Isabella d’Este, η «Δέκατη Μούσα»

Η Isabella d’Este ανήκει σίγουρα στα πιο λαμπρά κεφάλαια της τέχνης της Αναγέννησης: μια γυναίκα σύμβολο πρωτοποριακής αντίληψης για τον καθοριστικό ρόλο της τέχνης στην εξουσία και πολιτική της εποχής, που αυτοπροσδιορίστηκε κυρίως μέσω της δημιουργίας του studiolo της. Επρόκειτο για ένα λαμπρό προσωπικό χώρο στο Palazzo Ducale της Μάντοβας, που περιείχε ό,τι πιο πολύτιμο και σπουδαίο μπορούσε να συλλέξει κανείς από την καλλιτεχνική παραγωγή της εποχής. Σήμερα, ωστόσο, ό,τι σώζεται από το περιεχόμενό του βρίσκεται διάσπαρτο σε μεγάλα μουσεία του κόσμου και συλλογές. Τα τελευταία χρόνια με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας έγινε μια σημαντική προσπάθεια αναπαράστασής του με εντυπωσιακά αποτελέσματα (Εικόνα 1).1

The Virtual Studiolo

Ας μεταφερθούμε καταρχήν στην Ιταλία της Αναγέννησης, στη Φεράρα των Δουκών Ντ’Έστε, με το τρομερό κοκκινωπό τεράστιο κάστρο τους να δεσπόζει με τέσσερις αγέρωχους πύργους στις γωνίες του, με την τάφρο, κρεμαστές γέφυρες και στη Mantova, στο περίφημο Palazzo Ducale της, ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα στην Ευρώπη, έδρα της οικογένειας Bonacolsi και Gonzaga (π. 34.000 τ.μ., 500 δωμάτια – Εικόνα 2). Ας φανταστούμε τους τρομερούς ηγεμόνες τους, σκληρούς όσο οι Μαλατέστα στο Urbino και μεγαλοπρεπείς όσο οι Μέδικοι της Φλωρεντίας: λαμπρές γιορτές, αγάπη για την καλλιτεχνία, τον πλούτο τους, τις συλλογές τους και το πέρασμα από την αυλή τους τόσων ουμανιστών, ποιητών, τον μεγαλοπρεπή Αριόστο και τον τυρρανισμένο Τάσσο και τόσων άλλων. Κοντοτιέροι, με πανοπλίες πολέμου, μεγιστάνες, με μεταξωτά ενδύματα τελετών, εκδικητικοί και μαζί τρυφεροί και φιλότεχνοι, εκτιμούσαν το ίδιο ένα σκαλιστό εγχειρίδιο κι ένα φιλντισένιο αγαλματάκι Παναγίας.2

Ανάμεσα στα δύο αυτά κέντρα έζησε η Ισαβέλλα Ντ’Έστε, η πρώτη γυναίκα στην εποχή της, illustrissima et excellentissima Signora: ο ποιητής Αριόστο την ονόμασε «ελεύθερη και μεγαλόψυχη Ισαβέλλα» και ο συγγραφέας Matteo Bandello την περιέγραψε ως «εξεχουσα – η πιο ξεχωριστή μεταξύ των γυναικών». Ο διπλωμάτης Niccolò da Correggio πήγε πιο πέρα, χαιρετίζοντάς την ως «Δέκατη Μούσα» και «Πρώτη Κυρία του Κόσμου», ενώ για τον Pietro Bembo ήταν «η πιο σοφή και τυχερή γυναίκα».3

Η Ισαβέλλα ήταν σίγουρα η πιο ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, η πιο σπουδαία γυναίκα-συλλέκτης, προστάτης των τεχνών, ιδιαίτερα της μουσικής και ζωγραφικής, αλλά επίσης προικισμένη ηγεμόνας. Στην ιστορία αντιμετωπίστηκε συνήθως σαν το γυναικείο παράλληλο του «αναγεννησιακού άνδρα»: σαν ένας θηλυκός Leonardo Da Vinci, Michelangelo Buonaroti, Niccolo Machiavelli, όπου οι αρετές και τα δυνατά της σημεία προβάλλονταν πάντα σε αντιπαράθεση με τα ανδρικά πρότυπα. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που διέθετε τη γνώση και είχε τις οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες να επιβιώσει και να καθιερωθεί σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.

Η Isabella d’Este (1474-1539), κόρη του Ercole I d’Este, Δούκα της Φεράρα και της Ελεονόρας της Αραγόνας, πριγκίπισσας της Νάπολης, προερχόταν από μια από τις παλιότερες και ισχυρότερες δυναστείες της Ιταλίας. Εγκαταστάθηκε στη Μάντοβα το 1490 ως σύζυγος του Francesco II Gonzaga (1460-1519) όπου έζησε ως Marchesa για 49 χρόνια.

Ανατράφηκε στην αυλή του πατέρα της με πραγματικά ουμανιστική παιδεία: παρακολούθησε μαθήματα αρχαίων ελληνικών, λατινικών, αστρονομίας. Λάτρεψε την αρχαία τέχνη, χωρίς αυτό να την εμποδίζει να αγαπά και να υποστηρίζει την τέχνη της εποχής της. Της άρεσε να σχεδιάζει τα φορέματά της, να δημιουργεί τα αρώματά της, χόρευε και έπαιζε λαούτο. Δημιούργησε μια προσωπικότητα ξεχωριστή που τη γνωρίζουμε χάρη στις τέχνες και κυρίως χάρη στην πλούσια αλληλογραφία της που διασώθηκε, διατηρώντας την εξαιρετικά «ζωντανή» ανά τους αιώνες.

