Έλληνες και Αιγύπτιοι υπό την Δυναστεία των Πτολεμαίων. Εξελληνισμός και αντίσταση στην Ελληνιστική Αίγυπτο

Η κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Αλέξανδρο σηματοδότησε μία χιλιετία ελληνικής επίδρασης. Γιατί, αν και ευθύς κατόπιν μετατράπηκε σε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εν τούτοις ουδέποτε η χώρα αυτή «εκρωμαΐστηκε». Πρόκειται συνεπώς για έναν μακροπρόθεσμο μετασχηματισμό, από τον οποίο θα εστιάσουμε στους τρεις πρώτους, μόνο, αιώνες, εκείνους της βασιλείας της μακεδονικής δυναστείας των Πτολεμαίων, δηλαδή ανάμεσα στην ανάληψη της διοίκησης από τον Πτολεμαίο Α΄ Σωτήρα έως τον θάνατο της Κλεοπάτρας Ζ΄ (306 – 30 π.Χ.). Η ευρύτητα του θέματος δεν επιτρέπει μεγαλύτερη εμβάθυνση πέραν της συγκρότησης μιας ακολουθίας στοχευμένων πτυχών και προβλημάτων.

Το σημείο εκκίνησης του παρόντος κειμένου είναι κάπως μετέωρο, καθότι ο ορισμός θεμελιωδών εννοιών είναι ασαφής. Τί σημαίνει αλήθεια ο ευρείας χρήσης όρος «εξελληνισμός»; Εφαρμόζεται σε τόσο αντιφατικές μεταξύ τους καταστάσεις ώστε η επίκλησή του να καθίσταται έως και επικίνδυνη. Όσο δε για τον όρο «αντίσταση», το δεύτερο συστατικό του τίτλου του παρόντος κειμένου, δεν πρέπει να εκληφθεί με τη σημερινή του έννοια, δηλαδή ως έμπρακτη και οργανωμένη απόρριψη μιας κυριαρχίας ή μιας πολιτισμικής πίεσης. Ακόμα και η προσφυγή στην έννοια της «παθητικής αντίστασης» θα ήταν στην προκειμένη περίπτωση υπερβολική με τα όσα ενθυλακώνει. Αποπνέει μια αίσθηση δυσκινησίας, που καθιστά τον υπόδουλο πολιτισμό περισσότερο αποφασισμένο να περιχαρακωθεί και να αντέξει μέσα στον χρόνο, παρά διατεθειμένο να αφομοιώσει τον νεοφερμένο ομόλογό του ή να αφομοιωθεί από αυτόν.

Στα προαναφερθέντα μειονεκτήματα που οφείλονται στο μεγάλο χρονικό εύρος της υπό διερεύνηση περιόδου καθώς και στην ασάφεια θεμελιωδών εννοιών, ήρθε να προστεθεί μία ακόμη δυσκολία. Συγκεκριμένα, περί τα μέσα του 20ού αιώνα, ανατράπηκε η όλη προοπτική προσέγγισης. Έως τότε, κυριαρχούσε η άποψη πως στην Πτολεμαϊκή Αίγυπτο είχε συντελεστεί μια συγχώνευση πολιτισμών, είτε μέσω ενός εξελληνισμού είτε, το επικρατέστερο, μέσω της ανάπτυξης ενός μεικτού πολιτισμού χάρη στην προαγωγή του ελληνικού πολιτισμού μέσα στους κόλπους της τοπικής άρχουσας τάξης και της αιγυπτοποίησης όσων Ελλήνων διαβίωναν σε ένα αγροτικό περιβάλλον. Σήμερα δίνεται πολύ σωστά έμφαση σε ένα μεθοδολογικής φύσεως ζήτημα. Ασφαλώς υπάρχει πληθώρα πληροφοριών, όμως και αυτή είναι σχετική και δεν πρέπει να υφίσταται κατάχρηση. Δεν επαρκεί για μια ποσοτική προσέγγιση: ακόμα και αν τα παραδείγματα είναι πολλά, δεν παύουν να είναι προσωποπαγή. Είναι άνισα κατανεμημένα στον χώρο και στον χρόνο. Καταρτίζουν διάφορες ενότητες, η μελέτη των οποίων εξακολουθεί να παραμένει ατελής. Επί παραδείγματι, έχει διαπιστωθεί πως η εικόνα διαφέρει ανάλογα με το εύρημα (πάπυροι ή όστρακα) ή ανάλογα με τη γλώσσα. Η σημασία της γλώσσας είναι μεγάλη, από τη στιγμή που το ενδιαφέρον της έρευνας στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά προς την κατεύθυνση τεκμηρίων γραμμένων στα ελληνικά, όχι όμως μέχρι σημείου να δύναται κανείς να συναγάγει το συμπέρασμα πως επρόκειτο περί ολοκληρωτικού εξελληνισμού. Επιπροσθέτως, τα προαναφερθέντα τεκμήρια δεν είναι ακριβώς αυτά που προσδοκούμε. Σε κείμενα, τα οποία αναφέρονται στη λειτουργία του διοικητικού, δικαστικού και οικονομικού συστήματος, παρεμβάλουμε έναν κοινωνιολογικό προβληματισμό, που μας προτρέπει συνεχώς να αντιμεταθέτουμε, να ερμηνεύουμε και να γενικεύουμε.

