Επιχείρηση «Market-Garden».Η πανωλεθρία των Συμμάχων λίγο πριν από τον τερματισμό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Στα τέλη Αυγούστου του 1944 η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στο Δυτικό Μέτωπο ευνοούσε τους Συμμάχους. Με την επιθετικότητά τους ενισχυμένη έπειτα από την απόβαση της 6ης Ιουνίου και τη μετέπειτα επικράτηση στη μάχη της Νορμανδίας, αποφάσισαν να απωθήσουν τους Γερμανούς προς τα ανατολικά με σκοπό να καταφέρουν το τελειωτικό χτύπημα μέσα στην καρδιά της πατρίδας τους, στο Ρουρ, μια από τις πιο ζωτικές βιομηχανικές περιοχές του Τρίτου Ράιχ. Εάν κυριευόταν το Ρουρ, ο Χίτλερ θα ήταν αδύνατο να συντηρήσει επί μακρόν τον πόλεμο. Στα ανώτατα κλιμάκια επικρατούσε η άποψη ότι ο γερμανικός στρατός βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης και ότι, πιεζόμενος και από τους Ρώσους στο Ανατολικό Μέτωπο, θα κατέρρεε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Μέχρι τα Χριστούγεννα ο πόλεμος θα είχε τελειώσει.

Επηρεασμένος από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ο στρατηγός Μοντγκόμερυ πρότεινε ένα σχέδιο με το όνομα Επιχείρηση Κομήτης (Operation Comet). Σύμφωνα με αυτό, εάν οι Συμμαχικές δυνάμεις κατάφερναν να διαβούν τον Κάτω Ρήνο στη βόρεια Ολλανδία, κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία, η Βρετανική 2η Στρατιά θα είχε τη δυνατότητα να υπερκεράσει τη γερμανική αμυντική γραμμή Ζίγκφριντ και να επιτεθεί στο Ρουρ, ανοίγοντας τον δρόμο για το Βερολίνο. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η ρίψη αεραποβατικών δυνάμεων στο Άρνεμ, κωμόπολη πλησίον των συνόρων μεταξύ Ολλανδίας και Γερμανίας, με στόχο την κατάληψη και έλεγχο της ομώνυμης γέφυρας. Η επιχείρηση έλαβε την έγκριση του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή, Στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και προγραμματίστηκε για τις 7 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, μέσα στο πρώτο ήμισυ του Σεπτεμβρίου η συμμαχική προέλαση στο Δυτικό Μέτωπο διακόπηκε. Αμφότεροι οι στρατηγοί Μοντγκόμερυ και Πάττον βρέθηκαν αντιμέτωποι με την έλλειψη εφοδίων και καυσίμων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αντίσταση του εχθρού. Κατά συνέπεια, η Επιχείρηση Κομήτης ακυρώθηκε, η ιδέα όμως μιας παρόμοιας αεραποβατικής επίθεσης διατηρήθηκε στο μυαλό του Μοντγκόμερυ .

Εν τω μεταξύ, το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου δύο γερμανικοί βαλλιστικοί πυραύλοι V-2 εκτοξεύτηκαν εναντίον του Λονδίνου, αστόχησαν όμως και έπληξαν την περιοχή του Έσσεξ,  προκαλώντας τρόμο στους κατοίκους και ανησυχία στη βρετανική κυβέρνηση. Ο Τσώρτσιλ, με επιτακτικό τρόπο απαίτησε την άμεση εξουδετέρωση των βάσεων κινητής (από όχημα) εκτόξευσης πυραύλων, στην ευρύτερη περιοχή της Χάγης.

Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο Μοντγκόμερυ επισκέφθηκε τον Αϊζενχάουερ με ένα νέο, τολμηρό σχέδιο με σκοπό να επιταχύνει την προέλαση στο Ρουρ. Πρόθεσή του ήταν να εισβάλλει στη Γερμανία μέσω της Ολλανδίας με μια ισχυρή μετωπική επίθεση προς το Άρνεμ. Πίστευε πως από το συγκεκριμένο σημείο δεν ήταν δύσκολο να υπερκερκεραστούν τα ισχυρά συνοριακά αμυντικά έργα των Γερμανών (Γραμμή Ζίγκφριντ). Υπήρχε, όμως, το εμπόδιο των πολλών ποταμών και παραποτάμων που παρεμβάλλονταν κατά μήκος αυτής της διαδρομής. Προκειμένου η προέλαση να καταστεί εφικτή, ο Μοντγκόμερυ επανήλθε στο προηγούμενο σχέδιό του, συνιστώντας τη ρίψη αεραποβατικών δυνάμεων στο ανατολικό τμήμα της κατεχόμενης Ολλανδίας και την κατάληψη οκτώ γεφυρών κατά μήκος του κυρίου οδικού άξονα μεταξύ των πόλεων Αϊντχόβεν και Άρνεμ. Σκοπός ήταν η δημιουργία ενός διαδρόμου μήκους 103 χιλιομέτρων, που θα απλωνόταν σαν τάπητας υπό τον έλεγχο των αλεξιπτωτιστών, έως ότου φτάσουν στο Άρνεμ οι χερσαίες δυνάμεις του Βρετανικού 30ου Σώματος Στρατού, το οποίο στρατοπέδευε στα σύνορα μεταξύ Βελγίου και Ολλανδίας.

Η κατάσταση για τους Συμμάχους, παρά τις προηγούμενες επιτυχίες τους, είχε διαφοροποιηθεί. Οι άξονες ανεφοδιασμού είχαν επιμηκυνθεί υπερβολικά αγγίζοντας τα 500, περίπου, χιλιόμετρα, καθώς όλα τα εφόδια εξακολουθούσαν να διεκπεραιώνονται από τη Νορμανδία, κυρίως δε από το Χερβούργο, τη Χάβρη και από ορισμένα άλλα απομακρυσμένα λιμάνια της Μάγχης. Το σημαντικότερο, όμως, πρόβλημα ήταν ότι κατά μήκος του άξονα προέλασης του  30ου Σώματος του στρατηγού Μπράιαν Χόρροκς, που έφερε την ευθύνη για την κύρια χερσαία επιθετική προσπάθεια, υπήρχαν επτά σοβαρά υδάτινα κωλύματα. Η διάβαση των κωλυμάτων αυτών με πλωτά μέσα γεφυροσκευής ήταν εκ των πραγμάτων δαπανηρή και χρονοβόρα. Ο χρόνος πίεζε, καθότι οι βάσεις των πυραύλων V-2 έπρεπε να τεθούν εκτός λειτουργίας το συντομότερο δυνατό. Συνεπώς, μόνη λύση προκειμένου να προχωρήσουν γρήγορα οι δυνάμεις του 30ου Σώματος ήταν η υποχρεωτική χρησιμοποίηση της δημόσιας οδού Αϊντχόβεν – Άρνεμ, το μοναδικό, δηλαδή, δρομολόγιο που εξυπηρετούσε τον άξονα προέλασής τους.

