Εισαγωγή
Το φαινόμενο της παρουσίας ένοπλων ομάδων εκτός των θεσμικών πλαισίων του κράτους, μαρτυρείται σε οθωμανικές, βενετικές κι ελληνικές πηγές από τα τέλη του 15ου αιώνα1. Η οθωμανική διοίκηση προεπαναστατικά και οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά το πέρας της Επανάστασης κλήθηκαν να καταστείλουν το ληστρικό φαινόμενο και τους ανυπότακτους ενόπλους που δρούσαν στην ύπαιθρο και ειδικότερα στις ορεινές περιοχές έως και τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα. Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τους κοινωνικο-οικονομικούς και πολιτικούς λόγους που εξηγούν τη διατήρηση του ληστρικού φαινομένου από την εποχή της οθωμανικής κατάκτησης έως τις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και τους λόγους που οδήγησαν στην εξάλειψή του στα μέσα του προηγούμενου αιώνα.
Η ληστεία στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα
Η υποβάθμιση του πεδινού περιβάλλοντος εξαιτίας της παραμέλησής του ως συνέπεια της τουρκικής κατάκτησης και κυριαρχίας οδήγησε σε κάμψη της παραγωγικότητας στις αρχές του 15ου αιώνα. Η γη δεν αποτελούσε την πλέον προσοδοφόρα πηγή και με δυσκολία εξασφάλιζε τα απαραίτητα μέσα επιβίωσης. Ως εκ τούτου, μεγάλο μέρος του πληθυσμού εξαναγκάστηκε να αναζητήσει νέους τόπους εγκατάστασης στις ορεινές περιοχές και να επιδοθεί στην κτηνοτροφία, υιοθετώντας έναν νομαδικό τρόπο ζωής. Αυτή η εποχική μετακίνηση ενίσχυε το αίσθημα ανασφάλειας και ευνόησε ταυτόχρονα την ανάπτυξη μιας χωριστής κοινωνίας στα ορεινά που επέλεξε την εγκατάλειψη της οθωμανικής νομιμότητας και το πέρασμα στην παρανομία2.
Η ληστεία από μεγάλες ένοπλες ομάδες αποτέλεσε βιοποριστική επιλογή επιβίωσης προκειμένου να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ένδειας των αγροτών και το πληθυσμιακό πλεόνασμα αλλά ταυτόχρονα ήταν και αποτέλεσμα της οθωμανικής βίας και αυθαιρεσίας. Η κεντρική εξουσία αδυνατούσε να θέσει τις ορεινές περιοχές κάτω από αποτελεσματικό έλεγχο, τόσο εξαιτίας των δεδομένων γεωμορφολογικών δυσχερειών, όσο και λόγω του ότι ήταν ασύμφορη η μόνιμη επιβολή κρατικής εξουσίας σ’ αυτές. Εξάλλου, η κύρια οικονομική δραστηριότητα των περιοχών αυτών, δηλαδή η κτηνοτροφία, ήταν νομαδική, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη φορολόγησή της. Στην έξοδο από τη νομιμότητα και στην προσχώρηση σε ένοπλες ομάδες συνετέλεσαν επίσης η δημιουργία ενός νέου ανθρωπολογικού προτύπου που ευνοούσε τη διάδοση των όπλων αλλά και η κοινωνική αίγλη που περιέβαλλε την οπλοκατοχή3.

Οι κλέφτες ήταν συνήθως φυγόδικοι, οφειλέτες και γενικότερα θύματα της οθωμανικής καταπίεσης που βρήκαν καταφύγιο στα βουνά όπου διακρίνονταν για τις ληστρικές τους συνήθειες. Θύματά τους ήταν χωρικοί, ταξιδιώτες, έμποροι και περιηγητές. Οι επιθέσεις εναντίον πλουσίων ήταν πιο σπάνιες, αφού αυτοί προστατεύονταν από προσωπικούς φρουρούς. Απέδιδαν ιδιαίτερη αξία στα όπλα, ενώ η βία και η αυθαιρεσία χαρακτήριζε τις συμπεριφορές τους. Περιφρονούσαν την καθεστηκυία τάξη κι αμφισβητούσαν το κοινωνικο- οικονομικό κατεστημένο, χωρίς, ωστόσο, να προβάλλουν κοινωνικά αιτήματα εφόσον απείχαν μακράν από το πρότυπο του προστάτη του φτωχού αγρότη ενάντια στις ατασθαλίες των πλουσίων γαιοκτημόνων και της οθωμανικής διοίκησης4.
Για την αντιμετώπιση του ληστρικού φαινομένου υιοθετήθηκε από την οθωμανική διοίκηση ο αρματολικός θεσμός. Τα αρματολίκια συγκροτούνταν σε περιοχές των Αγράφων, των Δερβενίων της Αττικής και του Ολύμπου ήδη από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης. Η εντεινόμενη δράση των κλεφτών υποχρέωσε την οθωμανική διοίκηση στην επιλογή της πολιτικής του προσεταιρισμού κι όχι της εξαλείψεως της ληστείας. Προσέλαβε σώματα χριστιανών ατάκτων και τους εμπιστεύτηκε τη φύλαξη ορεινών περιοχών (αρματολίκια) και διαβάσεων από τους κλέφτες. Παράλληλα, οι αρματολοί λειτουργούσαν ως βοηθητικά στρατιωτικά σώματα, στα οποία είχε ανατεθεί η διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας5. Η ανάληψη του αξιώματος του αρματολού, που προϋπόθετε την αποδοχή της οθωμανικής εξουσίας και την υποταγή του σε αυτήν, εκκινούσε με την αμνήστευσή τους και την επαναφορά τους στη νομιμότητα. Το αρματολίκι αναλάμβανε ένας καπετάνιος, που αναδεικνυόταν ανάμεσα στους πιο επικίνδυνους και ικανούς παρανόμους. Στις αρμοδιότητες που περιελάμβανε ο θεσμικός ρόλος του φύλακα της δημόσιας τάξης, άλλοτε με νόμιμες κι άλλοτε με έκνομες πρακτικές, ανήκε και η συλλογή κρατικών φόρων και του ειδικού φόρου που κάλυπτε τη μισθοδοσία των αρματολών, του «αρματολιάτικου»6.