Όσο η σημερινή τάση διακατέχεται από μεθοδολογική σύνεση, δεν μπορεί κανείς παρά να την επικροτήσει. Είμαστε, ωστόσο, υποχρεωμένοι να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, μέσα σε ένα σχεδόν αχαρτογράφητο τοπίο. Η κατάσταση στην Πτολεμαϊκή Αίγυπτο ανέκαθεν παρέπεμπε σε ένα αποικιοκρατικό καθεστώς με τη σημερινή σημασία του όρου. Κατά συνέπεια, οι ιστορικοί της Αρχαιότητας επικέντρωναν την προσοχή τους στα επιτεύγματα της διαδικασίας του εξελληνισμού. Όταν, όμως, την επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εμπεδώθηκε το φαινόμενο της αποαποικιοποίησης, η προσοχή στράφηκε προς τα αρνητικά επακόλουθα της ελληνικής κυριαρχίας, αποκαλύπτοντας ότι Έλληνες και Αιγύπτιοι αποτελούσαν δύο ξεχωριστές πληθυσμικές οντότητες. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται ακόμη καθ΄οδόν, είναι όμως βέβαιο πως θα φέρει νέα στοιχεία στο φως. Όπως και να έχει το ζήτημα και εφόσον είναι αναπόδραστη η σύγκριση με αποικιακές καταστάσεις του 19ου και 20ού αιώνα, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία αυτές να λειτουργήσουν ως πρότυπο για την προσέγγιση και ερμηνεία των κοινωνιών του 3ου, 2ου και 1ου αιώνα π.Χ και αντίστροφα.

Ήδη πριν από την κατάκτηση του Αλεξάνδρου, υπήρχαν Έλληνες, οι οποίοι διαβιούσαν στην Αίγυπτο, όπου διαδραμάτιζαν έναν ακόμα μεγαλύτερο ρόλο από όσο συνήθως πιστεύεται. Ωστόσο, παρέμεναν συστηματικά απομονωμένοι μέσα στους κόλπους της κοινωνίας και του κράτους. Ήταν μισθοφόροι και έμποροι ως επί το πλείστον. Κατά καιρούς ο αριθμός και η παλαιότητά τους επέτρεπε να συγκροτούν μια κοινωνική ομάδα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Ελληνομεμφιτών, απογόνων μισθοφόρων, που ο Φαραώ Άμασις είχε εγκαταστήσει στη Μέμφιδα (Ηροδότου ΙΙ, 154). Επρόκειτο για ένα πολυεθνικό σύνολο, το οποίο, πέραν από Έλληνες, απαρτιζόταν από Φοίνικες, Κάρες και αργότερα Πέρσες. Οι Έλληνες είχαν εκχωρήσει στον εαυτό τους την ταυτότητα «Ελληνομεμφίτες», έφεραν αιγυπτιακά ονόματα, είχαν ασπαστεί την αιγυπτιακή θρησκεία, έγραφαν όμως και μιλούσαν ελληνικά. Πρόκειται για μια περίπτωση, η οποία αποδεικνύει πως πολύ πριν από την κατάκτηση, υπήρχαν τάσεις προς την κατεύθυνση μιας πολιτισμικής πρόσμειξης.

Η κατάκτηση ανέτρεψε τα πάντα καθώς πλήθος Ελλήνων εποίκων, ο ακριβής αριθμός των οποίων είναι αδύνατο να προσδιοριστεί, κατέφθασε στην Αίγυπτο μεταξύ του 4ου και του 3ου αιώνα π.Χ. Συγκροτούσαν μια ετερόκλιτη ομάδα, απαρτιζόμενη από γηγενείς Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας και των Μικρασιατικών παραλίων, από Μακεδόνες, οι οποίοι αυτοαποκαλούνταν επίσης Έλληνες έχοντας καταφέρει να εισχωρήσουν στα ανώτερα στρώματα της κοινωνίας, τέλος, από Εβραίους, που είχαν μεν διατηρήσει τη δική τους θρησκεία, από γλωσσικής απόψεως όμως είχαν ενταχθεί στην κατηγορία των Ελλήνων. Το διακριτικό γνώρισμα της τελευταίας ήταν ουσιαστικά γλωσσικό και πολιτισμικό. Ως Έλληνας της Αιγύπτου εθεωρείτο σε τελευταία ανάλυση κάποιος μη Αιγύπτιος ελληνόφωνας.

Στο κεφάλαιο αυτό πρόκειται να απαριθμηθούν τα διακριτικά γνωρίσματα της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου, τα οποία είτε συνιστούν τρόπους επαφής δύο πολιτισμών με απώτερο στόχο μια πιθανή μεταξύ τους πρόσμειξη, είτε κριτήρια που μας επιτρέπουν να υπολογίσουμε τον βαθμό και το μέγεθος της πρόσμειξης αυτής. Σε κάθε περίπτωση οφείλουμε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί ως προς τις διαπολιτισμικές επαφές, τα όρια και τα εμπόδια που ορθώνονται. Τα εμπόδια είναι αυτά που, σε ένα πρώτο στάδιο, μας εντυπωσιάζουν με τη σημασία τους. Δηλαδή 1) το γεγονός ότι οι καταβολές του αιγυπτιακού πολιτισμού ανέρχονται στο μακρινό παρελθόν, 2) ότι ο πολιτισμός αυτός, από την ίδια του τη δομή, δεν επιδέχεται εύκολα προσμείξεις, 3) ότι διαφέρει παρασάγγας από τον ελληνικό, 4) ότι η κατάκτηση από τον Αλέξανδρο έφερε τις δύο κοινωνικές αυτές ομάδες σε άνιση, εάν όχι ανταγωνιστική, κατάσταση, τέλος, 5) ότι η ισχύς και η πρωτοτυπία της αιγυπτιακής θρησκείας υπήρξε εκείνη που επηρέασε περισσότερο τους Έλληνες και όχι το αντίστροφο (ωστόσο, μεταξύ 3ου και 1ου αιώνα, η εν λόγω θρησκεία αποδυναμώθηκε αισθητά ακολουθώντας φθίνουσα πορεία).