Παρόλο που δεν πείστηκε απόλυτα για την ορθότητα του σχεδίου του Μοντγκόμερυ και παρά τις αντιρρήσεις του στρατηγού Ομάρ Μπράντλεϋ, διοικητή της 12ης Αμερικανικής Ομάδας Στρατιών, ο οποίος δεν ανεχόταν τους Βρετανούς σε πρώτο ρόλο, ο Αϊζενχάουερ έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του για την πραγματοποίηση του σχεδίου. Με τον άσπονδο εχθρό του, Στρατηγό Πάττον, εγκλωβισμένο στο Μετς της ανατολικής Γαλλίας, ο Μοντγκόμερυ άρχισε να σχεδιάζει την επίθεση, η έναρξη της οποίας ορίστηκε για τις 17 Σεπτεμβρίου και έλαβε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Market Garden. Market (Αγορά) ονομάστηκε το αεραποβατικό σκέλος, το οποίο ανέλαβε να εκτελέσει η 1η Συμμαχική Αεραποβατική Στρατιά του Στρατηγού Φρέντερικ Μπράουνινγκ, απαρτιζόμενη από τρεις αερομεταφερόμενες Μεραρχίες, τις Αμερικανικές 82η και 101η και την 1η Βρετανική, καθώς και από μια Πολωνική Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών και μια αεροπροσγειούμενη (με χρήση ανεμοπτέρων) Μεραρχία, την 52η Βρετανική. Garden (Κήπος) ονομάστηκε η χερσαία επίθεση πεζικού και τεθωρακισμένων του Βρετανικού 30ου Σώματος Στρατού  με κατεύθυνση προς τον βορρά, κατά μήκος του αυτοκινητοδρόμου 69, αποκαλούμενου και «αυτοκινητοδρόμου της κόλασης», υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Μπράιαν Χόρροκς. Αυτός ο δρόμος υψωνόταν ένα μέτρο πάνω από την επιφάνεια του εδάφους (κοινό φαινόμενο στις Κάτω Χώρες), γεγονός που σήμαινε πως ο,τιδήποτε κινούνταν επάνω σε αυτόν αποτελούσε εκ των πραγμάτων ιδανικό στόχο για το πυροβολικό των  αμυνομένων Γερμανών.

Οι γέφυρες του Άρνεμ, μια οδική, μια σιδηροδρομική και ένα πορθμείο, βρίσκονταν στο βορειότερο σημείο της ζώνης επιχειρήσεων του 30ου Σώματος Στρατού. Το αρχικό σχέδιο του Μοντγκόμερυ προέβλεπε την παρακάτω ακολουθία ενεργειών.

Σε πρώτη φάση, η Βρετανική 1η Αεραποβατική Μεραρχία με διοικητή τον υποστράτηγο Ρόμπερτ Έρκαρτ, συνεπικουρούμενη από ένα Σύνταγμα ανεμοπτέρων και από την ανεξάρτητη Πολωνική 1η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών του Στάνισλαβ Σοσαμπόβσκι, θα αναλάμβανε την κατάληψη των γεφυρών και της πόλης του Άρνεμ, 97 ολόκληρα χιλιόμετρα πίσω από τις εχθρικές γραμμές, εγκαθιδρύοντας ένα αεροπρογεφύρωμα στην περιοχή.

Σε δεύτερη φάση έπρεπε να προετοιμάσει κατάλληλα το έδαφος, προκειμένου να μπορέσουν να προσγειωθούν τα ανεμόπτερα της Βρετανικής 52ης Αεροπροσγειούμενης Μεραρχίας. Σκοπός της εν λόγω Μεραρχίας ήταν να εξασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες για την εξαπόλυση της επίθεσης εντός της γερμανικής, πλεόν, επικράτειας. Ταυτόχρονα, η Αμερικανική 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία του στρατηγού Τζέημς Γκάβιν, θα προσγειωνόταν νότια του Άρνεμ, κοντά στο Ναϊμέγκεν, για να δημιουργήσει και αυτή ένα αεροπρογεφύρωμα, αφού βέβαια κατελάμβανε προηγουμένως τις γέφυρες – κλειδιά στη δημόσια οδό βορείως του Γκράβ προς το Ναϊμέγκεν και πέρα απ’ αυτό. Νοτιότερα και κοντά στο Αϊντχόβεν, θα προσγειωνόταν η Αμερικανική 101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία του στρατηγού Μάξουελ Τέιλορ, με αποστολή να εξασφαλίσει τις κύριες γέφυρες στα κανάλια της Βιλελμίνης και του Γουλιέλμου, στους ποταμούς Μάας, Βάαλ και Ρήνο, καθώς και στους παραποτάμους τους. Εφόσον οι παραπάνω γέφυρες εξασφαλίζονταν άθικτες, θα άνοιγε ο δρόμος για την προέλαση του 30ου Σώματος Στρατού του Χόρροκς με τελικό προορισμό το Άρνεμ.

Λόγω της μεγάλης κλίμακας αεραπόβασης σε τρεις διαφορετικές περιοχές, εκτελούμενης από τρεις αντίστοιχα Μεραρχίες, τα διαθέσιμα αεροπορικά μέσα δεν ήταν επαρκή ούτως ώστε να καλυφθεί η μεταφορά 45.000  ανδρών με ένα και μοναδικό δρομολόγιο. Για μια επιτυχή κατάληψη των γεφυρών του Άρνεμ και της ίδιας της πόλης, η 1η Αεραποβατική Μεραρχία του Έρκαρτ έπρεπε να χρησιμοποιήσει το σύνολο του δυναμικού της κατά την πρώτη ημέρα. Η ανάγκη όμως αυτή προσέκρουε στην έντονη έλλειψη μεταφορικών αεροσκαφών. Τα 519 αεροσκάφη που διατέθηκαν στη Μεραρχία, μπορούσαν να μεταφέρουν με μια διαδρομή στο πεδίο της μάχης δύο μόνο Ταξιαρχίες από τις συνολικά τρεις, τη στιγμή που οι 82η και 101η Αμερικανικές Αερομεταφερόμενες Μεραρχίες θα διέθεταν από τρεις Ταξιαρχίες, πλαισιωμένες από πυροβολικό άμεσης υποστήριξης, σε έναν λιγότερο, συγκριτικά, νευραλγικό τομέα. Εάν, μάλιστα, ληφθεί υπόψη ότι από τις δύο Ταξιαρχίες των Βρετανών, η μία θα χρησιμοποιούνταν για να εξασφαλίσει και προστατέψει τις ζώνες ρίψεων και προσγειώσεων των ενισχύσεων που επρόκειτο να καταφθάσουν την επόμενη ημέρα, τότε η ευθύνη για την κατάληψη των γεφυρών και της πόλης του Άρνεμ θα έπεφτε εξολοκλήρου στην άλλη. Σε κάθε περίπτωση το σχέδιο έπρεπε να εκτελεστεί, γι’ αυτό και το επιτελείο της Μεραρχίας αποφάσισε να κλιμακώσει την αερομεταφορά των μονάδων της σε τρεις διαδοχικές ημέρες, εκτελώντας ένα δρομολόγιο ανά ημέρα.