Η Ισαβέλλα μεγάλωσε στη Φεράρα σε στενή επαφή με μουσικούς, επιστήμονες, αυλικούς, λόγιους και σπουδαίους ουμανιστές, όπως τον Battista Guarino da Verona που την εκπαίδευσε να κυβερνήσει δίπλα στον Francesco Gonzaga. Ο γάμος τους αποφασίστηκε το 1480 όταν η Ισαβέλλα ήταν μόλις έξι ετών και ο αρραβωνιαστικός της δεκατεσσάρων. Για να τους προετοιμάσουν για έναν αρμονικό γάμο οι οικογένειές τους καλλιέργησαν τη γνωριμία τους με επισκέψεις και αλληλογραφία. Σύγχρονοι της εποχής περιγράφουν την Ισαβέλλα σαν ένα έξυπνο, λαμπερό και ανήσυχο πλάσμα, κοινωνικό, που διασκέδαζε τους καλεσμένους με τον χορό της, όλο στιλ και χάρη, ασυνήθιστα για ένα κορίτσι αυτής της ηλικίας. Οι δάσκαλοί της (Jacopo Gallino) επαινούσαν τη μνήμη της, τη φιλομάθειά της, στα Λατινικά, αρχαία Ελληνικά, στα ιπποτικά μυθιστορήματα, αλλά και τις ικανότητές της στην ιππασία, στα χαρτιά κ.ά. Στην εποχή της βρίσκονταν στη Φεράρα δύο σπουδαίοι αναννεωτές της ποίησης ηρωικών κατορθωμάτων: ο Matteo Maria Boiardo, που αφιέρωσε στον πατέρα της τον Orlando inamorato και ο Ludovico Ariosto, που αφιέρωσε στον αδελφό της Ippolito τονOrlando furioso.

Ήταν μια γυναίκα με ισχυρό χαρακτήρα που ήξερε να διεκδικεί και να επιβάλει τη θέλησή της. Φαίνεται ότι είχε μια αρμονική σχέση, ένα είδος αλληλοεκτίμησης με τον σύζυγό της, ο οποίος υποστήριζε ότι «ντρεπόταν να έχει μια γυναίκα που θέλει να κάνει μόνο ό,τι βάζει στο μυαλό της», κάτι που η Ισαβέλλα προτιμούσε να εκλαμβάνει σαν κομπλιμέντο.

Όταν ο Φραντσέσκο έλειπε ώς κοντοτιέρος σε μάχες, αλλά και κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του από τους Βενετούς (1509-1510), η Ισαβέλλα τον αντικαθιστούσε στη διακυβέρνηση στη Μάντοβα με δεξιοτεχνική διπλωματία και διοικητικές ικανότητες. Πραγματίστρια, με κρίση, δικαιοσύνη σε εμπορικές συναλλαγές, ήταν ικανότατη πρέσβειρα για τους Este, Sforza, Gonzaga. 

Ο Φραντσέσκο πέθανε το 1519 μετά από μακροχρόνια ταλαιπωρία (από το 1496) από σύφιλη. Τότε η Ισαβέλλα μετέφερε τα διαμερίσματά της σε μια λιγότερο κεντρική θέση στο παλάτι, στην Corte Vecchia, και ανέλαβε την κηδεμονία του γιου της Federico.

Από τα οκτώ παιδιά της επέζησαν τα έξι. Με τους γάμους ή τη σταδιοδρομία τους στερέωσαν πολιτικά τον οίκο των Este στην Ιταλία τοποθετώντας τον στο επίκεντρο των  δραματικών εξελίξεων κατά τον 16ο αιώνα.

Το 1527 βρέθηκε στην περίφημη «Σφαγή της Ρώμης» (Εικόνα 4) από τα στρατεύματα του Καρόλου του 5ου με τον οποίο συνέπραττε ο άλλος γιος της, ο Ferrante. Η Ισαβέλλα οχυρώθηκε στο παλάτι της ισχυρής οικογένειας Colonna (Piazza Santi Apostoli), προσέφερε καταφύγιο και βοήθεια σε όσους μπορούσε (πάνω από χίλιους) και με τον τρόπο αυτό διέφυγε μια από τις πιο τρομερές καταστροφικές επιθέσεις που έγιναν ποτέ.

H Ισαβέλλα επιθυμούσε να γνωρίσει άλλους τόπους και ταξίδεψε πολύ στη ζωή της κυρίως μέσα στην Ιταλία. Τα καλοκαίρια τα περνούσε συχνά κοντά στη λίμνη Garda. Ταξίδεψε στο Μιλάνο, πολλές φορές στη Βενετία, στην Προβηγκία, στη Νάπολη, στη Ρώμη (1525-27).

Η πιο κοντινή και αγαπημένη της φίλη ήταν η κουνιάδα της Elisabetta Gonzaga, δούκισσα του Urbino (σύζυγος του Guidobaldo da Montefeltro) αλλά και η Emilia Pia da Capri – και οι δύο απαθανατίστηκαν το 1528 στο βιβλίο του Baldassare Castiglione Il Cortigiano (Το βιβλίο του Αυλικού), που αναφέρεται στον ιδανικό αυλικό, ή την κυρία της αυλής, άξιους να συμβουλεύουν έναν ηγέτη.

Η Ισαβέλλα ποτέ σχεδόν δεν παραιτήθηκε από την πολιτική και κοινωνική ζωή. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε τακτοποιώντας υποθέσεις της, οικογενειακά προβλήματα και αναζητώντας πάντα ωραία πράγματα, ενώ η υγεία της σταδιακά χειροτέρευε. Πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1539 στη Μάντοβα έχοντας κοντά τον γιο της Federico, o οποίος την ακολούθησε έναν χρόνο αργότερα.