1. Διαφορά δυναμικής ανάμεσα στους δύο πολιτισμούς. Συχνά αντιπαραβάλεται ο συντηρητισμός και η στατικότητα του αιγυπτιακού πολιτισμού με τη συνεχή κινητικότητα και εξέλιξη (ειδικότερα μεταξύ 4ου και 3ου αιώνα π.Χ,) του αντίστοιχου ελληνικού. Αρκεί όμως αυτό για μια αφομοίωση του πρώτου από τον δεύτερο; Μια ανισότητα του μεγέθους αυτού είναι πράγματι σε θέση να προκαλέσει στις τάξεις της αδύναμης πλευράς αντιδράσεις άρνησης και παρεμπόδισης. Αυτό περίπου συνέβη στην περίπτωση που μας απασχολεί. Ιδού λοιπόν μια πρώτη παρέκκλιση από το «αποικιακό πρότυπο».

2. Οι δομές του κράτους, έστω κι αν επιβάλλονται ισομερώς για όλες τις συνιστώσες του πληθυσμού, αποτελούν ένα ισχυρό μέσο πολιτισμικής αφομοίωσης. Ως προς αυτό, υπάρχουν διαβαθμίσεις. Οι κεντρικές δομές ανήκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στους Έλληνες. Πρόκειται για ένα πρότυπο που συναντάμε σε όλα τα ελληνιστικά μοναρχικά καθεστώτα με μία και μόνη εξαίρεση: αυτός που για τους Έλληνες είναι ένας σύντροφος που φέρει τον τίτλο του Βασιλιά, για τους Αιγυπτίους παραμένει ο Φαραώ, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται. Πρόκειται για μια διπροσωπία του ανώτατου άρχοντα, η οποία συμβολίζει από μόνη της τη συνύπαρξη των δύο πολιτισμών. Μπορεί μεν να υφίστανται ο ένας δίπλα στον άλλον, δεν παύουν παραταύτα να αποτελούν δύο ξεχωριστούς μεταξύ τους κόσμους.

3. Σε αντιδιαστολή, οι περιφερειακές και τοπικές διοικητικές δομές ήταν αμιγώς παραδοσιακού αιγυπτιακού τύπου: επρόκειτο για τους δήμους, τις τοπαρχίες και τις κωμοπόλεις, από όπου το ελληνικό στοιχείο απουσίαζε, με εξαίρεση βέβαια τις κυριότερες θέσεις. Σημειωτέον ότι η τοπική διοίκηση ασκείτο αποκλειστικά στα ελληνικά. Το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί προκειμένου να κάνει κανείς λόγο περί αφομοίωσης. Οι διοικητικές δομές ήταν κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένες, ούτως ώστε να διευκολύνουν στο μέτρο του δυνατού την εγκατάσταση και λειτουργία της νέας εξουσίας. Οι Έλληνες κάθε άλλο παρά επιδίωξαν στην περίπτωση να επιβάλουν στους Αιγυπτίους το δικό τους σύστημα.

Το κέντρο της πολιτικής και πολιτισμικής καθημερινότητας των Ελλήνων ήταν οι πόλεις, εκ των πραγμάτων ο κύριος φορέας του εξελληνισμού. Όταν ο Αλέξανδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με την αχανή ενδοχώρα της Ασίας, στήριξε την πολιτική ελέγχου και οργάνωσης του χώρου γύρω από την ίδρυση νέων πόλεων. Στην ίδια την Αίγυπτο την εγκαινίασε με την ίδρυση της Αλεξάνδρειας. Όμως η προσπάθειά του δεν γνώρισε συνέχεια. Στην Ελληνιστική Αίγυπτο υπήρχαν όλες κι’ όλες τρεις μόνο πόλεις: η Ναύκρατις, κληροδότημα του παρελθόντος, η Αλεξάνδρεια, κληροδότημα του Αλεξάνδρου, τέλος, η Πτολεμαΐς, δημιούργημα του Πτολεμαίου Α΄ Σωτήρος. Από αυτές, η πρώτη και η τρίτη δεν είχαν να επιδείξουν κάτι το σημαντικό. Αντίθετα, η Αλεξάνδρεια γνώρισε ευθύς εξαρχής μια τέτοια εξέλιξη, που την έκανε να φαντάζει στους κόλπους του ελληνιστικού κόσμου ως κάτι το αφύσικο, στα δε μάτια της βασιλικής εξουσίας ως ανοικτή απειλή. Είμαστε μάρτυρες μιας άρνησης ίδρυσης νέων πόλεων, και δικαιολογημένα διερωτάται κανείς γιατί. Προφανώς οι Πτολεμαίοι φρονούσαν πως η πρακτική αυτή δεν ήταν απαραίτητη προκειμένου να καταφέρουν να ελέγξουν και να οργανώσουν τον χώρο, για τον απλούστατο λόγο ότι οι παραδοσιακές διοικητικές διαφορές και αντιπαραθέσεις ήταν υπεραρκετές για κάτι τέτοιο. Μετασχηματίζοντας σε κανονικές πόλεις τις έδρες των νομών δεν επέφερε τίποτα το ουσιαστικό