Κατά συνέπεια, το σχέδιο επιχειρήσεων διαμορφώθηκε ως εξής: την πρώτη ημέρα θα πραγματοποιούνταν ρίψη της 1ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών του Λάθμπουρυ και προσγείωση με ανεμοπλάνα της 1ης Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας του Χικς, μαζί με μια μοίρα πυροβολικού, έναν λόχο μηχανικού, έναν λόχο υγειονομικού και διοικητικής μέριμνας. Μαζί τους θα προσγειωνόταν και το τακτικό στρατηγείο της Μεραρχίας, συμπεριλαμβανομένου του ιδίου του Έρκαρτ. Η προσγείωση των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων θα λάμβανε χώρα 7 μίλια (12 χιλιόμετρα) δυτικά του Άρνεμ, με σκοπό να διαμορφωθούν και εξασφαλιστούν οι υπόλοιπες σχεδιασθείσες ζώνες ρίψης αλεξιπτωτιστών και προσγείωσης ανεμοπτέρων για την υποδοχή των ενισχύσεων των επομένων ημερών. 

Το κάθε Τάγμα της 1ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών θα ακολουθούσε δικό του δρομολόγιο για να καταλάβει τις γέφυρες του Άρνεμ. Το πρώτο θα προχωρούσε βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής και θα καταλάμβανε τα υψώματα βόρεια και βορειοδυτικά της πόλης. Μπροστά από αυτό θα προπορευόταν εποχούμενη διμοιρία αναγνώρισης. Το δεύτερο, κινούμενο παράλληλα με την κοίτη του ποταμού Νεντεράιν (Κάτω Ρήνος), θα εισερχόταν στην πόλη, θα απέκοπτε τον κεντρικό δρόμο προς την οδική γέφυρα και θα έθετε υπό έλεγχο τη σιδηροδρομική γραμμή και το πορθμείο που βρισκόταν ανάμεσά τους. Το συγκεκριμένο Τάγμα, με διοικητή τον συνταγματάρχη Τζων Φροστ, επωμίστηκε τελικά το μεγαλύτερο βάρος της μάχης: την κατάληψη της γέφυρας. Το τρίτο θα εισερχόταν στο Άρνεμ, θα συνέδραμε στην κατάληψη της οδικής γέφυρας σε συνεργασία με το δεύτερο και θα λάμβανε αμυντική διάταξη, δημιουργώντας ένα προγεφύρωμα ανατολικά της πόλης.

Σε ό,τι αφορά τις αμερικανικές δυνάμεις, η 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία θα κάλυπτε τον κεντρικό τομέα της χερσαίας διαδρομής πέριξ του Ναϊμέγκεν. Ο διοικητής της, υποστράτηγος Γκάβιν, ήταν αποφασισμένος να αποτρέψει τον διασκορπισμό των αντρών του. Ως εκ τούτου, επέμενε στο να επιλεγούν οι ζώνες ρίψεων των μονάδων του όχι μόνο όσο το δυνατόν πλησιέστρα στους στόχους (σε αντιδιαστολή με ό,τι συνέβη στο Άρνεμ), αλλά και σε μικρή απόσταση η μια από την άλλη. Κατά τη σχεδίαση προέκρινε την κατάληψη του υψώματος Γκρόσμπικ και των γεφυρών πλησίον του Γκράβ και του μικρού καναλιού, το οποίο συνέδεε τους ποταμούς Μάας και Βάαλ. Εκεί ανέμενε ισχυρή και άμεση εχθρική αντεπίθεση από την κατεύθυνση του Ράιχσβαλντ, ενός πυκνού δάσους όπου πιθανώς θα είχαν συγκεντρωθεί γερμανικά στρατεύματα. Για την κατάληψη των γεφυρών στο Ναϊμέγκεν, μιας οδικής και μιας σιδηροδρομικής, δόθηκε δεύτερη προτεραιότητα, με το σκεπτικό ότι η κατάληψή τους εκ των προτέρων δε θα είχε αξία, εάν δεν είχαν τεθεί προηγουμένως υπό έλεγχο οι προαναφερθείσες γέφυρες. 

Η ζώνη ρίψης της 101ης  Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας ορίστηκε πλησίον του Αϊντχόβεν, στο νότιο άκρο του διαδρόμου, σε μικρή απόσταση από τα σύνορα μεταξύ Βελγίου και Ολλανδίας. Το πρόβλημα της διασποράς των μονάδων της κατά τη ρίψη απασχολούσε τον διοικητή, Στράτηγο Tέιλορ. Γι’ αυτό και επέλεξε δύο μόνο ζώνες κοντά στους αντικειμενικούς του στόχους, τη μία προς τα βόρεια για το 501 Σύνταγμα, που ήταν επιφορτισμένο με την εξασφάλιση των γεφυρών γύρω από το χωριό Βέγκελ, και τη δεύτερη νοτιότερα, ανάμεσα στα χωριά Σαιν Οντενρόντε  και Σον για τα 502 και 506 Συντάγματα, τα οποία έπρεπε να καταλάβουν τις γέφυρες νότια του Βέγκελ καθώς και την ίδια την πόλη του Αϊντχόβεν.

Το έργο ήταν δύσκολο και για τις δύο Αερομεταφερόμενες Μεραρχίες των Αμερικανών, καθότι οι μονάδες τους έπρεπε να κινηθούν προς τους προεπιλεγμένους στόχους διασχίζοντας πεδινά εδάφη, στερούμενες από επαρκή μεταφορικά οχήματα και κυρίως δίχως αντιαρματικά όπλα. Λίγα γερμανικά άρματα μάχης τοποθετημένα σε κατάλληλες θέσεις ήταν ικανά να τις αναχαιτίσουν και να πετύχουν την ανατροπή των επιχειρησιακών τους σχεδίων.

Τη δεύτερη ημέρα των επιχειρήσεων, στον τομέα του Άρνεμ, η 4η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών θα επιχειρούσε ρίψη ένα μίλι δυτικά της πόλης. Τα τάγματά της θα ενίσχυαν και θα προστάτευαν το αεροπρογεφύρωμα βόρεια και βορειοδυτικά. Μαζί με αυτήν την ταξιαρχία θα προσγειώνονταν με ανεμοπλάνα μονάδα πυροβολικού και το δεύτερο κλιμάκιο της 1ης Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας.