Κλέφτες κι αρματολοί συνιστούσαν μια ιδιότυπη οπλική αριστοκρατία με κοινή προέλευση κι εναλλασσόμενους ρόλους. Ο στόχος της επιστροφής στη νομιμότητα προσδιοριζόταν από την αυθαιρεσία που επέβαλλαν τα όπλα και τη βία που ασκούσαν σε βάρος της κοινότητας. Σε έναν έντονα ανταγωνιστικό κόσμο, κλέφτες κι αρματολοί χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο για να αποδείξουν την αξία τους και με τη βία και τον τρόμο να εξασφαλίσουν την αμνηστία και τη στρατολόγησή τους στο αρματολικό σώμα. Η δύναμη τους εδραζόταν στην κυριαρχική τους ικανότητα ανάμεσα σε υποψήφιους καπετάνιους, ενώ με κάθε μέσο προσπαθούσαν να διατηρήσουν την εξουσία τους. Όταν την έχαναν, στρέφονταν πάλι στη ληστεία, όπου μέσω ενός αέναου κύκλου βίας και βεντετών επεδίωκαν την επάνοδο στον αρματολισμό7.
Το κράτος επέδειξε κάποια ανοχή απέναντι στη ληστρική δράση αφού δεν ένιωσε απειλούμενο από την παρουσία των ληστών και αποτέλεσε αποδεκτή λύση στα οικονομικά αδιέξοδα. Οι έκνομοι, δεδομένης της επιθυμίας τους να επανέλθουν στη νομιμότητα και πάντα πρόθυμοι να αναστείλουν τη δράση τους με αντάλλαγμα εξουσιαστικά προνόμια, αποτελούσαν στοιχείο κοινωνικής σταθερότητας και όργανο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου σύμφωνα με τον Παπασταματίου8. Όλα αυτά βέβαια έως τα Ορλωφικά (1770-1771) και τις εξεγέρσεις κλεφτών και αρματολών που ακολούθησαν και φυσικά την Επανάσταση του ’21 όπου οι ένοπλοι της ελληνικής υπαίθρου έμελλαν να αποτελέσουν το πιο εμπειροπόλεμο τμήμα των Αγωνιστών.
Η ληστεία στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα (μετεπαναστατικά) έως τις αρχές του 20ου
Το πρόβλημα της ληστείας συνέχισε να υφίσταται ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης Καποδίστρια. Μετά τον ερχομό του Όθωνα και την περίοδο της Αντιβασιλείας το ληστρικό φαινόμενο προσέλαβε απειλητικές διαστάσεις. Τα αίτια της εξάρσεως σχετίζονταν αφενός με την πολιτική και τα μέτρα των Βαυαρών κι αφετέρου με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας. Η διάλυση των ατάκτων και η συνακόλουθη δυσαρέσκεια των παλαιών Αγωνιστών, η διάλυση της τοπικής αυτοδιοίκησης και η έλλειψη τάξης κι οργάνωσης στις επαρχίες καθώς και οι πολιτικές μηχανορραφίες, ήταν από τους κυριότερους λόγους που οδήγησαν στην αύξηση της ληστείας9.
Η διάλυση των ατάκτων στρατευμάτων του Αγώνος είχε ως συνέπεια να βρεθούν ανεπάγγελτοι χιλιάδες Αγωνιστές, αφού η σύσταση του σώματος των «Ακροβολιστών», όπως ονομάστηκε ένα σώμα ενόπλων που ιδρύθηκε από το νέο καθεστώς, προέβλεπε μόνο τη μερική απορρόφησή τους. Μια σειρά από λόγους, όπως ο χαμηλός μισθός, η πειθαρχία και η ιεραρχική διάρθρωση και διοίκηση, απέτρεψε την κατάταξή τους στα τακτικά στρατιωτικά σώματα. Πολλοί από αυτούς, που κατάγονταν από τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, έγιναν πρόσφυγες και μαζί με τους εντόπιους ατάκτους αποτέλεσαν ένα κοινωνικοπολιτικό στοιχείο με ροπή στην παρανομία, από τη στιγμή που βρέθηκαν σε συνθήκες ανέχειας. Ως εκ τούτου, για πλήθος Αγωνιστών, παρά τα αιτήματά τους για αναγνώριση των εκδουλεύσεων τους προς το ελληνικό έθνος, η στροφή στη ληστεία φάνταζε ως μοναδική επιλογή βιοπορισμού10.
Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε όμως και το γεγονός, ότι οι ληστές της κεντρικής Ελλάδας ανήκαν στη γενιά των κλεφτών και ως συνεχιστές αυτού του ρόλου έδρασαν μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής ληστείας των αρχών του 19ου αιώνα. Οι προσπάθειες του κράτους για επιστροφή τους στη νομιμότητα, μέσω παροχής αμνηστίας, απέβησαν άκαρπες, αφού παλαιές συνήθειες και ζωντανές μνήμες δεν βοηθούσαν στη καθυπόταξη των ατάκτων. Για το νεοσύστατο, δυτικότροπο, κράτος, οι ληστές ήταν εγκληματίες κατά της δημόσιας ασφάλειας και αντιμετωπίστηκαν με μια σειρά ποινικών νόμων, αντίθετων με την αντίληψη του παραδοσιακού κόσμου περί δικαίου11.

Η υποχρεωτική στράτευση και ιδιαίτερα η κληρωτή στρατολογία υπήρξαν μια ακόμη αιτία για την τροπή, περισσότερο των νέων, προς τη ληστεία. Ο σχηματισμός του εθνικού στρατού το 1837, μετά την αποχώρηση των βαυαρικών στρατευμάτων, όριζε με σχετικό νόμο ότι η επιλογή των στρατεύσιμων θα γινόταν έπειτα από κλήρωση εκ μέρους των δημοτικών αρχών. Η αρνητική στάση των χωρικών, αφενός εξαιτίας της τετραετούς θητείας που θα τους απομάκρυνε από τις κτηνοτροφικές και αγροτικές τους ασχολίες κι αφετέρου εξαιτίας του διαβλητού της διαδικασίας αφού εύκολα το σύστημα της κλήρωσης μπορούσε να νοθευτεί είτε για κομματικά είτε για οικονομικά συμφέροντα από τις δημοτικές αρχές, οδήγησαν πολλούς νέους στη λιποταξία και στη στροφή προς την παρανομία12.
Το ληστρικό φαινόμενο παρουσίασε αμείωτη συχνότητα παρά τους στρατιωτικούς μηχανισμούς που δημιουργήθηκαν για την απορρόφηση των παρανόμων. Οι αναστατώσεις που προκαλούσαν οι ληστές στα ελληνοτουρκικά σύνορα και τις παραμεθόριες επαρχίες έμοιαζαν να ικανοποιούν τους παλαιούς καπεταναίους, που έψαχναν αφορμή για να επιδείξουν την ένοπλη υπεροχή τους και τη διαπραγματευτική δύναμη που τούς παρείχε η κυριαρχική τους ικανότητα. Η κυβέρνηση προσπάθησε να υποτάξει το επικίνδυνο και πολιτικά ισχυρό αυτό στοιχείο στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα με την παραχώρηση γαιών, αποσπώντας από πολιτικούς παράγοντες του τόπου ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα τους. Από την άλλη πλευρά όμως, οι κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις συμμορίες αφενός για να ικανοποιήσουν τις ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις, εφόσον ο τακτικός στρατός δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση αλυτρωτικής πολιτικής μιας και οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης απέκλειαν τη χρήση βίας για την ικανοποίηση των εθνικών διεκδικήσεων, κι αφετέρου απομάκρυναν το επικίνδυνο αυτό στοιχείο από τα κέντρα δράσης τους. Η συνέχιση της εθνικοαπελευθερωτικής προσπάθειας ήταν η μία πλευρά. Από την άλλη, προσφέρθηκε η ευκαιρία στους λησταντάρτες να επιδίδονται ελεύθερα στη λαφυραγωγία, κυρίως από την αντίθετη πλευρά των συνόρων, στρατολογώντας παρανόμους σε αντάρτικα σώματα. Από αυτή την «παράλληλη δραστηριότητα» πλήττονταν, ωστόσο, οι αγροτικοί πληθυσμοί εκατέρωθεν των συνόρων. Οι αλυτρωτικές εξεγέρσεις στις βόρειες ελληνικές επαρχίες, την Ήπειρο, την Μακεδονία και την Θεσσαλία όπως και στην Κρήτη, προσέλκυσαν πλήθος εθελοντών, πολλοί εκ των οποίων ήταν μέλη ληστρικών συμμοριών. Σε κάποιες περιπτώσεις, η κατάσταση εκτραχύνθηκε και οι ταραχές μετατράπηκαν σε συστηματική λεηλασία, εξωθώντας εκατοντάδες εξαθλιωμένους πρόσφυγες στις βόρειες ελληνικές επαρχίες. Σε όλα τα παραπάνω συνέβαλλε και η χαλάρωση της τήρησης της τάξης επί Μεσοβασιλείας (1862-1863) στο πλαίσιο της οποίας το φαινόμενο της ληστείας προσέλαβε απειλητικές διαστάσεις13.