Από την άλλη πλευρά, μια πολιτική ίδρυσης νέων πόλεων ήταν σε θέση να προσελκύσει Έλληνες από το εξωτερικό και να τους διατηρήσει επί τόπου μέσω της προσφοράς ενός τρόπου διαβίωσης, με τον οποίο οι τελευταίοι ήταν ήδη εξοικειωμένοι. Στην πράξη, ούτε αυτό το πρότυπο απέδωσε. Κατόπιν τούτου, η περίπτωση της Αιγύπτου εξασφάλιζε οικονομία κινήσεων, πρωτίστως δε σε επίπεδο εξουσίας. Σε ένα κράτος του τύπου των ελληνιστικών βασιλείων, μια πόλη συνιστούσε κράτος εν κράτει. Από μόνη της, η περίπτωση της υπερτροφικής Αλεξάνδρειας αποδείκνυε το μέγεθος των προβλημάτων που απέρρεαν από αυτό το σχήμα. Εκείνο που ενδιέφερε τους Λαγίδες βασιλείς ήταν ο στενός έλεγχος της χώρας και η εκμετάλλευση στο έπακρο των δυνατοτήτων της. Συνεπώς, προκρίνοντας τη μη γενίκευση του συστήματος των πόλεων, γύρισαν συνειδητά την πλάτη στην πολιτική του εξελληνισμού.

4. Συγχρωτισμός και μεικτοί γάμοι. Ο μικρός αριθμός και η αραιή διάταξη των πόλεων δεν απέτρεψε πολλούς Έλληνες από το να μετοικήσουν τελικά στην Αίγυπτο. Επόμενο, κατόπιν τούτου, ήταν να επέλθει κάποιου είδος επιμειξία, η οποία αποδείχθηκε κατώτερη του αναμενομένου. Πολλοί Έλληνες εγκαταστάθηκαν σε μητροπόλεις των νομών, όπου ανακάλυψαν έναν τρόπο διαβίωσης συμβατό με τις συνήθειές τους. Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση των επονομαζόμενων κληρούχων, εκείνων δηλαδή που εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο. Ο βασιλιάς τούς εκχωρούσε κατοικία (σταθμό) σε οικογένειες αυτοχθόνων, με αποτέλεσμα ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. να σημειωθούν πάμπολλα περιστατικά καταγγελιών, διαξιφισμών και αντιπαραθέσεων εξαιτίας της συγκατοίκησης αυτής. Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε ούτε τις παραπάνω δυσλειτουργίες (η ίδια η υφή των σχετικών τεκμηρίων μας προτρέπει να το πράττουμε) αλλά ούτε και το ίδιο το καθεστώς της συγκατοίκησης. Πολλές μελέτες αποκαλύπτουν πως σε μεγάλο ποσοστό οι κληρούχοι δεν παρέμεναν εκεί όπου τους είχαν υποδείξει, αλλά προχωρούσαν σε μίσθωση των εκτάσεων αυτών σε Αιγυπτίους, απευθείας ή μέσω τρίτων. Σε τελευταία ανάλυση η ύπαιθρος αποτελούσε ιδανικό χώρο για επιμειξία. Αν κάτι τέτοια δεν συνέβη, οφείλεται στον μικρό αριθμό των Ελλήνων (συνήθως απόρων) που εγκαταστάθηκαν εκεί.

Οι μεικτοί γάμοι αποτελούσαν άλλη μια οδό προς την κατεύθυνση της συγχώνευσης των δύο λαών. Το φαινόμενο εκδηλώθηκε από τις απαρχές της ελληνικής παρουσίας οδηγώντας στη δημιουργία δίγλωσσων οικογενειών με διπλή ονοματοδοσία των μελών τους. Δυστυχώς, τα υπάρχοντα στοιχεία δεν επιτρέπουν να συναγάγει κανείς στατιστικές εκτιμήσεις. Κυρίαρχη άποψη στις μέρες μας είναι ότι οι περιπτώσεις αυτές αποτελούσαν ισχυρή μειοψηφία.

5. Το αιγυπτιακό όνομα. Η πείρα αποδεικνύει πως το όνομα των ανθρώπων αποτελεί ένα εξαιρετικό κριτήριο μιας εθνικής και πολιτισμικής διαπλοκής. Πόσο μάλλον σε πολιτισμούς όπου τα προσωπικά γραπτά τεκμήρια δεν συνιστούν καθημερινή πρακτική. Τότε, το όνομα είναι το κατ’ εξοχήν στοιχείο της ταυτότητας ενός ατόμου. Ένα ελληνικό όνομα αποτελείται από δύο στοιχεία: το όνομα (από κοινού με το πατρώνυμο) και την εθνική προέλευση, δηλαδή την υπαγωγή σε μια κοινωνική ομάδα.