Την τρίτη ημέρα, η 1η Πολωνική Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών θα επιχειρούσε ρίψη νότίως του ποταμού και, καλύπτοντας την οδική γέφυρα, θα εξασφάλιζε το αεροπρογεφύρωμα ανατολικά του Άρνεμ για ενίσχυση των προσπαθειών της Βρετανικής 1ης Tαξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών. Μετά την ολοκλήρωση των ρίψεων και των προσγειώσεων η 1η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία, που μέχρι τότε ασφάλιζε τις ζώνες ρίψης και προσγείωσης, θα αναδιπλωνόταν καλύπτοντας το δυτικό πλευρό του αεροπρογεφυρώματος, ενώ η 1η Ταξιαρχία Αλεξιπτωτιστών θα αναδιατασσόταν προκειμένου να καλύψει τη νότια πλευρά του αεροπρογεφυρώματος (βλ. σχετικούς χάρτες παραπάνω).

Την τέταρτη και πέμπτη ημέρα θα πραγματοποιούνταν εκτέλεση συνένωσης με τις προφυλακές του προελαύνοντος Βρετανικού 30ου Σώματος Στρατού. Στη συνέχεια, η Μεραρχία θα αποτελούσε ακολουθούσα δύναμη  του παραπάνω Σώματος, ενώ καθημερινά θα ανεφοδιαζόταν από αέρος με ρίψη εφοδίων και υλικών.

Λόγω της ανησυχίας των πιλότων της ΡΑΦ για παρουσία αντιαεροπορικών πυροβολαρχιών στην περιοχή αλλά και για να αποφύγουν το έδαφος γύρω από τις γέφυρες του Άρνεμ που ήταν ακατάλληλο για προσγειώσεις ανεμοπτέρων, παραβλέφθηκε ο πρώτος κανόνας κάθε αεραποβατικής επιχείρησης, «πέσε κοντά στον στόχο, για να εξασφαλίσεις αιφνιδιασμό» καθότι όλες οι ζώνες ρίψης και προσγείωσης σχεδιάστηκαν μακριά από τις γέφυρες σε αποστάσεις άνω των 13 χιλιομέτρων, ειδικά σε ό,τι αφορά εκείνες της 1ης ημέρας. Επίσης, η ανάγκη δημιουργίας ζωνών ρίψης εφοδίων οδήγησε τους επιτελείς στην σχεδίαση αεροπρογεφυρώματος, η περίμετρος του οποίου έφτανε τα 29 χιλιόμετρα και περιέκλειε ολόκληρη την πόλη του Άρνεμ.

Κομβικός στόχος του Μοντγκόμερυ ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η κατάληψη της μεγάλης οδικής γέφυρας του Κάτω Ρήνου στο Άρνεμ. Ανατέθηκε στην 1η Αεραποβατική Μεραρχία και στους Πολωνούς, υπό τον υποστράτηγο Έρκαρτ. Οι Κόκκινοι Διάβολοί του θα έπρεπε να αντέξουν μέχρι την άφιξη του 30ου Σώματος Στρατού. Παρά τις αναφορές της Ολλανδικής Αντίστασης περί ύπαρξης γερμανικών τεθωρακισμένων μονάδων κοντά στο Άρνεμ, οι οποίες επιβεβαιώνονταν και από αεροφωτογραφίες της ΡΑΦ, η ενημέρωση προς τους άντρες της 1ης Αεραποβατικής έκανε λόγο περί προοπτικής ασθενούς αντίστασης από τμήματα δεύτερης κατηγορίας.

Παραμονές της επιχείρηση οι ανώτατοι διοικητές εξέφρασαν αμφιβολίες. Στην τελευταία σύσκεψη, ο αντιστράτηγος Φρέντερικ Μπράουνινγκ, διοικητής της 1ης Συμμαχικής Αεραποβατικής Στρατιάς, υπήρξε επιφυλακτικός ως προς τις δυνατότητες πλήρους εφαρμογής του σχεδίου. Ο Μπράουνινγκ θέλησε να πληροφορηθεί σε πόσες ημέρες θα κατέφτανε στο Άρνεμ το 30ο Σώμα Στρατού, ώστε να αντικαταστήσει τους αλεξιπτωτιστές που θα έπεφταν πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Όταν ο Μοντγκόμερυ απάντησε με περισσή αυτοπεποίθηση ότι αρκούσαν δύο ημέρες, εκείνος, μελετώντας έναν χάρτη της περιοχής, φέρεται να είπε τα εξής: «Όμως, κύριε, νομίζω ότι μπορεί να πηγαίνουμε μια γέφυρα πολύ πιο μακριά» (A bridge too far), λόγια που μια εβδομάδα αργότερα επαληθεύτηκαν με τον χειρότερο τρόπο. 

Μετά τα διαδοχικά και ισχυρά χτυπήματα που δέχθηκαν τους δύο προηγούμενους μήνες, οι Γερμανοί είχαν αναμφίβολα εξαντληθεί και το ηθικό τους είχε πληγεί. Ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους στη Δύση είχε ριχτεί στη μάχη της Νορμανδίας και με διαταγή του Χίτλερ διατηρήθηκε εκεί έως ότου κατέρρευσαν και ένα μεγάλο μέρος τους παγιδεύτηκε. Η Βέρμαχτ είχε ουσιαστικά αποσυντεθεί, οι μονάδες βρίσκονταν σε χαμηλά ποσοστά επάνδρωσης και στερούνταν των αναγκαίων υλικών και πυρομαχικών, ενώ η Λουφτβάφε ήταν επίσης φανερά αποδυναμωμένη.  Οι δύο τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου και οι πρώτες του Σεπτεμβρίου είναι γνωστές στους Γερμανούς διοικητές ως «το Κενό». Στις 4 Σεπτεμβρίου ο στρατάρχης Μόντελ προειδοποίησε τον Χίτλερ ότι αν δεν είχε στη διάθεσή του μέχρι τις 15 του μηνός δέκα μεραρχίες πεζικού και πέντε ή έξι μηχανοκίνητες, η πόρτα της βορειοδυτικής Ευρώπης θα ήταν πλέον ανοιχτή στον εχθρό. Η αντίδραση του Φύρερ από το στρατηγείο του στο Ανατολικό Μέτωπο υπήρξε άμεση. Την ίδια ημέρα διέταξε τον Στρατηγό Στούντεντ, επικεφαλής των αλεξιπτωτιστών που έδρευαν στο Βερολίνο, να αναλάβει τη διοίκηση της δεξιάς πτέρυγας του Δυτικού Μετώπου στη Διώρυγα του Αλβέρτου, με την ευθύνη να καλύψει το κενό από την Αμβέρσα μέχρι το Μάαστριχ και να σχηματίσει μια γραμμή άμυνας κατά μήκος του τελευταίου, με όσα στρατεύματα μπορούσε να συγκεντρώσει από την Ολλανδία. Επίσης, να κατευθύνει προς τα εκεί τις μονάδες αλεξιπτωτιστών που εκπαιδεύονταν σε διάφορα μέρη της Γερμανίας, ενώνοντάς τες υπό την ονομασία της 1ης Στρατιάς Αλεξιπτωτιστών, ενέργειες όμως που δεν απέδωσαν σημαντικά σε ανθρώπινο δυναμικό ή σε οπλισμό. 

