγαλύτερο εργαστήριο, του Πραβίου, είχε μέχρι και δεκαεννέα ραπτομηχανές και παρήγε ημερησίως περίπου 150 ρούχα. Οι υπεύθυνοι του ΑΕΣ επαινούν το έργο των γυναικών της περιοχής, τονίζοντας ότι τα ρούχα ήταν ανθεκτικά και καλοφτιαγμένα, εφάμιλλα με τα αμερικανικά. Ωστόσο, οι κόπτριες δυσκολεύονταν να σχεδιάσουν ρούχα για τις μουσουλμάνες, έτσι τους δίνονταν εσώρουχα και ύφασμα (5 γιάρδες = 4,6 μ.), για να φτιάξουν τα ρούχα μόνες τους ή στην κοινότητά τους. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του ΑΕΣ τα τρία εργαστήρια του Παγγαίου κατασκεύασαν 6.449 ρούχα και οι μοδίστρες αμείφθηκαν με 5.357,40 δρχ. Όταν έκλεισαν τα ουβρουάρ, οι ραπτομηχανές δεν επέστρεψαν στην Αμερική, αλλά δόθηκαν από τον ΑΕΣ στα χωριά της περιοχής (όχι στις γυναίκες που τις χειρίζονταν, αλλά στην κοινότητα), ώστε να εξυπηρετούν όλους τους κατοίκους. Πέντε δόθηκαν στο Πράβι, από μία σε Νικήσιανη, Παλαιοχώρι, Ελευθερές, Αυλή κ.ά.43

δ) Ιατρεία: στην περιοχή αναφοράς μας για έναν πληθυσμό 30.000 κατοίκων υπήρχαν μόνο 10 πολιτικοί γιατροί. Όπως σημειώνουν οι συντάκτες των εκθέσεων, οι φτωχοί χωρικοί της περιοχής συχνά τραυματίζονταν στα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών από μαχαίρια και αξίνες, από δαγκώματα σκύλων κ.ά., που μπορούσαν να αποβούν σοβαρά έως και θανατηφόρα. Έτσι, τα ιατρεία του ΑΕΣ με τη στοιχειώδη ιατρική φροντίδα και τα δωρεάν φάρμακα αποτελούσαν θείο δώρο.

Τα αυτοσχέδια ιατρεία στεγάζονταν σε ένα δωματιάκι των αποθηκών, διέθεταν μόνο ένα τραπέζι, μια καρέκλα και ένα κρεβάτι, 2-3 ράφια με ιατρικό υλικό (επιδέσμους, βαμβάκι, οινόπνευμα, καστορέλαιο και μερικά φάρμακα) και το προσωπικό τους ήταν μόνο μία νοσοκόμα. Λειτουργούσαν σε καθημερινή βάση μέχρι και 6-7 ώρες την ημέρα (της Μουσθένης λειτουργούσε μία μέρα την εβδομάδα) και εξέταζαν κατά μέσο όρο 45-50 άτομα ημερησίως. Όταν οι νοσοκόμες διαπίστωναν ακραία ανέχεια, έδιναν εντολή στις αποθήκες και στα εργαστήρια να ενισχύσουν την οικογένεια με κρεβάτια, στρώματα, κουβέρτες, ρούχα και γάλα για τα παιδιά κ.ά. Συνολικά στο Πράβι και στο Ροδολίβος εξετάστηκαν και έλαβαν θεραπεία 4.256 άτομα. Στα αρχεία του ΑΕΣ το Πράβι εμφανίζεται να κατέχει ένα ασύλληπτο ρεκόρ, αφού η νοσοκόμα του Maria Zacca (πιθανόν Ελληνοαμερικανίδα), εξέτασε σε μία ημέρα 178 άτομα!