Η Ισαβέλλα Ντ’Εστε είχε αδιαμφισβήτητα προσόντα και ενδιαφέρον για την πολιτική, τη διακυβέρνηση και την κοινωνική ζωή της εποχής της, όμως έμεινε στην ιστορία κυρίως ως μέγας πάτρωνας των τεχνών και συλλέκτης. Η δυναμική της προσωπικότητα αναδύεται ζωντανά από την αλληλογραφία της με συγγενικά της κυρίως πρόσωπα, που ξεπερνάει τις 28.000 επιστολές και αντίγραφα αυτών που υπαγόρευε στους γραμματείς της (copialettere), υλικό που καλύπτει 50 περίπου χρόνια. Πρόκειται σχεδόν για ένα ημερολόγιο, από όπου αναδύονται απίθανες ιστορίες, περιγράφονται συχνά τελετές, εορτασμοί, θεατρικές παραστάσεις, πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την ίδια και την εποχή της.4

Από την αλληλογραφία της φαίνεται ότι ξόδεψε για δεκαετίες πολλή προσπάθεια και χρήματα για να φτιάξει τη σπουδαία της συλλογή έργων τέχνης, πίνακες, αρχαιότητες και βιβλία που εξέθεσε στο στουντιόλο της, έναν χώρο ειδικά σχεδιασμένο γι’ αυτά.5 Πρότυπα για την Ισαβέλλα ήταν σίγουρα studioli σε σύγχρονα παλάτια σπουδαίων ηγεμόνων, όπως του Federico da Montefeltro στο Urbino και στο Gubbio, διακοσμημένο το πρώτο κυρίως με πορτρέτα επιφανών ανδρών και το δεύτερο με θαυμάσια ιντάρσια (ξύλινους ένθετους πίνακες), ή ακόμη του θείου της Leonello d’Este στο Palazzo Belfiore στη Φεράρα. Καμία όμως γυναίκα ή άνδρας ‘προστάτης των τεχνών’ έως τότε δεν είχε δημιουργήσει ένα τόσο μοναδικά συγκροτημένο σύνολο, βασισμένο σε ένα όραμα με τόσο σαφή προσωπική σφραγίδα: στοχευμένη επιλογή θεμάτων και εξαιρετική ποιότητα των έργων, από τους καλύτερους δημιουργούς στην εποχή της.

To στουντιόλο ξεκίνησε το 1495, λίγο μετά τον γάμο της, μαζί με ένα πρόγραμμα διακόσμησης των διαμερισμάτων της στο Castello di San Giorgio, τμήμα του Palazzo Ducale της Μάντοβα, τα οποία περιλάμβαναν αίθουσα υποδοχής -Camera dei Armi- κρεβατοκάμαρα, παρεκκλήσι, λουτρό και δύο δωμάτια (camerini) για βιβλία, πίνακες αρχαιότητες και άλλα πολυτελή αντικείμενα. Αυτοί οι δύο χώροι μαζί, σε δύο επίπεδα, με μια στενή σκάλα να οδηγεί στο κάτω, στη grotta (σπηλιά), αποτελούσαν το περίφημο στουντιόλο της. Ήταν ένας χώρος όπου μπορούσε να αποσυρθεί για να μελετήσει, κυρίως να δεχθεί υψηλούς σημαντικούς καλεσμένους επισκέπτες για να επιδείξει τον πλούτο και τη σπανιότητα των συλλογών της. Οι σύγχρονοί της τον περιγράφουν ως έναν locus amoenus (χώρος χλοερός-ευχάριστος) όπου μπορούσαν να παίξουν και να ακούσουν μουσική, να συζητήσουν cose amorose, μια έκφραση προσωπικής καλλιέργειας, γούστου, παιδείας και δύναμης.6

Η Ισαβέλλα φιλοδοξούσε να συγκεντρώσει στο στουντιόλο της έργα από τους καλύτερους ζωγράφους της εποχής της. Από την αλληλογραφία της φαίνεται ότι οι απαιτήσεις της, οι επιλογές θέματος, οι απόψεις της για τον φωτισμό, το μέγεθος των μορφών μαζί με αλλαγές γνώμης, δημιουργούσαν δυσκολίες για τους καλλιτέχνες έως και αρνήσεις συνεργασίας. Έτσι, όταν το 1496 η Ισαβέλλα προσέγγισε τον Giovanni Bellini, τελικά ο ζωγράφος δεν ανταποκρίθηκε, καθώς αντί για αλληγορικό ζωγράφισε ένα θρησκευτικό θέμα. Δεν πρόλαβε να παραγγείλει πίνακες στον Giorgione που πέθανε πριν προλάβει την προσφορά της. Ο Botticelli ήταν διαθέσιμος, όμως ακολουθώντας τις συμβουλές των Gian Cristoforo Romano και Lorenzo da Pavia τον αρνήθηκε και προτίμησε τον Perugino, στον οποίο απευθύνθηκε το 1497, αλλά και αυτός υπέγραψε συμβόλαιο μαζί της πέντε χρόνια αργότερα.7

Ήταν λοιπόν φυσικό να στραφεί προς τον Andrea Mantegna (1431-1506), που συνδεόταν με τους Gonzaga καθώς είχε ζωγραφήσει για τον Francesco Gonzaga (1466-1519) τη σειρά εννιά πινάκων με τον Θρίαμβο του Καίσαρα (π. 1484), έργο που προοριζόταν για τον διάκοσμο ή τη σκηνική επένδυση κάποιου θεάτρου στην αυλή του (σήμερα στο Hampton Court Palace στο Λονδίνο).8

Το πρώτο έργο που απέκτησε η Ισαβέλλα το 1497 ήταν ο περίφημος ΠαρνασσόςMartee Venere) του Andrea Mantegna σε θέμα του ποιητή Paride da Ceresara. Ο Mantegna ήταν ο πρώτος ζωγράφος που μελέτησε συστηματικά αρχαία έργα, ενσωματώνοντας στη ζωγραφική του αναφορές σε έργα και μνημεία της αρχαιότητας. Στον Παρνασσό (Εικόνα 5) ο Mantegna χρησιμοποίησε παραλλαγμένο9 για τις Μούσες που χορεύουν ένα αρχαίο πρότυπο, τις Μούσες από το Τέμενος της Σαμοθράκης, γνωστό από σχέδιο του Κυριακού από την Ανκόνα. Στην πρώτη αριστερά θέλουν να αναγνωρίζουν την ίδια την Ισαβέλλα, την «Δέκατη Μούσα», όπως την αποκαλούσαν. Το αρχικό έργο με τέμπερα ζήτησε η Ισαβέλλα να γίνει ελαιογραφία και κάποια σημεία του περάστηκαν με λάδι -κυρίως στην περιοχή των κεφαλιών.