Ωστόσο η δεκαπενθήμερη απραξία των Συμμάχων από τις 4 έως τις 17 Σεπτεμβρίου, προσέφερε τη δυνατότητα στη γερμανική πολεμική μηχανή να ανασυνταχθεί και να ισχυροποιήσει τη θέση της. Δημιουργήθηκαν νέες μονάδες, συγκροτήθηκαν εφεδρείες, οργανώθηκαν αμυντικές τοποθεσίες και αποκαταστάθηκε πλήρως ο έλεγχος και η διοίκηση στο πεδίο της μάχης. Ο Στρατάρχης Βάλτερ Μόντελ, Διοικητής της Β΄ Ομάδας Στρατιών, εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ξενοδοχείο Τάφελμπεργκ στο Άρνεμ σαράντα οχτώ ώρες προτού κεκινήσει η αεραπόβαση των Συμμάχων.

Στην ίδια περιοχή είχε συμπτυχθεί από τη Νορμανδία και το επίλεκτο 2ο Μηχανοκίνητο Σώμα των Ες – Ες με τις δύο Μηχανοκίνητες Μεραρχίες του, την 9η και 10η, για αναδιοργάνωση και επανεξοπλισμό. Οι μετακινήσεις αυτές των γερμανικών μονάδων ήταν γνωστές στους Συμμάχους από μια σειρά αποκωδικοποιημένων σημάτων, αλλά δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι οι Γερμανοί θα πρόβαλλαν σθεναρή αντίσταση στη Νότια Ολλανδία με μονάδες αποδιοργανωμένες και απογυμνωμένες, όπως πίστευαν,  από άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα. Θεωρούσαν πιθανότερη την υποχώρηση των τελευταίων πέρα από τον Ρήνο, εντός του γερμανικού εδάφους, με την έναρξη της Συμμαχικής επίθεσης.

Το κυριακάτικο πρωινό της 17ης Σεπτεμβρίου 1944 ξημέρωσε στη νότια Ολλανδία με μια ελαφριά ομίχλη, που γρήγορα διαλύθηκε και ακολούθησε μια ωραία όψιμη καλοκαιρινή ημέρα. Στις 09:00π.μ. βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν έναν στόχο στο Άρνεμ. Ακολούθησαν αμερικανικά βομβαρδιστικά που έπληξαν άλλους στόχους, μεταξύ των οποίων και το αεροδρόμιο στο Deelen.  Στις 10:00π.μ. ο εναέριος χώρος πάνω από τη νοτιοανατολική Αγγλία σειόταν από το τρομερό βουητό των μηχανών των μεταγωγικών αεροσκαφών. Από είκοσι τέσσερα αεροδρόμια απογειώθηκαν χίλια πεντακόσια πενήντα μεταφορικά αεροσκάφη και πεντακόσια ανεμόπτερα, που μετέφεραν τους άντρες και τα μέσα υποστήριξης μάχης των τριών αεραποβατικών μεραρχιών των Συμμάχων. Πάνω από τις αγγλικές ακτές συγκρότησαν μια τεράστια αρμάδα με τον αεροπορικό στόλο των βρετανικών και αμερικανικών αεροπλάνων και σε στενούς σχηματισμούς κατευθύνθηκαν ανατολικά προς την Ολλανδία. Η πτήση των δύο εναερίων φαλαγγών μέχρι τις ολλανδικές ακτές ήταν γενικά απρόσκοπτη και αρχικά συνάντησαν μικρή αντίσταση. Μέχρι τις 14:00μμ όλα τα αεραποβατικά στρατεύματα των Συμμάχων του πρώτου κύματος είχαν προσγειωθεί στο ολλανδικό έδαφος, αποτελώντας ένα επιβλητικό σύνολο από 19.400 άντρες.

Με την έναρξη της επιχείρησης ακολούθησε σφοδρός βομβαρδισμός των γερμανικών θέσεων κατά μήκος της ζώνης της επιχείρησης Market Garden και μπροστά από το μέτωπο του 30ου Σώματος, το οποίο με την προσγείωση των πρώτων αεραποβατικών στρατευμάτων πραγματοποίησε αρχικά σημαντική πρόοδο στην προέλασή του. Γρήγορα, όμως, συνάντησε και αυτό σοβαρότερη αντίσταση από όση ανέμενε εκ μέρους των Γερμανών και υποχρεώθηκε σύντομα σε μια βραδεία πορεία πάνω στη στενή και ευπρόσβλητη οδό προς το Αϊντχόβεν, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να διατηρήσει τον ρυθμό προέλασης που προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα του σχεδίου. Επιπλέον, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά που η Συμμαχική Υπηρεσία Πληροφοριών πίστευε ότι υπερασπίζονταν το Άρνεμ, αποδείχτηκε ότι ήταν δύο εμπειροπόλεμες μεραρχίες Ες – Ες Πάντσερ και ένα τάγμα Πάντσερ Γρεναδιέρων, εφοδιασμένο με πολλαπλούς πειραματικούς πυραυλοκίνητους όλμους.

Η 1η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία απέκρουσε τη γερμανική αντεπίθεση και οι προσγειώσεις των ανεμοπτέρων στην ευρύτερη περιοχή του Άρνεμ ήταν σε γενικές γραμμές επιτυχημένες, αν και σημειώθηκαν κάποια ατυχήματα. Στο μεταξύ, τρία Τάγματα της 1ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών ξεκίνησαν για τη γέφυρα, ακολουθώντας το καθένα το καθορισμένο σύμφωνα με το σχέδιο δρομολόγιό του. Η πορεία τους όμως επιβραδύνθηκε από ενθουσιασμένα πλήθη, αντίδραση που οι Ολλανδοί πλήρωσαν, καθώς μετά την συμμαχική ήττα οι Γερμανοί εκτόπισαν το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής κηρύσσοντας την πόλη του Άρνεμ στρατιωτική περιοχή. Επιπλέον, καθώς τα τάγματα κινήθηκαν σε δασώδεις και κατοικημένες περιοχές διαπιστώθηκε ότι οι ασύρματοί τους έπαψαν να λειτουργούν, ένα σοβαρό πρόβλημα που θα επιδρούσε σημαντικά στην εν γένει διενέργεια και τελική έκβαση της μάχης. Το 1ο και το 3ο Τάγμα που κινούνταν από κύριους δρόμους, στον βορρά και στο κέντρο αντίστοιχα, σύντομα εμποδίστηκαν από εχθρικά πυρά. Αντίθετα, ο αντισυνταγματάρχης Τζον Φροστ και το 2ο Τάγμα του προχώρησαν γρήγορα στον νότο χρησιμοποιώντας δευτερεύουσες οδούς κατά μήκος του ποταμού Ρήνου και κατέλαβαν τη βόρεια πλευρά της οδικής γέφυρας, που ήταν και ο αντικειμενικός του στόχος.