Τα ιατρεία του ΑΕΣ δεν διέθεταν γιατρούς. Όμως, όπως αναγνωρίζουν οι συντάκτες των εκθέσεων του ΑΕΣ, οι τοπικοί γιατροί ήταν πάντα πρόθυμοι να συντρέξουν στο έργο τους, να κάνουν διαγνώσεις, να εκτελέσουν τις απαραίτητες επεμβάσεις, να συνταγογραφήσουν θεραπείες.44

Η μέριμνα του ΑΕΣ για την υγεία δεν περιορίστηκε στα υποτυπώδη ιατρεία των σταθμών. Οι Αμερικανοί συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση των νοσοκομείων της περιοχής (πολιτικών και στρατιωτικών), αλλά και στην αντιμετώπιση της επιδημίας του εξανθηματικού τύφου κατά το πρώτο εξάμηνο του 1919. Πολλοί από τους επαναπατρισθέντες “ομήρους” της περιοχής Παγγαίου, πριν επιστρέψουν στα χωριά τους είχαν περάσει από την καραντίνα της Καβάλας (στη θέση Καλαμίτσα).45

ε) Ορφανοτροφείο Πραβίου: η απελευθέρωση της περιοχής βρήκε το πρόχειρο ορφανοτροφείο του Πραβίου να στεγάζεται σε ένα παλιό και ερειπωμένο κτήριο και να περιθάλπει 54 παιδιά.46 Η διατροφή των παιδιών περιοριζόταν σε ψωμί και ελιές δύο φορές την ημέρα, αφού άλλα τρόφιμα δεν ήταν διαθέσιμα στην ευρύτερη περιοχή ούτε και παραμάνες για να θηλάσουν τα βρέφη. Μέσα σε μια εβδομάδα (τις ημέρες που έφτασε στο Πράβι η αποστολή του ΑΕΣ) οκτώ παιδιά πέθαναν από υποσιτισμό και έλλειψη φαρμάκων.

Με πρωτοβουλία του ΑΕΣ το ίδρυμα μεταφέρθηκε σε άλλο κτήριο και εξοπλίστηκε με κρεβάτια, στρώματα και κουβέρτες. Χορηγήθηκαν επίσης ρούχα για τα παιδιά, τρόφιμα και φάρμακα. Όταν η αποστολή του ΑΕΣ ολοκλήρωσε το έργο της και έφυγε από την περιοχή, άφησε στο ορφανοτροφείο μεγάλη ποσότητα τροφίμων, ικανή για να καλύψει τις ανάγκες του για περίπου δεκαπέντε εβδομάδες.47

Κατά τον ΑΕΣ, η υποστήριξη των ορφανοτροφείων της περιοχής ήταν έργο ύψιστης προτεραιότητας. Όπως αναφέρει ο Oakley στην έκθεσή του, πολλοί από τους ενήλικες κατοίκους των πρώην βουλγαροκρατούμενων περιοχών ήταν τσακισμένοι σωματικά και ψυχολογικά και πρόωρα γερασμένοι από τις ταλαιπωρίες. Δεν επρόκειτο να ανακτήσουν την προηγούμενη φυσική τους κατάσταση και να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της κανονικής ζωής. Η ελπίδα της Μακεδονίας ήταν λοιπόν τα παιδιά, στα οποία όλοι όφειλαν να εξασφαλίσουν υγιεινές συνθήκες ζωής, άφθονη τροφή, περίθαλψη και μόρφωση. «Από όλα τα θαυμάσια έργα που έχει αναλάβει ο ΑΕΣ στην Ελλάδα, κανένα δεν έχει την ίδια σημασία, τη μακροπρόθεσμη ωφέλεια και κανένα δε θα χαρακτήριζε το πνεύμα του ΑΕΣ όσο η ίδρυση και υποστήριξη των ορφανοτροφείων». Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η βοήθεια που προσέφερε ο ΑΕΣ ήταν κατώτερη των μεγάλων αναγκών τους.48