Το όνομα ήταν μια επίσημη πραγματικότητα, προστατευμένη από τον νόμο. Η οποιαδήποτε παραποίηση επέφερε την ποινή του θανάτου. Δυνατότητα αλλαγής υπήρχε, υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης της σχετικής άδειας από τις αρμόδιες αρχές. Συνεπώς στους 3ο, 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. το όνομα αντανακλά με βεβαιότητα την εθνική προέλευση ενός ανθρώπου. Αξιοσημείωτες είναι και οι περιπτώσεις διπλής ονοματοδοσίας (ένα ελληνικό όνομα συνοδευόμενο από το αντίστοιχο αιγυπτιακό, π.χ. Διονύσιος Πετοσάραπις, ο επικεφαλής μιας τοπικής εξέγερσης κατά του Πτολεμαίου Ε΄). Αφορούν είτε μεταβατικές περιόδους προς την κατεύθυνση της αφομοίωσης εκ μέρους των Ελλήνων, είτε προϊόν μεικτών γάμων. Και πάλι πρόκειται για λιγοστές περιπτώσεις. Το δε διπλό όνομα αντανακλά περισσότερο μια τάση διατήρησης της εθνικής διαφορικότητας παρά απόδειξη πολιτισμικής πρόσμειξης.

Η ύπαρξη του εθνικού προσδιορισμού επιβεβαιώνει την παραπάνω εκτίμηση με κάποιες αποχρώσεις. Στο ελληνικό κύριο όνομα προστίθεται ένας επιθετικός προσδιορισμός που διευκρινίζει την τοπική προέλευση του ατόμου. Έτσι, ένας Αθηναίος εγκατεστημένος στη Φιλαδέλφεια παρέμενε Αθηναίος, όχι μόνο αυτός, αλλά και οι απόγονοί του, δίχως κάποιο χρονικό όριο. Αντιλαμβανόμαστε πόσο ζωτικό για έναν Έλληνα (έναν «αληθινό» Έλληνα) ήταν να παραμείνει πολίτης όπου κι’ αν βρισκόταν, έστω κι αν αυτή η ιθαγένεια ήταν δυνητική. Αποτελούσε μέρος της ταυτότητάς του.

Στο αιγυπτιακό όνομα αντιστοιχούσε επίσης ένας εθνικός προσδιορισμός. Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. είμαστε μάρτυρες δύο τύπων (γρήγορα ο δεύτερος θα υποκαταστήσει τον πρώτο). Σε ένα πρώτο στάδιο, συναντάμε την κατάληξη -ίτης, προερχόμενη από το όνομα του νομού ή του οικισμού (πρόκειται για απομίμηση του ελληνικού προτύπου): Αρσινοΐτης, Μεμφίτης, Οξυρυγχίτης κ.ά. Σε ένα δεύτερο στάδιο καθιερώθηκε ένας άλλος τύπος: το όνομα συνοδευόμενο από την ένδειξη “από” ή “εκ” και την ονομασία του τόπου. Ο αιγυπτιακός εθνικός προσδιορισμός (πόσο μάλλον στην τελική του εκδοχή) υπερτονίζει τον τόπο κατοικίας περισσότερο από την έννομη σχέση με τους ανιόντες, πράγμα που είναι κάπως υποτιμητικό. Διαπιστώνουμε ωστόσο ότι πρόκειται για μια φόρμουλα, η οποία άρχισε να επεκτείνεται και στους Έλληνες. Πρόκειται άραγε για ένδειξη αιγυπτοποίησης των τελευταίων; Περισσότερο ηχεί ως προσπάθεια διοικητικής ομογενοποίησης. Θεωρητικά οι Έλληνες δεν ήταν υπήκοοι, αλλά σύντροφοι του Βασιλιά. Υπήκοοι ήταν οι Αιγύπτιοι και εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη διαφορά. Η ιδιότητα του συντρόφου του Βασιλιά αποδιδόταν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ειδικότερα δε στους Μακεδόνες. Από την δική της πλευρά, η διοίκηση είχε μια φυσιολογική ροπή να πρεσβεύει την ισονομία, θεωρώντας τους Έλληνες ως διοικούμενους όπως όλους τους άλλους. Γι’ αυτήν, η κατοικία ήταν ένα απτό δεδομένο, διαφορετικά αξιοποιήσιμο από ό,τι μια εθνική προέλευση που είχε καταστεί θεωρητική. Συνεπώς, στα μάτια της η ομογενοποίηση έπρεπε να συντελεστεί από τη βάση.