Η κατάληψη της βόρειας πλευράς από τους Βρετανούς προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες στο 2ο Σώμα Ες – Ες Πάντσερ, οι στρατιώτες του οποίου ενεπλάκησαν σε σφοδρή μάχη με το Τάγμα του Φροστ και προσπάθησαν επανειλημμένα να το απωθήσουν. Ωστόσο, οι ενισχύσεις για τους Βρετανούς δεν έφτασαν καθώς τα οχήματα της μεραρχιακής μονάδας αναγνώρισης, που όφειλαν να σπεύσουν να καταλάβουν την οδική γέφυρα, καταστράφηκαν είτε κατά την προσγείωση είτε πέφτοντας πάνω σε γερμανική ενέδρα. Επιπλέον το 1ο και 3ο Τάγμα, που ενεργούσαν στο αριστερό πλευρό του 2ου Τάγματος, σύντομα καθηλώθηκαν. Συνεπώς, μια επιτυχής και πολλά υποσχόμενη έναρξη της επιχείρησης Market-Garden προσέκρουσε σε σοβαρές δυσκολίες. Λέγεται ότι μερικές ώρες μετά τις προσγειώσεις, οι Γερμανοί είχαν βρει ολόκληρο το συμμαχικό πολεμικό σχέδιο της επιχείρησης σε ένα ανεμόπτερο που συνετρίβη κοντά στο Αϊντχόβεν και κατόρθωσαν να κινήσουν σε ελάχιστο χρόνο όλες τις μάχιμες μονάδες τους στη νότια Ολλανδία.

Αναφορικά με τις αμερικανικές δυνάμεις, στον τομέα της 82ης Μεραρχίας, δεκαπέντε μίλια προς νότο, η κατάσταση φαινόταν να είναι καλύτερη. Τα τρία εμπειροπόλεμα Συντάγματα Αλεξιπτωτιστών της είχαν εκτελέσει κατά τον καλύτερο τρόπο όλες σχεδόν τις αποστολές που τούς είχαν ανατεθεί για την πρώτη ημέρα. Η ευκαιρία όμως να καταληφθεί άθικτη η οδική γέφυρα του Βάαλ και να ανοίξει η οδός προς Άρνεμ χάθηκε, διότι το Τάγμα που ορίστηκε να την εξασφαλίσει έχασε τον προσανατολισμό του μέσα στην πόλη του Ναϊμέγκεν και έδωσε τον χρόνο στους Γερμανούς  να ενισχύσουν τη φρουρά της. Ακόμα νοτιότερα, οι δυνάμεις της 101ης Μεραρχίας του Tέιλορ κινήθηκαν με ταχύτητα και κατέλαβαν δύο σημαντικές γέφυρες. Κινούμενες όμως προς το Αϊντχόβεν διαπίστωσαν ότι η γέφυρα στο κανάλι της Βιλελμίνης είχε ανατιναχθεί από τους Γερμανούς και χρειάζονταν δέκα τουλάχιστον ώρες προκειμένου να επισκευαστεί. Παρ’ όλα αυτά διέβησαν τον ποταμό με αυτοσχέδια πλωτά μέσα και προήλασαν προς το Αϊντχόβεν το οποίο και κατέλαβαν, για να συνενωθούν τις τελευταίες απογευματινές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου με τις προελαύνουσες δυνάμεις του 30ου Σώματος Στρατού.

Η Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου επεφύλαξε στους Συμμάχους μια ακόμη ανατροπή του σχεδίου. Λόγω της πρωινής ομίχλης η αναχώρηση της υπόλοιπης 1ης Αεραποβατικής Μεραρχίας που ήταν προγραμματισμένη για τις 10:00π.μ. αναβλήθηκε και έφτασε τελικά στο Άρνεμ τέσσερις ώρες αργότερα, δυσχεραίνοντας περισσότερο το έργο του 2ου Τάγματος του Φροστ, που ανέμενε απελπισμένο τη συνδρομή της για να αντιμετωπίσει τις ισχυρές γερμανικές δυνάμεις που είχε απέναντί του. Εξακολουθούσε βέβαια να ελέγχει το βόρειο τμήμα της γέφυρας, αν και το τίμημα σε απώλειες ήταν βαρύ. Η πιο αρνητική εξέλιξη ωστόσο ήταν ότι δεν υπήρχαν νέα από το 30ο Σώμα Στρατού η εμπροσθοφυλακή του οποίου, δηλαδή η Τεθωρακισμένη Μεραρχία Φρουρών, σύμφωνα με το σκέλος Garden της επιχείρησης, όφειλε να προσεγγίζει το Άρνεμ.

Την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου, η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ένας συνδυασμός ομίχλης και βροχής, δεν επέτρεψαν την προγραμματισμένη ρίψη της 1ης Πολωνικής Ταξιαρχίας, τμήματα της οποίας σε ανεμόπτερα αναχώρησαν τελικά αργά από αεροδρόμια της νότιας Αγγλίας, όταν όμως προσγειώθηκαν, βρέθηκαν εν μέσω μαχών και βλήθηκαν από εχθρικά αλλά και φίλια πυρά. Επιπλέον, την ημέρα εκείνη η Μεραρχία ανέμενε φορτίο βασικών εφοδίων και επειδή οι ζώνες ρίψης είχαν καταληφθεί από Γερμανούς, ο Έρκαρτ ζητούσε από τα αεροπλάνα να αδειάσουν τα φορτία τους κοντά στο στρατηγείο του, το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν. Καθώς όμως ο ασύρματος δεν λειτουργούσε σωστά (είχε προκύψει σοβαρό πρόβλημα με τους εσωτερικούς κρυστάλλους), τα σήματα ουδέποτε έφτασαν στον προορισμό τους, με αποτέλεσμα το πολύτιμο βρετανικό φορτίο να πέσει στα χέρια του εχθρού. Από 390 τόνους πυρομαχικών, τροφίμων και υγειονομικού υλικού μόλις 30 παρελήφθησαν κανονικά.