Ένας ακόμη λόγος που οδήγησε στη διατήρηση της ληστείας ήταν και η εχθρική πολιτική του ελληνικού κράτους απέναντι στη νομαδική κτηνοτροφία και το αγροτικό ζήτημα. Ας μην παραβλέπουμε ότι τα περισσότερα κρησφύγετα των ληστρικών συμμοριών βρίσκονταν στις θερινές στάνες των βοσκών, ενώ το χειμώνα κατέφευγαν στα χειμαδιά. Η υπόθαλψη των ληστών αποτελούσε αντάλλαγμα για την προστασία που προσέφεραν στα τσελιγκάτα οι ληστές απέναντι στους προκρίτους και τους φοροεισπράκτορες. Πολλές φορές συνήπταν μεταξύ τους και συγγενικούς δεσμούς είτε μέσω κουμπαριών είτε μέσω αδελφοποιήσεων. Κατά τη διάρκεια της Μεσοβασιλείας, οι συμμορίες είχαν σχεδόν ταυτιστεί με τα τσελιγκάτα. Σε κάθε περίπτωση τα τελευταία βρίσκονταν σε άμεση εξάρτηση από τη συμμορία, αφού η δυσμενής κρατική πολιτική έναντι της νομαδικής κτηνοτροφίας επέβαλλε σε αυτά την αναζήτηση προστασίας από τις ληστρικές συμμορίες14. Η στενή συνάφεια ανάμεσα στον ποιμενικό και τον ληστρικό κόσμο μαρτυρείται από άφθονες πηγές. Ο Κολιόπουλος αναφέρει ότι η ληστεία αποτέλεσε συμπληρωματική λειτουργία της ποιμενικής δραστηριότητας. Οι τάσεις επικυριαρχίας των ορεσίβιων πληθυσμών, η πολεμική παράδοση, η χάραξη συνόρων που παρεμποδίζαν την ελεύθερη μετακίνηση των κοπαδιών, τέλος, η εγκαθίδρυση συγκεντρωτικών θεσμών στην ύπαιθρο που εξάλειφαν τις τοπικές αυτονομιστικές τάσεις είναι κάποιες από τις αιτίες που σημάδεψαν τις σχέσεις ανάμεσα στους ορεινούς πληθυσμούς και την υπόλοιπη κοινωνία. Η αντίθεση ανάμεσα στους μόνιμα εγκατεστημένους αγροτικούς πληθυσμούς και τη νομαδική κτηνοτροφία μετατράπηκε πλέον σε ανοικτή σύγκρουση. Οι νομάδες συνέδεσαν τα συμφέροντά τους με τις τύχες των παρανόμων, εφόσον η επέκταση της μικροϊδιοκτησίας με την παραχώρηση εθνικών γαιών σε ακτήμονες σε βάρος της ορεινής κτηνοτροφίας, ανάγκαζε πολλούς βοσκούς να προσχωρήσουν στους κόλπους των συμμοριών και στη ληστεία15.

Στο ελληνικό κράτος, το φαινόμενο της ληστείας αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας με κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις αλλά και με σαφή πολιτική διάσταση. Σε αρκετές περιπτώσεις φανερώνεται η υπόγεια σύνδεση λήσταρχων και πολιτικού συστήματος με απαγωγές βουλευτών, υπουργών ή άλλων αξιωματούχων. Δεν έλειπαν και οι σχέσεις ληστών και τσιφλικάδων με τους πρώτους να λαμβάνουν τον ρόλο του εκλογικού συνεργάτη, ασκώντας πίεση στους ψηφοφόρους της αγροτικής ενδοχώρας16. Σε επαρχιακό επίπεδο, οι δημοτικοί άρχοντες αποτελούσαν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ πολιτευτών και συμμορίας, με τη δεύτερη να εξομοιώνεται με ανεπίσημο αλλά εντέλει ουσιαστικό πολιτικό παράγοντα, ενός είδους άτυπο πολιτικό όργανο. Μετά την επικράτηση των πολιτικών στην εκλογική τους περιφέρεια, ως αποτέλεσμα της συνεργασίας τους με καπεταναίους και ληστές, που πολλές φορές ενισχυόταν με δεσμούς κουμπαριάς, η άτυπη ασυλία και ατιμωρησία ήταν το αντάλλαγμα για τη συμμετοχή των τελευταίων στις εκλογικές αναμετρήσεις17. Η εμπλοκή των ληστών στον δημόσιο βίο, άλλοτε ως σύμμαχοι της κεντρικής πολιτικής εξουσίας κι άλλοτε στρεφόμενοι εναντίον της, τονίζουν τη διαχρονική πολιτική διάσταση του φαινομένου, με χαρακτήρα πολιτικής αντιπαράθεσης για τις ευθύνες και την κατασταλτική τακτική του κράτους.

Το ληστρικό φαινόμενο συνέχισε να επιβιώνει και στις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε και γνώρισε μεγάλη αναζωπύρωση λίγο πριν την εξάλειψή του, εξαιτίας μιας σειράς από λόγους που ευνοούσαν παραβατικές συμπεριφορές. Η δύσκολη προσαρμογή των κατοίκων στην απότομη διείσδυση νέων κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων συνέβαλε στη διατήρηση της ληστείας. Το πρόβλημα του αγροτικού ζητήματος, της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών, οι δυσκολίες ενσωμάτωσης των Νέων Χωρών στον εθνικό κορμό και το προσφυγικό ζήτημα οδήγησαν σε μεγάλα οικονομικά αδιέξοδα και σε παρατεταμένη κρίση στις αγροτοποιμενικές κοινότητες. Η ενσωμάτωση της Βόρειας Ελλάδας εκτός από τις ανακατατάξεις που επέφερε στον παραδοσιακό αγροτοποιμενικό πληθυσμό, προξένησε και επιδείνωση της οικονομίας εξαιτίας του δημογραφικού πλεονάσματος. Η ενσωμάτωση νέων πληθυσμών στο ελληνικό κράτος είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας με ποικίλα εθνοτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που η ενσωμάτωσή τους αποτελούσε εκ των πραγμάτων πολυσύνθετο έργο. Με την έκδοση νομοθετικών διαταγμάτων, η κυβέρνηση προσπάθησε να εξαλείψει ένα φαινόμενο που προκαλούσε επιπλέον προβλήματα στον κρατικό μηχανισμό, όταν είχε να αντιμετωπίσει το δύσκολο εγχείρημα της ενσωμάτωσης των προσφύγων στα πρόθυρα της ανέχειας. Μια ακόμα θεμελιώδης αιτία για τη διατήρηση της ληστείας αποτέλεσε και η δεκαετής διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη Μικρασιάτικη Καταστροφή, η οποία εξώθησε πολλούς νέους στη λιποταξία προκειμένου να αποφύγουν την στράτευση18.