6. Ο γλωσσικός παράγοντας. Η διγλωσσία στην Αίγυπτο της Ελληνιστικής εποχής οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι τα ελληνικά ήταν η επίσημη γλώσσα της διοίκησης. Έτσι εξηγείται και η ύπαρξη σημαντικού αριθμού διερμηνέων που αποκαλύπτει τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου. Εξ ου και η πληθώρα περιλήψεων στα ελληνικά πράξεων, συμβολαίων και πάσης φύσεως κειμένων, τα οποία αρχικά είχαν συνταχθεί στην τοπική γλώσσα. Πολλά είναι επίσης τα κείμενα στα ελληνικά, γραμμένα από Αιγυπτίους. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές αυτά είχαν υποστεί βελτιώσεις και διορθώσεις από επαγγελματίες, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σήμερα σε θέση να εκτιμήσουμε τη γλωσσική επάρκεια του αρχικού συντάκτη. Το πρόβλημα αναδεικνύεται ανάγλυφα όταν π.χ. βλέπουμε έναν Αιγύπτιο να εκφράζεται σε άπταιστα ελληνικά λέγοντας ότι αγνοεί παντελώς τη συγκεκριμένη γλώσσα! Συνεπώς καταλήγουμε στο συμπέρασμα της ύπαρξης ενός φαινομένου διγλωσσίας, δίχως όμως να δυνάμεθα να προσδιορίσουμε τις αληθινές του διαστάσεις. Ίσα-ίσα καταφέρνουμε να διαπιστώσουμε τη συνύπαρξη των δύο γλωσσών.

Decoding the Rosetta Stone

Η αιγυπτιακή γλώσσα διατηρήθηκε σε αμφότερες τις μορφές της, λόγια και δημοτική. Υφίστανται τεκμήρια, όπως αποφάσεις συνόδων των ιερέων, όπου απαντώνται ταυτόχρονα και οι δύο μορφές. Η κοπτική γλώσσα βέβαια έχει ενσωματώσει μεγάλο ποσοστό ελληνικών λέξεων, κάτι που οφείλεται περισσότερο στη μετέπειτα Χριστιανική θρησκεία και όχι τόσο στην πτολεμαϊκή διακυβέρνηση. Όσο δε για την ελληνική γλώσσα, γνώρισε και εκείνη τη δική της εξέλιξη, την ίδια ακριβώς που έλαβε χώρα στο σύνολο του Ελληνιστικού κόσμου. Αξίζει να επισημανθεί το απειροελάχιστο δάνειο από την αιγυπτιακή γλώσσα, ακόμα και για ζητήματα αμιγώς αιγυπτιακά.

7. Το γυμνάσιο υπήρξε από τους κύριους φορείς διατήρησης της ελληνικής ταυτότητας. Η πολιτισμική του αξία απέρρεε από την πολλαπλότητα της λειτουργίας του: χώρος διαπαιδαγώγησης των παιδιών και των νέων, στρατιωτικής εκπαίδευσης, αθλητικής πρακτικής, πολιτιστικών εκδηλώσεων και τέλος, έδρα θρησκευτικών και κοσμικών συλλόγων. Η παρουσία του υποκαθιστούσε κατά κάποιον τρόπο την απουσία της αρχαιοελληνικής πόλης χάρη, κυρίως, στη συνεταιριστική δραστηριότητα της οποίας ήταν το επίκεντρο (όπου υπήρχε γυμνάσιο μπορούσε κανείς να ακολουθήσει τον ελληνικό τρόπο ζωής). Ήταν αυτοδιοικούμενο από τους ίδιους τους χρήστες του, υπό την εποπτεία του γυμνασιάρχη, η θητεία του οποίου ήταν ετήσια. Ο γυμνασιάρχης ήταν υπεύθυνος για την οικονομική διαχείριση, για τον προγραμματισμό και την οργάνωση των διαφόρων εκδηλώσεων, γενικότερα δε, για την εύρυθμη λειτουργία του φορέα.

Εύλογα θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως το γυμνάσιο, προκειμένου να λειτουργήσει ως όργανο εθνικού και πολιτισμικού διαχωρισμού, θα έπρεπε να απευθύνεται αποκλειστικά στους Έλληνες. Γνωρίζουμε πως κατ’ αρχήν, η παρουσία των Αιγυπτίων ήταν αποδεκτή. Ένας Αιγύπτιος, ο οποίος προσέβλεπε στον εξελληνισμό του θεωρώντας την επιλογή αυτή ως παροχή δυνατότητας για κοινωνική ανέλιξη, έσπευδε να στείλει εκεί τα παιδιά του. Αλλά όπως και σε άλλους τομείς, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για μεμονωμένες και ουδόλως αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι Αιγύπτιοι προτίμησαν να διατηρήσουν το δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα γυρίζοντας την πλάτη στο ελληνικό μοντέλο.