Η αποστολή του ΑΕΣ ολοκλήρωσε το έργο της στο Παγγαίο στις αρχές Μαΐου 1919. Αποχωρώντας από την περιοχή άφησε στην ελληνική κυβέρνηση το υπόλοιπο των προμηθειών του σε τρόφιμα, φάρμακα, ρουχισμό κ.ά.49 Το έργο της “αναβίωσης” εισήλθε πλέον σε μια μόνιμη φάση, με αποκλειστικό φορέα εκτέλεσης τις υπηρεσίες του ελληνικού κράτους. Κατά τους πρώτους μήνες της άνοιξης η ελληνική κυβέρνηση είχε ήδη αποστείλει στην περιοχή ένα μεγάλο αριθμό ζώων εργασίας καθώς και σπόρους σιταριού και άλλων δημητριακών για τις εαρινές σπορές. Παράλληλα είχαν αρχίσει να φτάνουν στην Ανατολική Μακεδονία μικρές ποσότητες τροφίμων και να τίθεται σε λειτουργία η οικονομία του καπνού. Έτσι πολλοί κάτοικοι είχαν αρχίσει να βλέπουν το μέλλον με αισιοδοξία.50

Κατά το εξάμηνο Νοεμβρίου 1918 – Μαΐου 1919 ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός προσέφερε στην Ανατολική Μακεδονία και στην περιοχή της αναφοράς μας ανθρωπιστικό έργο ανεκτίμητης αξίας. Βάσιμα μπορεί κανείς να υποστηρίξει, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της ιστορικής συγκυρίας, ότι η επιβίωση χιλιάδων ανθρώπων στην περιοχή του Παγγαίου, είτε ομήρων που επέστρεψαν από τη Βουλγαρία είτε κατοίκων της περιοχής, οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό στις δράσεις της αμερικανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης.51

Οι πρόεδροι των κοινοτήτων της περιοχής εκτιμούσαν ότι χωρίς τη βοήθεια του ΑΕΣ κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα 1922-1923 ο αριθμός των θανάτων από πείνα θα έφτανε τον αντίστοιχο της περιόδου της βουλγαρικής κατοχής (5.168, κατά τον στατιστικό πίνακα του ΑΕΣ), αφού κατά τους πρώτους μήνες μετά την απελευθέρωση δεν υπήρχε ούτε καν η νερόσουπα από χόρτα και το μικρό ξεροκόμματο του βουλγαρικού συσσιτίου.52

Στα δημοσιεύματα των μελών του ΑΕΣ, στο αρχειακό υλικό και στον Τύπο της εποχής μνημονεύονται πολλές εκδηλώσεις και εκφράσεις ευγνωμοσύνης των δημόσιων λειτουργών και των κατοίκων της περιοχής προς τους άνδρες και τις γυναίκες του ΑΕΣ για το ζήλο, τον αλτρουισμό και την αυταπάρνησή τους.53 Ενδεικτικά μνημονεύουμε τη θερμή ευχαριστήρια επιστολή του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Αναστάσιου Αδοσίδη προς τον αμερικανικό λαό και τον ΑΕΣ,54 το έγγραφο του Υποδιοικητή Καβάλας Χαλκιόπουλου προς την κυβέρνηση, για τις πολύτιμες υπηρεσίες του ΑΕΣ στην περιοχή (22-12-1918),55 και την επιστολή του υποδιοικητή Πραβίου M. Σακελλαριάδη, με την οποία εξέφρασε τις ευχαριστίες και την ευγνωμοσύνη του λαού του Παγγαίου (5-5- 1919).56

Στα αισθήματα των απλών ανθρώπων της Ανατολικής Μακεδονίας αναφέρεται και ο Dewing: «Η ευγνωμοσύνη των κατοίκων της Μακεδονίας που έλαβαν χέρι βοηθείας από τον Αμερικανικού Ερυθρό Σταυρό υπήρξε ειλικρινής και συχνά συγκινητική. Και η έκφραση αυτών των ευχαριστιών υπήρξε πιο ουσιαστική μεταξύ των απλών ανθρώπων των χωριών. Γι’ αυτούς τους απλούς ανθρώπους ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός ήταν κάτι θεϊκό. Όσοι παρακολούθησαν τις διανομές σε χωριά όπως το Ροδολίβος ή η Προσωτσάνη δεν θα ξεχάσουν ποτέ τα αισθήματα βαθιάς ευγνωμοσύνης των ανθρώπων, όταν λάμβαναν τη μικρή δόση τροφής ή ρουχισμού που τους έδινε ο ΑΕΣ. Σιωπηλά και σταθερά η ανθρώπινη σειρά περνούσε από το δωμάτιο διανομής, κάθε άτομο έβγαζε το πολύτιμο δελτίο του ΑΕΣ από τις δίπλες του μαντηλιού που κουβαλούσε στη φορεσιά της (συνήθως ήταν γυναίκες), στη συνέχεια άνοιγε την πάνινη τσάντα στην οποία θα λάμβανε το αλεύρι ή τα φασόλια της ή κάποια άλλη διανομή της ημέρας και μετά μάζευε τις τσάντες της και κρατούσε το πολύτιμο δελτίο της πηγαίνοντας προς την πόρτα, αλλά συνήθως σταματούσε αρκετά για ένα απλό “ευχαριστώ”. Και η απλή ευχαριστία αυτών των γυναικών της υπαίθρου, με τον απλό τρόπο που την εξέφραζαν, έκανε όλες τις δουλειές της εργασίας του Ερυθρού Σταυρού να αξίζουν τον κόπο».57