Ο Mantegna ζωγράφισε την ίδια εποχή τον δεύτερο πίνακα για το στουντιόλο της Ισαβέλλας, τον πίνακα, Η Αθηνά διώχνει τα αμαρτήματα από τον κήπο της Αρετής ή Η Μάχη της Κακίας και της Αρετής (Minerva scaccia I vizi dal giardino della Virtu – Εικόνα 6), χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιο ποιόν από τους δύο τελείωσε πρώτα.

Ο επόμενος πίνακας για το στουντιόλο ήταν ένα λογοτεχνικό θέμα, η παραγγελία μιας τέμπερας στον Pietro Perugino (1445/50-1523), Η μάχη Αγνότητας και Ηδονής (Battaglia della Castita con Lascivia – Εικόνα 7). Η παραγγελία δόθηκε το 1503 και το έργο παραδόθηκε με διάφορες διαφωνίες και καθυστερήσεις το 1505. Στην αλληλογραφία της Ισαβέλλας με τον Perugino διακρίνονται οι δυσκολίες μεταξύ τους, οι συνεχείς επεμβάσεις της που συνεχίστηκαν ακόμη και στην παράδοση το 1505, όταν του είπε ότι θα προτιμούσε να είχε γίνει με λάδι, παρά το γεγονός ότι είχε συμφωνήσει για τέμπερα ώστε να ταιριάζει με τα έργα του Mantegna. H πληρωμή ήταν χαμηλή, μόνον 100 δουκάτα.

H Ισαβέλλα κουρασμένη από τις δυσκολίες που συναντούσε να προσεγγίσει τους σπουδαιότερους ζωγράφους της εποχής της, μετρίασε τις απαιτήσεις της και απευθύνθηκε σε λιγότερο γνωστούς καλλιτέχνες. Έτσι, μετά τον θάνατο του Mantegna το 1506 στράφηκε στον διάδοχό του στην αυλή της Μάντοβα, τον Lorenzo Costa (1460-1535) και συμφώνησε μαζί του δύο πίνακες, το 1504 τη Στέψη (Coronazione– Εικόνα 8) και το 1509-1510 το έργο Comus (Κώμος ή η βασιλεία του ΚώμουΕικόνα 9) που δημιουργήθηκε από ημιτελές σχέδιο που άφησε ο Mantegna με θέμα επίσης από τον Paride da Ceresara.10 Ολοκληρώθηκε έτσι ο διάκοσμος στους τοίχους στουντιόλο της περιόδου με πέντε μεγάλα έργα.

Το 1519 πέθανε ο σύζυγος της Ισαβέλλας και τον διαδέχθηκε ο γιος τους Federico Gonzaga (1500-1540). Τότε η Ισαβέλλα αποφάσισε να μεταφέρει τα διαμερίσματά της και το στουντιόλο σε ένα άλλο σημείο του Castello San Giorgio γνωστό ως Corte Vecchia, που χτίστηκε από τον δουκικό αρχιτέκτονα Battista Covo. Κατά τα τέλη του 1522 ήταν έτοιμα και η Ισαβέλλα παρακολουθούσε τις εργασίες στο στουντιόλο τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο από τη Φεράρα (πληροφορίες από επιστολές στον Carlo Ghisi).11 Το νέο στουντιόλο περιλάμβανε μια «Nuova Grotta» («νέο Σπήλαιο») και έναν «μυστικό κήπο», που ολοκληρώθηκε το 1522 διακοσμημένο με ιωνικούς κίονες. Το δάπεδο ήταν στρωμένο με πολύχρωμα πλακάκια από το εργαστήριο του Antonio Fedeli da Pesaro (σήμερα διάσπαρτα σε διάφορα μουσεία και συλλογές), τα οποία αρχικά είχε αγοράσει ο Francesco για την κατοικία του στο Marmirolo, o οποίος πούλησε όσα περίσσεψαν στη σύζυγό του.12 Μεταξύ 1522 και 1524 προστέθηκαν στο στουντιόλο δύο μαρμάρινα θυρώματα, ένα του Gian Cristoforo Romano με ανάγλυφα tondi και πολύχρωμα μάρμαρα στην είσοδο και ένα  ακόμη του γλύπτη Tullio Lombardo που οδηγούσε προς το σπήλαιο. Στο σπήλαιο μεταφέρθηκε η παλιά επένδυση από ξύλινα ιντάρσια, που είχαν κατασκευαστεί το 1506 από τους Paolo και Antonio della Mola.13

Όλα αυτά, πλακάκια, ιντάρσια, κατάκοσμη επίχρυση οροφή, μαζί με τα έργα, τα αρχαία γλυπτά, αλλά και γλυπτά all’antica, cameos, μετάλλια, τη συλλογή βιβλίων, πολύτιμα μικροαντικείμενα (περιεχόμενο cabinet des curiosités), δημιουργούσαν έναν υποβλητικό χώρο, όπου τον συμβολικό χαρακτήρα του υπογράμμιζαν διάφορα αινιγματικά συμπιλήματα, μονογράμματα, ρητά και λογοπαίγνια σε διάφορα σημεία του και όχι μόνο. Χαρακτηριστικός ήταν ο αριθμός 27, XXVII, venti sette (vinte-siyte), που διαβαζόταν vincere le frecce (να γλυτώσουμε από τα βέλη) ως σφραγίδα της σε πιάτα, σερβίτσια, μαγιόλικες (Εικόνα 10) ή το Nec Spe Nec Metu (χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο) από τον Seneca.14 Ιδιαίτερα το ρητό Tempiepausa, σύμβολο παύσης-σιωπής, απομόνωσης, στον διάκοσμο της οροφής στον χώρο όπου έπαιζε μουσική (Εικόνα 11), άκουγε μουσική, στο ιδιωτικό της σύμπαν, χρησιμοποιήθηκε εμμονικά και έγινε το logo της σε πιάτα, σερβίτσια, μαγιόλικες, ρούχα. Όλα αυτά αποκάλυπταν την εικόνα της Ισαβέλλας, μιας γυναίκας με σημαντική παιδεία, αγάπη σε γλωσσικά ευρήματα, φαντασία και ευφυία, ευαισθησίες και ηγεμονικό γούστο.