8. Το δίκαιο θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει έναν ισχυρό παράγοντα ενοποίησης. Οι Έλληνες απέφυγαν ευθύς εξ αρχής να επιβάλλουν το δικό τους δίκαιο. Στην Πτολεμαϊκή Αίγυπτο λειτούργησε ένα σύστημα, το οποίο εμπεριείχε τόσο ελληνικά, όσο και τοπικά στοιχεία που κληρονομήθηκαν από το παρελθόν. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει ο Rafal Taubenschlag στην κλασσική πραγματεία του The Law of Greco-Roman Egypt (1944). Αντίθετα, η Claire Préaux (Le Monde Hellénistique, 1992), επεξεργαζόμενη το ίδιο υλικό, καταλήγει σε ένα εκ διαμέτρου διαφορετικό συμπέρασμα. Προτάσσει την ύπαρξη και λειτουργία δύο διακριτών μεταξύ τους δικαίων: 1) του ελληνικού, το οποίο δεν εισήχθη μαζικά, αλλά σφυρηλατήθηκε σταδιακά επιτόπου. Πηγή είναι ο ίδιος ο βασιλιάς, ενσάρκωση του νόμου (έμψυχος νόμος). Ακολουθούν οι πολιτικοί νόμοι, οι οποίοι αντλούν έμπνευση από το κλασσικό ελληνικό δίκαιο. 2) Του αιγυπτιακού, το οποίο επέζησε παραμένοντας σε ισχύ. Σήμερα διαθέτουμε μεγάλο αριθμό συμβολαιογραφικών πράξεων στην αιγυπτιακή δημοτική γλώσσα, καθώς και αποσπάσματα νόμων. Το αιγυπτιακό δίκαιο διέφερε σε πολλά σημεία έναντι του αντίστοιχου ελληνικού: ως προς τον αριθμό των μαρτύρων στη σύναψη συμβολαίων, ως προς την τέλεση του γάμου, ως προς το είδος των πωλήσεων. Μια από τις πιο εμφανείς διαφορές αφορούσε το καθεστώς των γυναικών, οι οποίες, με γνώμονα το αιγυπτιακό δίκαιο, απολάμβαναν δικαιοπρακτικής ικανότητας.

Συνεπώς, τα δύο δίκαια, ελληνικό και αιγυπτιακό, φαίνεται πως αντιπαραβλήθηκαν, γεγονός που μαρτυρεί και η λειτουργία δύο ειδών δικαστηρίων, εκείνων των χρηματιστών, που λειτουργούσαν βάσει του ελληνικού δικαίου και εκείνων των λαοκριτών, τα οποία έκαναν χρήση του αιγυπτιακού. Υποθέτουμε πως η κατανομή των υποθέσεων ήταν αντίστοιχη εφόσον αφορούσε αμιγείς περιπτώσεις. Τί συνέβαινε όμως με τις μεικτές; Το ελληνικό δίκαιο υπερτερούσε του αιγυπτιακού; Κάθε άλλο! Σε ανάλογες περιπτώσεις γινόταν ταυτόχρονα επίκληση αμφοτέρων των δικαίων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενώπιον του δικαστηρίου των χρηματιστών ενός Έλληνα, ονόματι Ερμία, εναντίον μιας ομάδας Αιγυπτίων ιερέων, των χοαχυτών, σχετικά με την ιδιοκτησία μιας οικίας στις Θήβες, μεταξύ των ετών 126 και 117 π.Χ. Ο συνήγορος του Ερμία αντλησε στοιχεία τόσο από το ελληνικό όσο και από το αιγυπτιακό δίκαιο, δίνοντας την αίσθηση περί λειτουργίας ενός μεικτού δικαίου. Ωστόσο, το κράτος θέλησε να αποφύγει μια εξέλιξη του είδους αυτού. Ένα χρόνο αργότερα, ο Πτολεμαίος Η΄ Ευεργέτης Β΄ Φύσκων (182-116 π.Χ.) αποφάσισε ότι το αντικειμενικό εκείνο κριτήριο, το οποίο θα όριζε στο εξής την επιλογή του δικαστηρίου, θα ήταν η γλώσσα του εγγράφου (πράξης ή συμβολαίου). Παρά ταύτα, υποθέσεις σαν αυτή του Ερμία, όπου ένας Έλληνας έκανε επίκληση του αιγυπτιακού δικαίου ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου, αποδεικνύουν πως υπήρξε μια ισχυρή τάση προς τη συγχώνευση, ειδικότερα σε περιπτώσεις που αναφέρονταν στο καθεστώς των γυναικών.

Η συνύπαρξη με τους Έλληνες μεταμόρφωσε σε βάθος την αιγυπτιακή κοινωνία. Οι πρώτοι εισήγαγαν άγνωστες μέχρι τότε τεχνικές στον τομέα της υφαντουργίας, της κεραμικής και της υαλουργίας. Επί των ημερών των Πτολεμαίων η Αίγυπτος εισήλθε επιτέλους στην εποχή του σιδήρου. Ακόμα και τα χαμηλά στώματα της κοινωνίας ντύνονταν όπως οι Έλληνες. Η οικονομία αναβαθμίστηκε καθώς από στατική μετασχηματίστηκε σε εξελισσόμενη. Η, έστω και με αργούς ρυθμούς, εισαγωγή του νομίσματος χάρη στην επιμονή της εξουσίας, λειτούργησε σε βάθος. Κομβικοί κλάδοι της οικονομίας υιοθέτησαν τις ήδη εφαρμοσμένες στο πεδίο αρχές των ελληνικών πόλεων του 4ου αιώνα: τράπεζες, αγροκτήματα, μονοπώλιο, φορολογία. Είμαστε μάρτυρες μιας εκτίναξης ανευ προηγουμένου τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού εμπορίου.