Εξαιτίας των πολλαπλών προβλημάτων και των μεγάλων απωλειών σε όλους τους τομείς, ο Έρκαρτ αναγκάστηκε την νύχτα της 19ης Σεπτεμβρίου να εγκαταλείψει στην τύχη του το Τάγμα του Φροστ, το οποίο στο εξής έπρεπε να συνεχίσει μόνο του την επιχείρηση κατάληψης της οδικής γέφυρας του Άρνεμ. Ό,τι είχε απομείνει από την 1η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία θα αποσυρόταν για να σχηματίσει αμυντική περίμετρο γύρω από το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν, όπου οι επιζώντες θα επιχειρούσαν να αποκρούσουν τις επιθέσεις μέχρι την άφιξη του 30ου Σώματος, που βρισκόταν σε απόσταση 16 χιλιομέτρων νότια και πολεμώντας άνοιγε δρόμο.

Εν τω μεταξύ, τη νύχτα της 19ης προς 20η Σεπτεμβρίου, στον κεντρικό τομέα, η Αμερικανική 82η Μεραρχία πέτυχε τη συνένωση με τις προφυλακές του 30ου Σώματος, καλύπτοντας τα δύο τρίτα της απόστασης προς το Άρνεμ. Οι  δύο διαβάσεις προς την πόλη του Ναϊμέγκεν, οι γέφυρες του ποταμού Βάαλ, φυλάσσονταν από ισχυρές δυνάμεις του 2ου Μηχανοκινήτου Σώματος των Ες – Ες, καθότι όμως πολύ σημαντικές για το 30ο Σώμα, κυρίως η οδική, έπρεπε με κάθε θυσία να καταληφθούν άθικτες. Σύμφωνα με το σχέδιο του Γκάβιν στις 20 Σεπτεμβρίου εξαπολύθηκε ταυτόχρονη επίθεση στα βόρεια και τις νότια άκρα και των δύο γεφυρών.

Μετά από σκληρή μάχη οι άντρες του κατατρόπωσαν τον εχθρό και η τεθωρακισμένη Μεραρχία Φρουρών έστειλε τέσσερα άρματα μέσα από τη γέφυρα, για να συνενωθούν με τους άντρες που μάχονταν στη βόρεια άκρη της. Την τελευταία στιγμή οι Γερμανοί προσπάθησαν να την ανατινάξουν αλλά ο πυροκροτητής μυστηριωδώς δε λειτούργησε με συνέπεια η οδική γέφυρα του Ναϊμέγκεν πάνω στον Βάαλ να περιέθει τελικά άθικτη στα χέρια των Συμμάχων. Στην συνέχεια κατελήφθη και η σιδηροδρομική γέφυρα, αλλά με την κατάληψη της οδικής έχασε την σπουδαιότητά της. Με την εξασφάλιση της διάβασης του Βάαλ υπολειπόταν μόνο η συνένωση του 30ου Σώματος με την 1η αεραποβατική Μεραρχία, τα τμήματα της οποίας ήταν ακόμη καθηλωμένα μέσα στα κτιριακά τετράγωνα των δυτικών προαστίων του Άρνεμ. Εξαίρεση αποτελούσε το 2ο Τάγμα του Φροστ που, πλήρως αποκομμένο, εξακολουθούσε να μάχεται ηρωικά επάνω στην γέφυρα. Μέχρι αργά το βράδυ όσοι μπορούσαν να πολεμήσουν έριχναν τις τελευταίες σφαίρες τους, ενώ οι θέσεις τους είχαν πλέον καταληφθεί. Με το ξημέρωμα της 21ης Σεπτεμβρίου τα άρματα του Μπίτριχ πέρασαν τη γέφυρα και παρατάχθηκαν έναντι του επερχομένου 30ου Σώματος. Το επόμενο πρωί, της Παρασκευής, 4 μέρες και 18 ώρες έπειτα από τις πρώτες ρίψεις, απόσπασμα τεθωρακισμένων οχημάτων του 30ου Σώματος έφτασε στο Ντριλ και ενώθηκε με την αποδεκατισμένη 1η Αεραποβατική μεραρχία. Το Σάββατο και την Κυριακή πολυάριθμο βρετανικό πεζικό έφτασε στη νότια όχθη του Κάτω Ρήνου, όμως η απόπειρα να διαβεί τον ποταμό απέτυχε. Η Μεραρχία του Έρκαρτ, σε οικτρή κατάσταση, διατάχθηκε τα χαράματα  της Δευτέρας να συμπτυχθεί και να διαβεί τον Ρήνο. Ήταν η στιγμή που δόθηκε στους Βρετανούς η χαριστική βολή. Τα πλεούμενα δεν επαρκούσαν για τόσο μεγάλο αριθμό ανδρών, που αναγκάστηκαν να περπατήσουν 18 χλμ μέχρι το Ναϊμέγκεν. Το τίμημα σε νεκρούς και τραυματίες που εγκαταλείφθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν ήταν βαρύ. Οι απώλειες έφτασαν τους 1.200 νεκρούς και 6.642 τραυματίες, αιχμαλώτους και αγνοούμενους. Ύστερα από σκληρή δοκιμασία οκτώ ημερών η επιχείρηση Market Garden ολοκληρώθηκε άδοξα.

Operation Market Garden: The Allies’ Disastrous Attempt To End the War Early

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει κανείς είναι πως ένα φιλόδοξο σχέδιο, υποσχόμενο να προσφέρει στους Συμμάχους ένα σημαντικό πλεονέκτημα, ικανό να κρίνει το αποτέλεσμα του πολέμου, κατέληξε σε συντριπτική ήττα και καίριο πλήγμα για το γόητρο και το ηθικό τους. Ωστόσο, αν και η επιχείρηση απέτυχε ως προς τον κύριο σκοπό της, τη διάβαση του Κάτω Ρήνου με την κατάληψη της γέφυρας στο Άρνεμ και τον αιφνιδιασμό των Γερμανών, κατόρθωσε εντούτοις να απελευθερώσει ένα μεγάλο μέρος της Ολλανδίας. Η περιοχή από το Ναϊμέγκεν μέχρι το Όστερμπεκ παρέμεινε στα χέρια των Συμμάχων μέχρι το τέλος του πολέμου και χρησίμευσε ως εφαλτήριο για την επίθεση κατά της περιοχής του Ρουρ τον Φεβρουάριο του 1945.