Τo 1525 ταξίδεψε στην Πάρμα όπου στην αυλή του γιου της Federico συναντήθηκε πιθανότατα με τον Correggio, ο οποίος είχε στο μεταξύ σπουδαίες παραγγελίες (βλ. τοιχογραφίες του στο Duomo στην Parma) και ήταν περιζήτητος. Έτσι το 1529-30 η Ισαβέλλα παρήγγειλε στον Correggio τις δύο τελευταίες αλληγορίες για το στουντιόλο της, την Αλληγορία της Σοφίας ή Θρίαμβο της Αρετής (Allegoria della Sapienza/Trionfo dell Virtu –Εικόνα 12) και την Αλληγορία των παθών της ψυχής ή Αλληγορία της αμαρτίας (Allegoria delle passioni dell’anima/Allegoria del Vizio – Εικόνα 13).15 Σε μια απογραφή από το 1542, διαφαίνεται ότι οι πίνακες και τα αντικείμενα ήταν τοποθετημένα πολύ πυκνά μεταξύ τους, με βάση αρχές αρμονίας και συμμετρίας.

Τελικά, κατά την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης του το νέο στουντιόλο (1522-30) είχε στους τοίχους του επτά μεγάλους μυθολογικούς πίνακες (σήμερα βρίσκονται στο Λούβρο), έργα των Andrea Mantegna, Lorenzo Costa, Pietro Perugino, και (μετά τη μετατόπιση των διαμερισμάτων σε άλλη πτέρυγα το 1519) Antonio Allegri da Correggio.

Εκτός από τους πίνακες στο στουντιόλο, σημαντικοί καλλιτέχνες πραγματοποίησαν ή συνδέθηκαν με τη δημιουργία πορτρέτου της Ισαβέλλας.

To 1500-1501 η Ισαβέλλα πλησίασε τον Leonardo da Vinci για ένα πορτρέτο της που σώζεται σε ένα σχέδιο με σανγκίνα στο Λούβρο. Αποδίδεται προφίλ προς τα δεξιά σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά της σε μια χειρονομία που συνηθίζεται σε ηγεμόνες (Εικόνα 14). Από το έργο σώζεται ένα προσχέδιο στην Οξφόρδη, στο Ashmolean Museum, ενώ έχουν προσέξει τις ομοιότητες με την Τζοκόντα (Εικόνα 15), στο σταύρωμα των χεριών, στο ένδυμα, προτείνοντας μια ενδεχόμενη απεικόνιση της Ισαβέλλας.16

Εκτός από το σχέδιο πορτρέτου της Ισαβέλλας στο Λούβρο και την αλληλογραφία μεταξύ τους που του ζητά επίμονα το πορτρέτο της, τη θέση των χεριών, το τοπίο στο πίσω επίπεδο της Τζοκόντα που θυμίζει τη γενέτειρα της Ισαβέλλας, στο αντίγραφο της Τζοκόντα που βρίσκεται στο Πράντο φαίνεται καλύτερα η κόμμωση που ταιριάζει με αυτή σε μετάλλια (βλ. Gian Cristoforo Romano – Εικόνα 16). H επιφύλαξη για τη σύνδεση με τη Τζοκόντα στο Λούβρο ήταν ότι η Ισαβέλλα πρέπει να ήταν ξανθή, σύμφωνα με το πιο διαδεδομένο πορτρέτο της του Τιτσιάνο σήμερα στη Βιέννη (Isabella in Black). Όμως η ταύτιση αυτού του πορτρέτου με την Ισαβέλλα είναι επίσης αβέβαιη (βλ. παρακάτω, Εικόνα 20).

Στο εμπόριο (μεταξύ Ιταλίας και Ελβετίας /Pesaro και Lugano) η Ιταλική αστυνομία εντόπισε ήδη το 2013 μια ελαιογραφία, ίσως της εποχής της Ισαβέλλας, που αποδίδει το πορτρέτο από τον Leonardo (Εικόνα 17).17 Καθώς αγνοείται η έκβαση της υπόθεσης δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν πρόκειται για πορτρέτο από το χέρι του, που ολοκλήρωνε την παραγγελία της Ισαβέλλας.

Το 1522 η Ισαβέλλα επιθυμώντας δύο νέους πίνακες για το στουντιόλο της ίσως να είχε επισκεφθεί τον Tiziano στη Βενετία, o οποίος το 1523 τελείωσε το πορτρέτο του νεαρού Federico. Πιθανότερο πάντως είναι ότι η Ισαβέλλα τον συνάντησε όταν είχε επισκεφθεί με τον αδελφό της Αλφόνσο το ατελιέ του για να δουν τα μυθολογικά έργα που ετοίμαζε ο ζωγράφος για το στουντιόλο του Αλφόνσο στη Φεράρα. Εκεί πρέπει να θαύμασε την ελαιογραφία του Tiziano (1488-1576), Βακχικό των Ανδρίων ή Οι Άνδριοι (Εικόνα 18), υπογεγραμμένη “TICIANUS F.[aciebat]” που χρονολογείται το 1523-1526, σήμερα στο Μουσείο Πράντο της Μαδρίτης. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται μια παρτιτούρα του Adriaen Willaert (1490-1562), φλαμανδού συνθέτη στην αυλή της Φεράρα με τους στίχους ενός τραγουδιού: Qui boyt et ne reboyt il ne set que boyre soit (Αυτός που πίνει και δεν ξαναπίνει, δεν ξέρει τί θα πει ποτό), που μαρτυρεί πιθανότατα τις μουσικές προτιμήσεις του Αλφόνσο.18

Η σχέση του Tiziano με την αυλή της Μάντοβα στη συνέχεια έγινε τόσο στενή όσο με καμιά άλλη στην Ιταλία.