Η Διεθνής διασυμμαχική Επιτροπή, που ερεύνησε τα βουλγαρικά εγκλήματα της περιόδου 1916-1918, εξέφρασε το θαυμασμό και τη συγκίνησή της για τον ΑΕΣ, «του οποίου η αφοσίωση είναι πέραν παντός επαίνου. Το έργο του στην Ανατ. Μακεδονία υπήρξε εξόχως ευεργετικό και του οφείλεται η ευγνωμοσύνη όχι μόνον του ελληνικού λαού, αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας».58

Το ελληνικό κράτος, αναγνωρίζοντας το έργο του ΑΕΣ, τίμησε τον επικεφαλής Ed. Capps και δύο μέλη της αποστολής, τους B.H. Hill και C.W. Blegen (Παγγαίο), με το ανώτατο παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος.59

Ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός θα ερχόταν και πάλι στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας το 1922-1923, για να σταθεί αρωγός στους χιλιάδες νεοφερμένους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής.

  1. Ευ. Χατζηβασιλείου, Βιώματα του Μακεδονικού Ζητήματος. Δοξάτο Δράμας, 1912-1946, Αθήνα 2014, σ. 131-202, όπου αρχειακές πηγές και βιβλιογραφία· Κ. Λυκουρίνος, «Τα ορφανά και τα απαχθέντα από τους Βουλγάρους παιδιά στην Ανατολική Μακεδονία κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μετά την απελευθέρωση, 1916-1921. Οι δράσεις για την περισυλλογή και την περίθαλψή τους», στο Δημ. Πατρωνίδου – Ευ. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Η Δράμα και η περιοχή της κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο: Ενσωμάτωση, Δεύτερη Κατοχή, Ανασυγκρότηση, Δράμα 2020, σελ. 293-317, όπου αρχειακές πηγές και βιβλιογραφία· του ίδιου, «Πέρασαν 100 χρόνια… Το τέλος της βουλγαρικής κατοχής 1916-1918 στην Καβάλα και στην Ανατολική Μακεδονία», https://lykourinoskavala.blogspot.com/2018/09/100-1916-1918.html. Πρβλ.
    Σπυρίδων Σφέτας, Όψεις της Βουλγαρικής Κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία, 1916-1918, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 77-225. ↩︎
  2. Λυκουρίνος, «Πέρασαν 100 χρόνια…», ό.π. ↩︎
  3. Εφ. Εμπρός, 8-10-1918. ↩︎
  4. Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών/ Κεντρική Υπηρεσία (ΔΙΑΥΕ/KY), 1919/3/5, Ρακτιβάν προς Βενιζέλο, 5-10-1918. ↩︎
  5. ΔΙΑΥΕ/ΚΥ, 1919/8/7, Σακελλαριάδης προς Νομάρχη Δράμας, 26-10-1918. ↩︎
  6. ΔΙΑΥΕ/ΚΥ, 1918/Γ/108, 109, Ψήφισμα λαού Πραβίου, 28-10-1918. ↩︎
  7. Γενικά Αρχεία του Κράτους/ΚΥ, Αρχείο Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού (1917- 1920), Φ. 263, «Φάκελλος Ανατολικής Μακεδονίας, 1918-1920». Βλ. και Λυκουρίνος,
    «Πέρασαν 100 χρόνια…», ό.π. ↩︎
  8. Λυκουρίνος, ό.π. ↩︎
  9. Κ. Καυκούλα, «Μεταμορφώσεις του αγροτικού χώρου: «Ο εποικισμός της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα», στο συλλογικό: Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα. Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, Αθήνα 1999, σ. 267-275. ↩︎