Όμως, όλες οι παραπάνω πολεμικές επιχειρήσεις ενίσχυσαν την οπλοχρησία, η οποία παραδοσιακά αποτελούσε σύμβολο κυριαρχίας και ανδροπρέπειας. Στην αντίληψη του αγροτοποιμενικού πληθυσμού, ληστεία και εθνικοί πόλεμοι διατηρούσαν μια σχετική συνάφεια ενώ νομιμοποιούνταν η κατοχή του όπλου ακόμα και για την επίλυση προσωπικών διαφορών19.
Στις δύσκολες συνθήκες της περιόδου της προσαρμογής, ήρθε να προστεθεί η ευρύτερη πολιτική αστάθεια (Εθνικός Διχασμός) με τις έντονες αντιπαραθέσεις και τις πολιτειακές μεταβολές να ενισχύουν την κρίση λειτουργίας των θεσμών20. Επιπροσθέτως, αφενός η αναλγησία, η πλημμελής επάνδρωση της κρατικής μηχανής και η απουσία οργανωμένου κράτους, αφετέρου τα σκληρά διοικητικά και φορολογικά μέτρα οδήγησαν πολλούς στην παρανομία για λόγους αντίδρασης21. Ένας ακόμη παράγοντας που εξηγεί τη συνέχιση του ληστρικού φαινομένου είναι η μείωση της μετανάστευσης προς τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1920. Λίγο νωρίτερα, στην αλλαγή του αιώνα, η κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον μεγάλο αριθμό παρανόμων που είχαν εγκατασταθεί στις ορεινές επαρχίες, ενθάρρυνε άτυπα τη μετανάστευσή τους στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος της εποχής και η οποία έδωσε, τελικά, κάποια λύση στα οικονομικά αδιέξοδα και στα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα22.
Πολλές φορές οι νέοι εισέρχονταν στον κόσμο των ληστών και μέσω της βεντέτας. Αυτό το μοτίβο συναντάται σε ευρεία γεωγραφική και χρονική κλίμακα. Τα αυστηρά κατασταλτικά κρατικά μέτρα για τον περιορισμό του φαινομένου προσέκρουσαν στην απροθυμία και την αντίδραση των κατοίκων της υπαίθρου να βοηθήσουν στην πάταξη της ληστείας. Από την άλλη, βλέπουμε ότι το εκτεταμένο δίκτυο των συμμοριών περιλάμβανε πλήθος συνεργατών, ιερείς, αγρότες, μικροεμπόρους κ.α., που διεκπεραίωναν μια σειρά από δραστηριότητες υποβοηθητικές για τη συντήρηση της ληστρικής συμμορίας23.
Το παραγωγικό και οικονομικό αδιέξοδο και η ενδημική φτώχια που έφτανε στα όρια της εξαθλίωσης, η αγροτική πολιτική του κράτους και οι κρατικές παρεμβάσεις στη διάρθρωση της νομαδικής κτηνοτροφίας αρκούσαν για να οδηγήσουν στην παρανομία και στην αναμέτρηση με το νόμο και την εξουσία. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τoν βίαιο και απότομο τρόπο, με τον οποίον το κράτος επιχείρησε να εντάξει έναν κόσμο παραδοσιακό σε ένα νέο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, αντιλαμβανόμαστε ότι η καταφυγή στη ληστεία αποτέλεσε απόδραση από μια κοινωνία που την διέκρινε η ανασφάλεια24.

Η εξαφάνιση της ληστείας στα μέσα του 20ου αιώνα
Η εξαφάνιση της ληστείας τοποθετείται χρονικά μέσα στη δεκαετία του 1930 και οφείλεται τόσο στους μεγάλους κοινωνικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς που διενεργήθηκαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, όσο και στην ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών, όπως η αύξηση των αριθμών των χωροφυλάκων, αλλά και η μετατροπή του ρόλου των δυνάμεων ασφαλείας σε υπερασπιστές της κοινωνίας από σώματα, τα μέλη των οποίων είτε εναλλάσσονταν στον ρόλο του διώκτη και του ληστή είτε χρησιμοποιούνταν για καθαρά πολιτικούς σκοπούς. Τα δρακόντεια μέτρα που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου, οδήγησαν με σταθερούς ρυθμούς στην εξάλειψη της ληστείας. Ταυτόχρονα, η παρακμή της νομαδικής κτηνοτροφίας και η επιταχυνόμενη εγκατάσταση των ποιμενικών πληθυσμών σε μόνιμες κατοικίες, καθώς και πολιτικές παρεμβάσεις στην αγροτοποιμενική οικονομία, με σημαντικότερες τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις (νόμος 1223/1938) που οδήγησαν στη δημιουργία ενός μεγάλου στρώματος μικροϊδιοκτητών και τις ευνοϊκές φορολογικές ελαφρύνσεις, είναι κάποια από τα νομοθετικά μέτρα που φαίνεται να έδωσαν οριστική λύση στο ζήτημα. Προς αυτή την εξέλιξη συνέβαλε και η συνεργασία του κτηνοτροφικού κόσμου με τις κατασταλτικές αρχές για τον εντοπισμό ανυπότακτων κτηνοτρόφων με παραβατική συμπεριφορά, φορέων ληστρικής δράσης25.