Σήμερα, στην πόλη του Άρνεμ, η οδική γέφυρα φέρει το όνομα Τζον Φροστ. Ακριβώς από κάτω λειτουργεί χώρος πληροφόρησης σχετικά με τη μάχη, ενώ σε κοντινή απόσταση βρίσκεται η πλατεία με το εχετικό μνημείο, όπου κάθε Σεπτέμβριο λαμβάνει χώρα επομνημόσυνη τελετή για τους πεσόντες. Επιπροσθέτως, σε πολλά σημεία τη πόλης και της γύρω περιοχής όπου εκτυλίχθηκαν σημαντικές στιγμές της μάχης υπάρχουν αναθηματικές στήλες, γνωστές ως battle markers. Στο Όστερμπεκ, το ξενοδοχείο Χαρτενστάιν, Στρατηγείο του Έρκαρτ, έχει μετατραπεί σε μουσείο ενώ υφίσταται στην πόλη και βρετανικό κοιμητήριο, το οποίο διαχειρίζεται η Επιτροπή Πολεμικών Τάφων (War Graves Commission). Τέλος, τα τελευταία χρόνια έχει καθιερωθεί την 17η Σεπτεμβρίου, ημέρα έναρξης της μάχης, να γίνεται αναπαράσταση με ρίψεις αλεξιπτωτιστών στη ζώνη ρίψης. Τις εκδηλώσεις τιμούν με την παρουσία τους πολλοί βετεράνοι προερχόμενοι και από τις δύο πλευρές.

Το 1977 πρωτοπροβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία A Bridge too Far του Τζόζεφ Ε. Ληβάιν με σκηνοθέτη τον Ρίτσαρντ Ατένμπορο [Oh! What a Lovely War (1969),  Young Winston (1972), Gandhi (1982)]. Το σενάριο του Γουίλιαμ Γκόλντμαν βασίζεται στην ομότιτλη πραγματεία του Κορνέλιους Ράιαν. Γυρίστηκε στην Ολλανδία, στις ίδιες ακριβώς περιοχές όπου το 1944 διαδραματίστηκε η επιχείρηση Market-Garden. Γενικότερα, θεωρείται ως μια από τις πλέον αξιόπιστες ιστορικά κινηματογραφικές ταινίες στην πολυετή διαδρομή της Έβδομης Τέχνης. Πλαισιώνεται από μια εντυπωσιακή πλειάδα γνωστών ηθοποιών, οι οποίοι ενσαρκώνουν ιστορικά πρόσωπα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των Βρετανών Σων Κόνερι (στρατηγός Ρόμπερτ Έρκαρτ) Ντερκ Μπόγκαρντ (στρατηγός Φρέντερικ Μπράουνινγκ), Έντουαρντ Φοξ (στρατηγός Μπράιαν Χόρροκς), Μάικλ Κέην (συνταγματάρχης Τζων Βάντελερ), Άντονυ Χόπκινς (συνταγματάρχης Τζων Φροστ), των Αμερικανών Ράιαν Ο’ Νηλ (στρατηγός Τζέημς Γκάβιν), Ρόμπερτ Ρέντφορντ (ταγματάρχης Τζούλιαν Κουκ), Τζην Χάκμαν (Πολωνός στρατηγός Στάνισλαβ Σοσαμπόφσκι) και των Γερμανών Μαξιμίλιαν Σελλ (στρατηγός  Βίλχελμ Μπίτριχ), Βόλφγκανγκ Πράις (στρατάρχης Γερντ φον Ρούνστεντ). Ως ιστορικοί σύμβουλοι της ταινίας επιλέχθηκαν δύο κομβικοί πρωταγωνιστές των γεγονότων, οι  Μπράιαν Χόρροκς και  Τζων Φροστ. Ο πρώτος ηγείτο του 30ού Σώματος Στρατού, επιφορτισμένου με την επίγεια διασύνδεση των Συμμαχικών δυνάμεων από τη μεθόριο Βελγίου-Ολλανδίας έως την πόλη του Άρνεμ, ενώ στους ώμους του δευτέρου έλαχε η δύσκολη έως αδύνατη αποστολή της διατήρησης της στρατηγικής σημασίας ομώνυμης γέφυρας μέχρι την έλευση των ενισχύσεων, γεγονός, το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα.

A Bridge Too Far (1977) / Official Trailer

Η ταινία εμπεριέχει πάμπολλα εντυπωσιακά εξωτερικά πλάνα όπως είναι η επιβίβαση των αλεξιπτωτιστών στα μεταγωγικά αεροσκάφη, η ρίψη τους στην περιοχή του Άρνεμ, οι πρώτες επίγειες συγκρούσεις, η ηρωική διάβαση του ποταμού Βάαλ από αμερικανικά στρατεύματα πάνω σε αυτοσχέδιες λαστιχένιες βάρκες υπό σφοδρά γερμανικά πυρά και, φυσικά, οι φονικές μάχες γύρω από τη γέφυρα του Άρνεμ. Για τις σκηνές στους αιθέρες χρησιμοποιήθηκαν έντεκα αεροσκάφη τύπου Douglas C-47 περισσότερο γνωστά ως Ντακότες, τα οποία εκχωρήθηκαν από τις πολεμικές αεροπορίες της Δανίας, της Φινλανδίας και της Πορτογαλίας. Στην εξωτερική επιφάνεια των αεροσκαφών τοποθετήθηκαν κάμερες, ενώ η κινηματογράφηση των ρίψεων ολόκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1976. Σε αυτές χρησιμοποιήθηκαν άνω των 300 αλεξιπτωτιστές του Aμερικανικού 1ου Συντάγματος Αλεξιπτωτιστών, υπό τις οδηγίες του οποίου γυρίστηκαν οι επίμαχες σκηνές. Ικανός αριθμός αμερικανικής κατασκευής τεθωρακισμένων και οχημάτων μεταφοράς προσωπικού της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου παραχωρήθηκε από την Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς τότε τα τελευταία είχαν μόλις αποσυρθεί από την ενεργό υπηρεσία. Οι μάχες γύρω από τη γέφυρα του Άρνεμ γυρίστηκαν στην περιοχή του Ντέβεντερ, όπου υπάρχει μια ανάλογη γέφυρα. Η ιστορική γέφυρα είχε προ πολλού πλήρως αποκατασταθεί. Ωστόσο, η πολεοδομική ανάπτυξη γύρω από αυτήν καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την κινηματογράφιση πολεμικών συγκρούσεων.

Κοινό και κριτικοί υποδέχθηκαν την ταινία με διθυραμβικά σχόλια. Το A Bridge too Far υπήρξε η έκτη περισσότερο δημοφιλής ταινία του 1977 σε επίπεδο εισπράξεων, εξακολουθεί δε να αποτελεί ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς. Αξιοπερίεργο είναι το ότι αγνοήθηκε πλήρως από την Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, καθώς δεν προτάθηκε ούτε για ένα βραβείο Όσκαρ. Πολλοί απέδωσαν την αδιαφορία αυτή στο γεγονός ότι αναδεικνύει ανάγλυφα τις μοιραίες συνέπειες ενός επιπόλαιου στρατηγικού σχεδιασμού των Συμμάχων, έστω και αν, τον Σεπτέμβριο του 1944, η τύχη του Πολέμου είχε ουσιαστικά κριθεί.

A Bridge Too Far (1977) / Most Memorable Scenes Compilation

Avatar photo
Δέσποινα Δελίδου

H Δέσποινα Δελίδου είναι εκπαιδευτικός και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

Άρθρα: 1