  10. Reports of the American Red Cross Commissions New York 1919, σ. 2-11· Ed. Capps,
    «The Relief Stations in Bulgaria», στο Ed. Capps, H.S. Oakley και H.B. Dewing, Relief Work in Eastern Macedonia, Athens 1919, σ. 3-30. Βλ. και Χατζηβασιλείου, ό.π., 182-185. ↩︎
  11. Capps, Eastern Macedonia, 8. ↩︎
  12. Για την ιστορία, τους στόχους και τις δράσεις του ΑΕΣ, Νικόλαος Μισολίδης, «Το έργο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ανατολική Μακεδονία (1918-1919)», Η Δράμα και η περιοχή της κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σ. 269-273. ↩︎
  13. ΔΙΑΥΕ, 1918/Α/4/Ι (αλληλογραφία μεταξύ ΕΕΣ, Υπ. Εξωτερικών και Ελληνικής Πρεσβείας Ουάσινγκτον). Στα περίπου 70 άτομα της αποστολής του ΑΕΣ είχαν ενσωματωθεί εθελοντικά και μέλη αμερικανικών μη κυβερνητικών οργανισμών που δρούσαν τότε στην Ελλάδα, κυρίως της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών της Αθήνας (ΑΣΚΣΑ). Κίνητρο όλων ήταν η αγάπη για την Ελλάδα και εφόδιό τους η γνώση της ελληνικής γλώσσας και η εξοικείωση με το λαό και τη χώρα (Χατζηβασιλείου, ό.π., 135-139). ↩︎
  14. Henry B. Dewing, “The Early Stage”, στο G.C. Barry, Relief Work among the villages of mount Pangaeon, Athens 1919, σ. 3-4. Βλ. και Μισολίδης, ό.π., 274-275. ↩︎
  15. Oakley προς Capps, 28-3-1919, «The Period of Full Αctivity», στο Capps, Oakley και Dewing, Relief Work in Eastern Macedonia, σ. 81-83. ↩︎
  16. Jack L. Davis, «The American School of Classical Studies and the Politics of Volunteerism», Hesperia, 82 (2013) 23. ↩︎
  17. Barry, Pangaeon, 8 και 32 (χάρτης). ↩︎
  18. Davis, ό.π., 18-23. Ο Carl W. Blegen (Minneapolis, 1887 – Αθήνα 1971), θρυλική μορφή της Αρχαιολογίας, με έρευνες στην Τροία, Πύλο κ.α., ήταν γραμματέας της ΑΣΚΣΑ. Το 1941- 1944 πήρε μέρος στην Ελληνική Αντίσταση και μετά τον Πόλεμο έγινε διευθυντής της ΑΣΚΣΑ. Στο Ημερολόγιό του καταγράφει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τόπο και τους ανθρώπους του Παγγαίου. ↩︎
  19. Σημειώσεις στο Ημερολόγιο του Μπλέγκεν, 16 έως 19-11-1918 και 3-12-1918, στο https://www.ascsa.edu.gr/index.php/archives/blegen-red-cross-diary-1918 (πρόσβαση στις 15-5- 2023). Τον Μπλέγκεν βοήθησαν οι Αμερικανοί καπνέμποροι της Καβάλας Leroy Steele και James Arrington και ο Έλληνας καπνέμπορος Ανδρέας Τζίμου, κάτοικος Δράμας και Κορμίστας (Dewing, “The Early Stage”, 4- 5). Βλ. και Χατζηβασιλείου, ό.π., 176-178. ↩︎
  20. Reports of the American Red Cross Commissions, 2-11· Capps, «The Relief Stations in Bulgaria», 3-30. Βλ. και Χατζηβασιλείου, ό.π., 182-185. ↩︎
  21. Dewing, «The early stage», 4-5. ↩︎