Τελικά, το 1529 η Ισαβέλλα ζήτησε από τον Tiziano να φτιάξει το πορτρέτο της. Ωστόσο δεν έμεινε ευχαριστημένη, καθώς σε αυτό υπήρχαν σημάδια της φοβερής εμπειρίας από την καταστροφή της Λεηλασίας της Ρώμης το 1527, καθώς και σημάδια της περασμένης πια ηλικίας της. Δεν ήθελε να τη θυμούνται έτσι. Γι’αυτό του ζήτησε να τη ζωγραφίσει όπως ήταν 20 χρόνια πριν, όταν κυβερνούσε τις τύχες της Μάντοβα, τότε που ο σύζυγός της ήταν φυλακισμένος από τους Βενετούς (1509-1510). Αυτή ήταν η εικόνα που ήθελε να περάσει στις επόμενες γενιές. Το πρώτο πορτρέτο σώζεται χάρη σε ένα αντίγραφο που έφτιαξε ο Rubens εκατό περίπου χρόνια αργότερα (Εικόνα 19). Το δεύτερο του Tiziano, Η γυναίκα στα μαύρα με balzoστο κεφάλι, του 1534-36 βρίσκεται σήμερα στο Kunsthistorisches Museum της Βιέννης (Isabella in black– Εικόνα 20)και θεωρούν ότι έγινε με βάση ένα πορτρέτο του Francesco Francia το 1511. Παριστάνει μια όμορφη νέα γυναίκα με το χαρακτηριστικό balzo στο κεφάλι, ξανθά σγουρά μαλλιά και ανοιχτόχρωμα μάτια. Παρόλο που η ταύτισή της με την Ισαβέλλα έχει αμφισβητηθεί, είναι το ευρύτερα γνωστό πορτρέτο της.19

Η Ισαβέλλα ομολογούσε ότι είχε μια «εξαιρετική αγάπη για αρχαία έργα» και μιαν ασίγαστη «επιθυμία» για ωραία πράγματα. Και για τα δύο υπήρχαν έμποροι στην εποχή της που ικανοποιούσαν την απληστία της. Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για τις ατελείωτες προσπάθειες που έκανε για να τα αποκτήσει, ξοδεύοντας τεράστια ποσά.

Είχε στην κατοχή της ένα πορτρέτο της Ρωμαίας αυτοκράτειρας Faustina Major που απέκτησε ως πληρωμή για ένα χρέος του Mantegna προς αυτή. Το 1496 είχε ενδιαφερθεί να αγοράσει τον Ερωτιδέα του Michelangelo σαν αρχαίο έργο. Τελικά, το απόκτησε το 1502 όταν πουλήθηκε ως μοντέρνα δημιουργία. Όταν το 1506 ανακαλύφθηκε το περίφημο σύμπλεγμα του Λαοκόοντα στη Ρώμη προσπάθησε να το αγοράσει, αλλά τελικά πέρασε στην ιδιοκτησία του Πάπα και συμβιβάστηκε με δύο αντίγραφά του. H Ισαβέλλα τολμούσε να τοποθετήσει αρχαία και σύγχρονα έργα σε συνομιλία. Στη συλλογή της είχε δίπλα σε αρχαία έργα δημιουργίες χαρακτηριστικές της αρχαιομανίας της εποχής, όπως του Pier Paolo Alari Bonacolsi (π. 1460-1528) με το παρατσούκλι Antiquo (αρχαίος), χάλκινα αγαλμάτια που παραλλάσσουν ή αντιγράφουν σημαντικά αρχαία έργα.20

Στην αλληλογραφία της αποδεικνύεται πρωτοπόρος στη μόδα και στο ντιζάιν: μαρτυρούνται παραγγελίες για υφάσματα από Γαλλία και Βενετία, γάντια από την Ισπανία, κοσμήματα, κρύσταλλα, πορσελάνες, άνθη, ζώνες, εντυπωσιακά κουμπιά, επιστρέφοντας ό,τι δεν ανταποκρινόταν στο γούστο και στις υψηλές προδιαγραφές της για ποιότητα. H σφαιρική capigliara (balzo) στο κεφάλι της στα πορτρέτα του Τιτσιάνο, ήταν ένα είδος υπογραφής της εμφάνισής της που αποτυπωνόταν στις κούκλες Ισαβέλλας από πορσελάνη, στις πρωιμότερες του είδους που κυκλοφορούσαν στην Ευρώπη, μεταδίδοντας το προσωπικό της στιλ, το οποίο αντέγραφαν γυναίκες στην Ιταλία αλλά και στη Γαλλική Αυλή.21 Σε αυτόν τον ιστορικό χώρο και χρόνο μας μεταφέρει το σκηνογραφημένο εσωτερικό του Palazzo Ducale στην πόλη της Sabbioneta (Εικόνα 21), δουκάτο του Vespasiano Gonzaga (1531-1591) του κλάδου των Gonzaga της Μάντοβα, την πιο γνήσια ιδανική πόλη της Αναγέννησης (σύμφωνα με την UNESCO), που -όχι τυχαία- αξιοποιήθηκε στον κινηματογράφο ως αυθεντικό αναγεννησιακό σκηνικό (Bertolucci, I Medici, I promessi Sposi κ.ο.κ.).