Ένας ακόμη παράγοντας που συνέβαλε στην εξάλειψη της ληστείας υπήρξε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1929, στο πλαίσιο της οποίας αντιμετωπίστηκαν τα μακροχρόνια προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι αλλαγές στον τομέα της εκπαίδευσης αποσκοπούσαν στη μείωση του αναλφαβητισμού και στη βελτίωση του σχολικού συστήματος, έτσι ώστε το τελευταίο να ανταποκρίνεται στις επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας. Η αναβάθμιση του δημοτικού και η θέσπιση της εξάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση επαγγελματικής κατεύθυνσης, πέραν από την εκπαιδευτική της διάσταση συνέδεσε σχολείο και κοινωνία, παρέχοντας εφόδια στους νέους για επαγγελματική αποκατάσταση και μείωση της ανεργίας26.

Στην περίοδο της Κατοχής κάνουν όμως την επανεμφάνισή τους ένοπλες ομάδες. Πλήθος καπεταναίων βρίσκουν καταφύγιο στις ορεινές περιοχές για διάφορους λόγους. Όσοι αναζητούνταν από τις αρχές για διάφορα αδικήματα, για να επιβιώσουν τρέπονταν στη ληστεία και μετά την επαφή τους με άλλους παρανόμους συγκροτούσαν ένοπλη ομάδα. Αυτοί οι καπεταναίοι συχνά πολιτικοποιούνταν και εισέρχονταν στον κόσμο της Αντίστασης. Υπήρχαν και οι νέοι που εγκατέλειπαν τα σπίτια τους για να αποφύγουν τα βουλγαρικά τάγματα εργασίας, εκδικητές που πήραν τα όπλα για να ανταποδώσουν στους κατακτητές τα δεινά που τους είχε προξενήσει η Κατοχή, αλλά και τυχοδιώκτες, που μέσα στο γενικότερο πλαίσιο κρατικής κατάρρευσης, κατέφυγαν στην παρανομία προκειμένου να αποκομίσουν προσωπικά οφέλη27.
Η επανεμφάνιση της ληστείας στη διάρκεια της Κατοχής οφείλεται κυρίως στην κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού στην ύπαιθρο και ειδικότερα στις ορεινές περιοχές. Η προσπάθεια της μη νομιμοποιημένης κυβέρνησης να συγκεντρώσει την παραγωγή το 1942, προκάλεσε αντιδράσεις στην ύπαιθρο. Πολλοί συγκρούστηκαν με τις αρχές και αναγκάστηκαν να κρυφτούν στα βουνά ακολουθώντας τον δρόμο της ληστείας ή αναζητώντας την υποστήριξη των ανταρτών. Η απόφαση της δημιουργίας του ΕΛΑΣ ως στρατιωτικής πτέρυγας του ΕΑΜ πάρθηκε στις αρχές του ίδιου χρόνου. Οι αντάρτες αντιμετωπίζονταν με επιφυλακτικότητα στην αρχή από τα χωριά εξαιτίας των ληστρικών επιδρομών και γι’ αυτό και περιπλανούνταν απομονωμένοι. Η κατάσταση δεν άργησε να αλλάξει, όταν στους κόλπους των ανταρτών άρχισαν να εισρέουν οι αγρότες που έρχονταν σε σύγκρουση με τις κατοχικές δυνάμεις. Οι επισκέψεις των ανταρτών στα ορεινά χωριά αντιμετωπίζονταν πλέον θετικά από τους χωρικούς αφού οι πρώτοι επέστρεφαν τη σοδειά στους παραγωγούς, τιμωρούσαν όσους συνεργάζονταν με τους κατακτητές και βοηθούσαν στην πάταξη της ληστείας28.
Ληστές και αντάρτες, παρά τις φαινομενικές τους ομοιότητες, συνιστούσαν δύο διαφορετικούς και ανταγωνιστικούς κόσμους. Οι πρώτοι στράφηκαν κατά του αγροτικού κόσμου ακολουθώντας τις άνομες πρακτικές των ληστρικών συμμοριών του 19ου αιώνα. Η κατασταλτική δράση των ανταρτών οδήγησε στην απορρόφηση μεγάλου μέρους των ληστρικών συμμοριών αφού οι αντιστασιακοί δεν άφηναν πολλά περιθώρια επιλογών στους ληστές: οι τελευταίοι, είτε εντάσσονταν στον ΕΛΑΣ είτε εκτελούνταν. Ο πληθυσμός των επαρχιών χαιρέτησε ενθέρμως τις προσπάθειες για την πάταξη της ληστείας και οδήγησε στη νομιμοποίηση της δράσης των ανταρτών στα χωριά και στην εγκαθίδρυση σε αυτά της «τάξης του αντάρτικου»29. Η ληστεία στην Κατοχή εντέλει εξαλείφθηκε από τις αντιστασιακές οργανώσεις κι όχι από τους κατοχικούς μηχανισμούς30.