  22. Dewing, ό.π., 4-5, Barry, Pangaeon, σ. 11. ↩︎
  23. Capps, «The Relief Stations in Bulgaria», 6-8· Oakley, «The Period of Full Activity», 64- 65. ↩︎
  24. Dewing, «The early stage», 5-7. ↩︎
  25. Barry, Pangaeon, 8-9 και 32, όπου χάρτης. Στην οργάνωση της βοήθειας συνέβαλαν οι υποδείξεις του Στρατηγού Κωνσταντίνου Νίδερ, ο οποίος είχε πολεμήσει στην περιοχή και γνώριζε καλά το ορεινά μονοπάτια (Oakley, ό.π., 59). Από τους 23.632 κατοίκους που έλαβαν τη βοήθεια του ΑΕΣ οι 9.096 ήταν Τούρκοι (Barry, Pangaeon, 26-27 και 30-31, όπου στατιστικός πίνακας κατά οικισμό). ↩︎
  26. Barry, Pangaeon, 17. ↩︎
  27. Αυτό υποδηλώνεται και από τα εξής: Στην περιοχή της Καβάλας βοήθεια έλαβαν η πόλη και 5 τουρκικά χωριά· στην περιοχή Σερρών, η πόλη και 16 χωριά· στην περιοχή Δράμας, η πόλη και 22 χωριά· στην περιοχή του Παγγαίου, 57 χωριά. ↩︎
  28. «Statistical Report for Pangaeon Towns, Census of April 1, 1919», στο Barry, Pangaeon, 30-31. ↩︎
  29. Barry, Pangaeon, 11 (η απόσταση από Ροδολίβος σε Πράβι ήταν “μόνο” 8 ώρες με το μουλάρι). ↩︎
  30. Barry, Pangaeon, 12-14, 15 (πίνακας με ονόματα χωριών και αριθμούς επισιτιζόμενων). ↩︎
  31. Oakley, «The Period of Full Activity», 39-46. ↩︎
  32. Για τους προϊσταμένους και το προσωπικό των σταθμών, «Directory of Personnel»,
    Eastern Macedonia, 119-124· Reports of the American Red Cross Commissions, 6-9. ↩︎
  33. Barry, Pangaeon, 12, 14. Συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων που φρόντιζαν τις κατοικίες των στελεχών, στην περιοχή του Παγγαίου υπήρχαν 24 ελληνόφωνοι στην υπηρεσία του ΑΕΣ (δεν υπολογίζονται οι εργαζόμενες στα εργαστήρια). ↩︎
  34. Barry, Pangaeon, 22-23, Oakley, «The Period of Full Activity», 61-62, 77-78. ↩︎
  35. Relief Work in Eastern Macedonia, 49-57, 80, 84-85. ↩︎
  36. Barry, Pangaeon, 15-16. Ενδεικτικά, από Παλιοχώρι μέχρι Πράβι ήταν δρόμος πέντε ωρών. ↩︎
  37. Barry, Pangaeon, 19-20. ↩︎
  38. Oakley, «The Period of Full Activity», 40-44. Στις πόλεις λειτουργούσαν και δημοτικές κουζίνες, που παρείχαν σούπα και κατώτερης ποιότητας ψωμί. ↩︎
  39. Οκά: παλιά μονάδα βάρους, ίση με 1.280 γραμμάρια. ↩︎
  40. Αναλυτικά στοιχεία κατά σταθμό, Dewing, «Statistical Summary», Eastern Macedonia, 108-112· Barry, Pangaeon, 23. ↩︎
  41. Dewing, ό.π., 111. ↩︎
  42. Barry, Pangaeon, 24. ↩︎
  43. Barry, Pangaeon, 21-22· Oakley, Eastern Macedonia, 44· Dewing, «Statistical Summary», 112. ↩︎
  44. Barry, Pangaeon, 20-21, 29· Oakley, Eastern Macedonia, 44-45· Dewing, Eastern Macedonia, 95. ↩︎
  45. Carl Black, Survey of the Hospitals of Greece, Αθήνα 1919, σ. 13-17, 52-54, 95-97· S.J. Walker, The typhus epidemic in Eastern Macedonia, Αθήνα 1919· Κ. Λυκουρίνος, «Κατόπιν εξαπλώσεως εξανθηματικού τύφου εν Καβάλλα…», https://lykourinos- kavala.blogspot.com/2019/02/12-1919.html. ↩︎