Πράγματι, τον 3ο αιώνα π.Χ. η Αίγυπτος εισήλθε δυναμικά στον δρόμο της ανάπτυξης. Η κατανομή, ωστόσο, των καρπών υπήρξε άνισομερής. Η ευθύνη δεν βαραίνει την εξουσία. Βαραίνει τον αυθόρμητο τρόπο κατανομής της εργασίας. Στους Έλληνες αναλογούσαν οι νέοι και δυναμικοί τομείς. Στους Αιγύπτιους, σε μεγάλο ποσοστό, οι παραδοσιακοί τομείς, συνδεδεμένοι με την απόδοση της γης. Ναι μεν η αγροτική οικονομία εξελίχθηκε με τη σειρά της χάρη σε καινούργιες καλλιέργειες και την αξιοποίηση νέων γαιών, όμως κερδισμένοι δεν βγήκαν οι ντόπιοι αγρότες. Ανισότητες εντοπίζονται και μεταξύ των ιδίων των Αιγυπτίων. Οι τοπικές ελίτ ελληνοποιήθηκαν γνωρίζοντας μια κοινωνική ανέλιξη. Πρόκειται όμως για ένα μάλλον περιθωριακό φαινόμενο από στατιστικής πλευράς, το οποίο δεν εξελίχθηκε σε κάποιου είδους πρόσμειξη. Στην πραγματικότητα είμαστε μάρτυρες μιας απλής μετάβασης από μια παιδεία σε μια άλλη. Όσο δε για τον Αιγύπτιο αγρότη, η κατάστασή του επιδεινώθηκε καθώς τον επιβάρυναν ολοένα και περισσότεροι φόροι. Αντίθετα, οι συνθήκες διαβίωσης των ιερέων βελτιώθηκαν. Ναι μεν οι Πτολεμαίοι επιχείρησαν να περιορίσουν την οικονομική ισχύ και την ανεξαρτησία των ναών, στην πορεία ωστόσο, ειδικότερα από τον 2ο αιώνα π.Χ. και μετά, μπροστά στην εξασθένηση της βασιλικής εξουσίας, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την υποστήριξη των ιερέων προβαίνοντας σε παραχωρήσεις.

Όλες αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν στο κεντρικό ζήτημα, εκείνο των σχέσεων ανάμεσα στους Έλληνες και τους Αιγύπτιους. Περί τίνος τελικά πρόκειται; Ειρηνική συνύπαρξη, αδιαφορία, απαξίωση ή αντιπαλότητα; Στο αρχειακό υλικό σπανίζουν οι περιπτώσεις αδιαφορίας και ειρηνικής συνύπαρξης. Αλλού, εντοπίζει κανείς όχι τόσο αντιπαλότητα όσο περιφρόνηση των Ελλήνων έναντι των Αιγυπτίων.

Υπάρχουν και κείμενα όπου αποτυπώνονται τα συναισθήματα των Αιγυπτίων έναντι των Ελλήνων. Ψήγματα περιφρόνησης, αντίστροφα τη φορά αυτή, εντοπίζονται κι εδώ, καθότι οι Αιγύπτιοι είχαν απόλυτη συναίσθηση του γεγονότος ότι ο δικός τους πολιτισμός ήταν αρχαιότερος εκείνου των Ελλήνων. Επιπροσθέτως, ζούσαν στον δικό τους τόπο, ενώ οι Έλληνες ήταν ξενόφερτοι. Περιστατικά αντιπαλότητας δεν εκλείπουν ούτε από εδώ. Χαρακτηριστικό κριτήριο αποτελούν οι εξεγέρσεις, κατάσταση η οποία μονοπώλησε κυρίως στην Άνω Αίγυπτο τον 2ο αιώνα π.Χ., σχεδόν στο σύνολό του (απόσχιση της Μέμφιδας μεταξύ 205 και 185 π.Χ., αγροτικές εξεγέρσεις των ετών 165-118). Δεν πρόκειται, ωστόσο, για ενδοεθνικές συγκρούσεις όσο για διαμαρτυρίες αγροτών εξαιτίας της βαριάς φορολογίας που δεν τους άφηνε πολλά περιθώρια ειρηνικής αντίδρασης.

Εν κατακλείδι, στο ποσοστό που ο εξελληνισμός και η απόρριψή του αφενός, οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων αφετέρου, αποτελούν ένα πραγματικό και ιδιαίτερα πολύπλοκο πρόβλημα, σε βαθμό που να μη δύναται κανείς να δώσει μια ευκρινή και κατηγορηματική απάντηση, την εποχή εκείνη κατά κανένα τρόπο δεν επισκίαζε την καθημερινότητα των μεν και των δε. Το πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα της ΠτολεμαϊκήΑιγύπτου απέρρεε από το σύστημα που η βασιλική εξουσία είχε επιβάλει προκειμένου να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τη χώρα παράγοντας πλούτο αποκλειστικά και μόνο για δικό της όφελος.

The Rise and Fall of Ptolemaic Egypt: The Story of Alexander to Cleopatra (332 BC – 30 BC)

Το παρόν κείμενο με τίτλο «Grecs et Égyptiens dans l’Égypte lagide: hellénisation et résistance à l’Hellénisme» δημοσιεύτηκε στον τόμο Entre Égypte et Grèce, Actes du 5ème colloque de la Villa Kérylos à Beaulieu-sur-Mer du 6 au 9 octobre 1994, Paris, Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 1995. σ.σ. 68-81. (Cahiers de la Villa Kérylos, 5)

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Avatar photo
Jean Ducat

Ο Jean Ducat (1933-2024), Αρχαιολόγος, διετέλεσε μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών (1960-1963) και εν συνεχεία Καθηγητής Αρχαίας Eλληνικής Iστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νίκαιας (Γαλλία), όπου και αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας.

Άρθρα: 1