Εκτός από τα ρούχα και τα κοσμήματα, η Ισαβέλλα διάλεγε-έφτιαχνε τα αρώματά της και τα καλλυντικά της, καλλιεργώντας τα άνθη και φυτά καθώς και τα ζωικά προϊόντα για τις μάσκες για τα παραπάνω. Επέβλεπε τον σχεδιασμό στις πορσελάνες για τα σερβίτσια, βάζοντας το έμβλημά της σε όλα αυτά- μια υπογραφή copyright που υπογράμμιζε την αυτοπεποίθηση για την υπεροχή της. Η Ισαβέλλα ανήκει στους αναγεννησιακούς πρίγκηπες που μιμούμενοι αρχαίους ηγεμόνες αποτύπωναν τη μορφή τους σε μετάλλια. Το πιο διακοσμημένο με πολύτιμους λίθους από αυτά, έργο του Gian Cristoforo Romano (1465-1512) (βλ. παραπάνω, Εικόνα 16), βρίσκεται στο Kunsthistorisches Museum της Βιέννης (1495-98).

Η οικογένεια Este είχε μια από τις καλύτερες βιβλιοθήκες της εποχής. Η Ισαβέλλα σε όλη της ζωή τη φρόντισε ιδιαίτερα με αγορές (1330 τόμοι περίπου κατά τον θάνατό της), με έργα ελληνικής φιλοσοφίας, κλασικούς λατίνους, Κικέρωνα, Οβίδιο, αλλά και Πλούταρχο, Seneca, Juvenal, Οράτιο κ.ά. Συναναστρεφόταν με συγγραφείς, ποιητές, λόγιους της εποχής, μεταξύ άλλων τον Niccolo da Correggio, Baldassare Castiglione, Bernardo Dovisi da Bibbiena, Ludovico Ariosto κ.ά. Επίσης ενδιαφέρθηκε για μουσικά χειρόγραφα, θεατρικά έργα, ιπποτικά μυθιστορήματα, θρησκευτικά έργα, βίους αγίων, βιογραφίες, και προφητείες, κοσμικά κείμενα των Δάντη, Πετράρχη, Lorenzo di’Medici, Pietro Bembo, κ.ά.

Η γενιά των Gonzaga-Nevers κυβέρνησε έως το 1607 στη Μάντοβα και τελείωσε με τον θάνατο του Vincenzo II, τον τελευταίο απόγονο της δυναστείας. Εκατό χρόνια περίπου μετά τον θάνατο της Ισαβέλλας (1539) διασκορπίστηκε η συλλογή των σπουδαίων πινάκων του στουντιόλο της. Οι πέντε αλληγορίες των Mantegna, Prugino και Costa δωρήθηκαν στον Καρδινάλιο Richelieu για το Chateau du Plessis. Oι δύο αλληγορίες του Correggio μαζί με ένα μεγάλο τμήμα των συλλογών Gonzaga πουλήθηκαν στον Κάρολο Ι της Αγγλίας, για να αποπληρώσει τα χρέη του ο Vicenzo II Gonzaga. Tα έργα αυτά άλλαξαν ιδιοκτήτες έως ότου κατέληξαν στην ιδιοκτησία του Λουδoβίκου XIV και από εκεί πέρασαν στο Λούβρο.

H Isabella d’Este ανήκει στις πιο σημαντικές γυναίκες πάτρωνες της μουσικής στα τέλη του 15ου-16ο αιώνα μαζί με την αδελφή της Beatrice d’Este στο Μιλάνο, την Elisabetta Gonzaga (την κουνιάδα της) στο Urbino και τη Lucrezia Borgia τη νύφη της, σύζυγο του αδελφού της Αλφόνσο, Δούκα της Φεράρα. 

Η Ισαβέλλα ήταν η ίδια προικισμένη μουσικός. Τραγουδούσε και έπαιζε λαούτο, viol, lira da braccio, πληκτροφόρο, αλλά όχι πνευστά. Πνευστά και θρησκευτική μουσική ήταν για τους συζύγους. Στην αλληλογραφία της με τον σπουδαίο κατασκευαστή μουσικών οργάνων Lorenzo da Pavia φαίνεται το ενδιαφέρον της να αποκτήσει σημαντικά καλά όργανα. Επίσης αγόραζε ή δανειζόταν όργανα για μουσικές ανάγκες στην Αυλή της.22

Η ιδιαίτερη σχέση της Ισαβέλλας με τη μουσική διακρίνεται σε θέματα των πινάκων του στουντιόλο που απεικονίζουν μουσικούς, αρχαιοπρεπή συχνά μουσικά όργανα, τα οποία απηχούν ίσως δικές της προτιμήσεις πέρα από τη μόδα της εποχής.

Στον Παρνασσό του Μαντένια ο Απόλλων κάτω αριστερά εικονίζεται να χορδίζει αρχαιοπρεπή λύρα. Στους δύο πίνακες του Costa εικονίζoνται μουσικοί με όργανα: αναγεννησιακό έγχορδο (λίρα) στη Στέψη της Ισαβέλας και στον Κώμο, καθώς και μια αρχαιοπρεπή μικρή άρπα. Αρχαιοπρεπή λύρα παίζει η φτερωτή μορφή επάνω αριστερά στην Αλληγορία της Σοφίας/Θρίαμβος της Αρετής του Correggio, ενώ στην Αλληγορία των παθών της ψυχής/Αλληγορία της αμαρτίας του ίδιου παίζεται μουσική αυλού. Στο ξύλινο ιντάρσιο από την επένδυση έξω από το στουντιόλο απεικονίζονται, εκτός από μια μικρή άρπα και ένα λαούτο, το παλιότερο ίσως Βιργινάλιο (πολυγωνικό πληκτροφόρο, πρόδρομος του τσέμπαλου, σπινέτου) που είχε κατασκευάσει ο Lorenzo da Pavia για την Ισαβέλλα πριν το 1496. Ίσως ταυτίζεται με αυτό που είχε παραγγείλει αρχικά η αδελφή της Beatrice, και μετά τον θάνατό της πέρασε στην Ισαβέλλα, που ήθελε πολύ να το αποκτήσει. Το όργανο αυτό ήταν τοποθετημένο στο στουντιόλο κάτω από τον Παρνασσό του Mantegna, ενώ κάτω από τον άλλο του πίνακα Η Αθηνά διώχνει τα αμαρτήματα από τον κήπο της Αρετής υπήρχε ένα δεύτερο, κατασκευασμένο πάλι από τον Da Pavia (Εικόνα 22).23

Πλήθος πληροφοριών σχετικά με τη μουσική, κυρίως για την Ισαβέλλα, κερδίζουμε από την πλούσια αλληλογραφία της (ιδίως από τα copialettere) με τη Λουκρητία Βοργία.24

Αν και οι δύο γυναίκες, ευγενείς στην καταγωγή σε γειτονικές αυλές, διέφεραν εξαιρετικά στην προσωπικότητα και χαρακτήρα. Η Ισαβέλλα δέσποζε με την αυτοπεποίθηση της καταγωγής της από μια από τις παλιότερες και ισχυρότερες δυναστείες της Ιταλίας, ευφυής, αυταρχική, ηγεμονική με έντονο παρορμητικό χαρακτήρα.