  46. Για την περίθαλψη των ορφανών και τα “πρόχειρα ορφανοτροφεία” του 1918-1919, Λυκουρίνος, «Τα ορφανά και τα απαχθέντα από τους Βουλγάρους παιδιά στην Ανατολική Μακεδονία», 299-302. ↩︎
  47. Barry, Pangaeon, 22· Oakley, Eastern Macedonia, 60· Dewing, Eastern Macedonia, 89- 91. ↩︎
  48. Oakley, Eastern Macedonia, 71-72. ↩︎
  49. ΔΙΑΥΕ, 1919/Α/5/Ι/6, Αδοσίδης προς Βενιζέλο, 2-7-1919. ↩︎
  50. Dewing, Eastern Macedonia, 91-97· Barry, Pangaeon, 26, 28. ↩︎
  51. Oakley, Eastern Macedonia, 57. Στατιστική για τη συνολική βοήθεια του ΑΕΣ στην Αν. Μακεδονία και ειδικότερα στο Παγγαίο, Statistical Summary, Eastern Macedonia, 101-118. ↩︎
  52. Barry, Pangaeon, 28, 30-31. ↩︎
  53. Barry, Pangaeon, 27-28. Οι συντάκτες των εκθέσεων εγκωμιάζουν το προσωπικό του ΑΕΣ, που υπέμενε αγόγγυστα τις μεγάλες δυσκολίες, τις “πρωτόγονες” συνθήκες ζωής, τους κινδύνους της επιδημίας εξανθηματικού τύφου, τις βασανιστικές μετακινήσεις κ.ά. Ενδεικτικό απόσπασμα: «Το μόνο μέσο μεταφοράς στους σταθμούς του Ροδολίβους και της Μουσθένης ήταν το άλογο.[…] Συχνά μετά από πορεία μισής ημέρας το προσωπικό ήταν μούσκεμα και καλυμμένο με λάσπη, όμως ήταν πάντα χαρούμενοι. Το να βλέπεις τις νοσοκόμες να ανεβαίνουν στο άλογο και να ξεκινούν για ένα ταξίδι πέντε ωρών, ενώ δεν είχαν ιππεύσει ποτέ πριν στη ζωή τους, είναι κάτι που σε εμπνέει» Barry (Pangaeon, 24- 25). ↩︎
  54. Reports of the American Red Cross Commissions, 18-20. ↩︎
  55. Reports, 27-30 και ΔΙΑΥΕ, 1919/Γ/109/1. ↩︎
  56. Barry, Pangaeon, 27-28. ↩︎
  57. Dewing, Eastern Macedonia, 93. ↩︎
  58. Rapports et enquêtes de la Commission interalliée sur les violations du droit des gens commises en Macédoine orientale par les armées bulgares, Nancy – Paris – Strasbourg 1919, σ. 19. ↩︎
  59. Χατζηβασιλείου, Βιώματα του Μακεδονικού Ζητήματος, 135-139. Εκτός από τον Μπλέγκεν, και ο Χιλ υπηρέτησε στην Ανατ. Μακεδονία: κατά το πρώτο 20ήμερο του Μαρτίου 1919 βρισκόταν στην Καβάλα, παρέχοντας υπηρεσίες στο υγειονομικό τμήμα του ΑΕΣ. ↩︎

Avatar photo
Κυριάκος Λυκουρίνος

Ο Κυριάκος Λυκουρίνος σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο Νεότερης Ιστορίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Από το 1981 μέχρι το 1993 εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1993 ήταν προϊστάμενος στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας, μέχρι το 2013 που συνταξιοδοτήθηκε. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην αρχειακή έρευνα και τη μελέτη της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της περιοχής Καβάλας.

Άρθρα: 1