Συμπεράσματα
Το ληστρικό φαινόμενο ακολούθησε μια μακρά παράδοση από τα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης έως και τα μέσα του 20ου αιώνα. Πρπσέλαβε μεγάλες διαστάσεις με τη μορφή μεγάλων ληστρικών σωμάτων, τα οποία στρέφονταν κυρίως κατά του φτωχού πληθυσμού. Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες ευνοούσαν την τροπή στην παρανομία σαν φυγή και διέξοδο από μια κοινωνία που μαστιζόταν από ανασφάλεια. Η ασθενής κεντρική εξουσία, οι πολικές μηχανορραφίες, οι κρατικές παρεμβάσεις που τόνιζαν τις αντιθέσεις και όξυναν τις προστριβές αλλά και το οικονομικό αδιέξοδο και η ενδημική φτώχεια, στην οποία προστέθηκαν και τα πλήθη εξαθλιωμένων προσφύγων, είναι κάποια από τα αίτια που οδήγησαν στη διατήρηση του φαινομένου μετά την Επανάσταση. Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το ριζωμένο από την οθωμανική κατάκτηση κλέφτικο πρότυπο που αντιδρούσε σε ένα ολοένα και περισσότερο απειλητικό περιβάλλον. Ο συγκερασμός όλων των παραπάνω επέφερε και τη σύγκρουση με την εξουσία.
Στη δεκαετία του 1930 συντελέστηκε πλήθος πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταβολών, όπως η διευθέτηση του αγροτικού ζητήματος, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και η αναδιάρθρωση του κρατικού μηχανισμού. Αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή εξάλειψη της ληστείας. Και όταν επανήλθε, στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, τα αντιστασιακά σώματα οδήγησαν στην οριστική εξάλειψή της.
Οι Σκοτεινές Ιστορίες των Λήσταρχων: Μαθήματα από το παρελθόν
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Αναστασόπουλος Νικόλαος, Η ληστεία στο ελληνικό κράτος (μέσα 19ου – αρχές 20ου αι.), Αθήνα, Εστία, 2018.
Βαν Μπουσχότεν Ρίκι, «Γεωπολιτική της ελληνικής Αντίστασης: Η περίπτωση της βόρειας Πίνδου», στο: Κοταρίδης Ν. (επίμ.), Το Εμφύλιο Δράμα, Αθήνα, Δοκιμές, 1997, 7-17.
Βόγλης Πολυμέρης, Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή. 1941-1944, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2010.
Δαλκαβούκης Βασίλης, «Παράδοση ανταρσίας και νεωτερικότητα στον αγροτικό χώρο. Το παράδειγμα της εαμικής αντίστασης στο Ζαγόρι», στο: Δερμεντζόπουλος Χρ., Νιτσιάκος Β., (επιμ.), Όψεις του λαϊκού πολιτισμού. Μνήμη Στάθη Δαμιανάκου, Πλέθρον, Αθήνα, 2007, σ. 131-142.
Δαμιανάκος Στάθης, Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Πλέθρον, Αθήνα, 2003. Κολιόπουλος Ιωάννης , Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι), Αθήνα, Επίκεντρο, 2005.
Κολιόπουλος Ιωάννης, «Ληστεία και αλυτρωτισμός στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο: Θ. Βερέμης κ.ά, Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997, σ. 133-153.
Μαραντζίδης Νικόλαος, Οι ένοπλοι εθνικιστές αρχηγοί της Κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα», στο Ν. Μαραντζίδης (επιμ.), Οι άλλοι Καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα, Εστία, 2007, σ. 27-57.
Παπαγεωργίου Στέφανος, «Οι ένοπλοι» στο: Στεφ. Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο Έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, 1821-1862, Αθήνα, Παπαζήση, 2004, σ. 49-60.
Παπασταματίου Δημήτριος, «Οι ένοπλες ομάδες», στο: Δ. Παπασταματίου, Φ. Κοτζαγεώργης, Ιστορία του νέου ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας [ηλεκτρ. βιβλ.], Αθήνα, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015, σ. 129-140. Διαθέσιμο στο ψηφιακό Αποθετήριο «Κάλλιπος»: http://hdl.handle.net/11419/4726
Τζανακάρης Βασίλης, Οι λήσταρχοι: Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2016, https://books.google.gr/books/about/%CE%9F%CE%B9_%CE%BB%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%B9.htmlid=RW0CDQAAQBAJ&printsec=frontcover&source=kp_read_button&redir_esc=y#v=onepage&q &f=false (τελευταία επίσκεψη 24/06/2024).
Τζούκας Βαγγέλης, «Κράτος, καταστολή και τοπικές κοινωνίες στο Μεσοπόλεμο. Η ληστεία στην Ήπειρο», στο: Αβδελά Ε. κ.α., Η Ελλάδα στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2017, 133-149.
Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι. Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, 1942-1944, Αφοί Κυριακίδη Εκδόσεις Α.Ε., Γ’ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 38-39 και 101.
Χουρδάκης Αντώνης, «Εκπαιδευτικές προθέσεις και απόπειρες μεταρρύθμισης-Από την Κρήτη στην ελεύθερη Ελλάδα (1886-1932), στο : Ελ. Γαρδίκα- Κατσιαδάκη (επίμ.), Στα χρόνια του Βενιζέλου. Εσωτερική και Εξωτερική Πολιτική, Οικονομία, Εκπαίδευση, Πολιτισμός, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», Χανιά-Αθήνα, 2010, σ.73-86, https://www.venizelos-foundation.gr/images/content/content/venizelos_gymnasium.pdf, (τελευταία επίσκεψη 24/06/2024).

Σημειώσεις
- Παπασταματίου Δημήτριος, «Οι ένοπλες ομάδες», στο: Δ. Παπασταματίου, Φ. Κοτζαγεώργης, Ιστορία του νέου ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας [ηλεκτρ. βιβλ.], Αθήνα, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015, σ. 131. ↩︎
- Κολιόπουλος Ιωάννης, «Ληστεία και αλυτρωτισμός στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο: Θ. Βερέμης κ.ά, Εθνική ταυτότητα και εθνικισμός στη νεώτερη Ελλάδα, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1997, σ. 133-134. ↩︎
- Παπασταματίου, οπ.π., σ. 129. ↩︎
- Παπαγεωργίου Στέφανος, «Οι ένοπλοι» στο: Στεφ. Παπαγεωργίου, Από το Γένος στο Έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους, 1821-1862, Αθήνα, Παπαζήση, 2004, σ. 50-51. ↩︎
- Κολιόπουλος, οπ.π., σ.135. Κοταρίδης Ν. (επιμ.), Το Εμφύλιο Δράμα, Αθήνα, Δοκιμές, 1997, σ. 23-24. ↩︎
- Κολιόπουλος, οπ.π., σ.137. ↩︎
- Κοταρίδης, οπ.π., σ. 48. ↩︎
- Παπασταματίου, οπ.π., σ. 129.2015, 129 ↩︎
- Κολιόπουλος Ιωάννης , Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι), Αθήνα, Επίκεντρο, 2005, σ. 38. ↩︎
- Αυτόθι, σ. 20. ↩︎
- Αυτόθι, σ. 22-23,28. ↩︎
- Αυτόθι, σ. 56. ↩︎
- Κολιόπουλος Ιωάννης, «Ληστεία και αλυτρωτισμός…», οπ.π., σ. 156-159. ↩︎
- Κολιόπουλος, Η ληστεία στην Ελλάδα …, οπ.π., σ. 334-341, 346. ↩︎
- Δαμιανάκος Στάθης, Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, Πλέθρον, Αθήνα, 2003, σ. 72, 86-88. ↩︎
- Αναστασόπουλος Νικόλαος, Η ληστεία στο ελληνικό κράτος (μέσα 19ου – αρχές 20ου αι.), Αθήνα, Εστία, 2018, σ. 123-127. ↩︎
- Κολιόπουλος, Η ληστεία στην Ελλάδα …, οπ.π., σ. 346-347. ↩︎
- Τζούκας Βαγγέλης, «Κράτος, καταστολή και τοπικές κοινωνίες στο Μεσοπόλεμο. Η ληστεία στην Ήπειρο», στο: Αβδελά Ε. κ.α., Η Ελλάδα στο Μεσοπόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2017, σ. 136, Αναστασόπουλος, οπ.π., σ. 139. ↩︎
- Αναστασόπουλος, οπ.π., σ. 140. ↩︎
- Αυτόθι, σ. 139. ↩︎
- Τζανακάρης Βασίλης, Οι λήσταρχοι: Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2016, σ. 8. ↩︎
- Αναστασόπουλος, οπ.π., σ. 129, 139. ↩︎
- Τζούκας, οπ.π., σ. 138. ↩︎
- Κολιόπουλος, Η ληστεία στην Ελλάδα …, οπ.π., σ. 22. ↩︎
- Τζούκας, οπ.π., σ. 145. Δαλκαβούκης Βασίλης, «Παράδοση ανταρσίας και νεωτερικότητα στον αγροτικό χώρο. Το παράδειγμα της εαμικής αντίστασης στο Ζαγόρι», στο: Δερμεντζόπουλος Χρ., Νιτσιάκος Β., (επιμ.), Όψεις του λαϊκού πολιτισμού. Μνήμη Στάθη Δαμιανάκου, Πλέθρον, Αθήνα, 2007, σ. 139. ↩︎
- Χουρδάκης Αντώνης, «Εκπαιδευτικές προθέσεις και απόπειρες μεταρρύθμισης-Από την Κρήτη στην ελεύθερη Ελλάδα (1886-1932), στο : Ελ. Γαρδίκα- Κατσιαδάκη (επίμ.), Στα χρόνια του Βενιζέλου. Εσωτερική και Εξωτερική Πολιτική, Οικονομία, Εκπαίδευση, Πολιτισμός, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», Χανιά-Αθήνα, 2010, σ. 82-85. ↩︎
- Μαραντζίδης Νικόλαος, Οι ένοπλοι εθνικιστές αρχηγοί της Κατοχής στη Βόρεια Ελλάδα», στο Ν. Μαραντζίδης (επιμ.), Οι άλλοι Καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα, Εστία, 2007, σ. 49. ↩︎
- Βόγλης Πολυμέρης, Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή. 1941-1944, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2010, σ. 85-86. ↩︎
- Βαν Μπουσχότεν Ρίκι, «Γεωπολιτική της ελληνικής Αντίστασης: Η περίπτωση της βόρειας Πίνδου», στο: Κοταρίδης Ν. (επίμ.), Το Εμφύλιο Δράμα, Αθήνα, Δοκιμές, 199, σ.11. Βόγλης, οπ.π., σ.88. ↩︎
- Χατζηαναστασίου Τάσος, Αντάρτες και Καπετάνιοι. Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, 1942-1944, Αφοί Κυριακίδη Εκδόσεις Α.Ε., Γ’ έκδοση, Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 38. ↩︎