Η Λουκρητία (1480-1519), προερχόταν από μια νεότερη νεόπλουτη αριστοκρατική γενιά. Νόθα κόρη του Rodrigo Borgia και της Vanossa Catenei, με την άνοδο στον παπικό θρόνο του πατέρα της, Πάπα Alessandro VI (θητεία 1492-1503) έγινε πιόνι στα δυναστικά σχέδια των Borgia για επιρροή και κυριαρχία. Η Λουκρητία πέρασε στην ιστορία ως μια θερμόαιμη γυναίκα με έντονα πάθη, πλασμένη για ερωτικές περιπέτειες και ίντριγκες στα πολιτικά παιχνίδια των Borgia. Προς το τέλος της ζωής της στράφηκε στην εκκλησία. Αποτραβιόταν συχνά στη μονή των Φραγκισκανών  στη Φεράρα, όπου πέθανε το 1519.25

Η Λουκρητία δεν συγκρινόταν στο επίπεδο μόρφωσης και ευφυίας με την Ισαβέλλα, αγαπούσε, όπως η Ισαβέλλα, την ποίηση του Πετράρχη και τους συνεχιστές του, ζητώντας τη μελοποίησή της. Μεγάλη επιτυχία θεωρήθηκε ο τρίτος γάμος της με τον Alfonso d’Este, πρωτότοκο γιο του Δούκα Ercole d’Este της Φεράρα το 1502 και αδελφό της Ισαβέλλας. Ο γάμος αυτός, που εξασφάλιζε τον Ercole από τις επιδρομές του Cesare Borgia (αδελφό της Λουκρητίας) στην περιοχή της Romagna, περιγράφεται στην αλληλογραφία της Ισαβέλλας με πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τις τελετές, τους μουσικούς, τα όργανα, την ίδια τη μουσική.

Στον γάμο αυτό συνάντησε η Ισαβέλλα για πρώτη φορά τη Λουκρητία και από τότε χρονολογείται ο ανταγωνισμός τους σε όλα τα επίπεδα: στις τέχνες, τις ενδυμασίες, τα κοσμήματα, το στιλ, και σε πνευματικό επίπεδο. Τότε φαίνεται ότι άρχισε ένα φλερτ της Λουκρητίας με τον Francesco, τον σύζυγο της Ισαβέλλας, κάτι που την ενόχλησε ιδιαίτερα. 

Η Ισαβέλλα, ‘la prima donna del mondo’ θέλοντας να υπερασπιστεί τη φήμη της και μάλιστα στη γενέτειρά της τη Φεράρα, παρήγγειλε κοσμήματα, ρούχα κτλ. Έγραψε στον οργανοποιό της Lorenzo da Pavia στη Βενετία να της επιδιορθώσει τα μουσικά της όργανα (λαούτα κ.ά.) και να της τα στείλει στη Φεράρα.26 Είχε στείλει κατάσκοπο (έναν υπηρέτη του Niccolo da Correggio) να παρακολουθήσει τη Λουκρητία στο ταξίδι της από τη Ρώμη στη Φεράρα και να μάθει τα πάντα για τη γκαρνταρόμπα της, τα κοσμήματα, τον χορό της κτλ. Ήθελε και έπρεπε να την ανταγωνιστεί. Η Λουκρητία από την άλλη, έχοντας κάνει υπερβολικές δαπάνες, ενεχυρίασε κάποια κοσμήματα και ζήτησε οικονομική ενίσχυση από τον Καρδινάλιο Ippolito d’Este (εισοδήματα ενός έτους από την επισκοπή της Φεράρα) για να ξεπεράσει την Ισαβέλλα κατά τους εορτασμούς του 1502. Στον γάμο αναφέρεται ο μουσικός της Ισαβέλλας Marchetto Cara να παίζει λαούτο.27

Ένας χορός στις αυλές των ευγενών της εποχής Ισαβέλλας που χορευόταν κυρίως ιδιωτικά (‘in camera privatamente’) ήταν ο moresca, (ή χορός γελωτοποιών) εμπνευσμένος από μεσαιωνικούς πολέμους Μαυριτανών – Χριστιανών, με βάψιμο προσώπων, κουδουνάκια στα κοστούμια.28 Αναφέρεται σε επιστολή του Castiglione (γνωστή από σημείωση στο έργο του James Dennistoun, MemoirsoftheDukesofUrbino, ii, 141) ότι ο moresca ήταν το interludio (ενδιάμεσο) ανάμεσα σε δύο πράξεις της κωμωδίας LaCalandria του CardinalBernardoDovizidaBibbiena που παίχθηκε στην αυλή του Urbino το 1513.

Ένα παράδειγμα τέτοιου χορού δίνει ο Franco Zeffirelli στην ταινία Romeo and Juliet παραγωγής του 1968.

Franco Zefirelli, Romeo and Juliet (1968) – La moresca

Οι δύο γυναίκες συναντιόνταν στα πολλά ταξίδια της Ισαβέλλας στη Φεράρα, αλλά ποτέ δεν συμπάθησε η μια την άλλη. Η Ισαβέλλα κορόιδευε την έλλειψη ευφυίας της Λουκρητίας και ήταν έξαλλη που μιμούνταν τα φορέματά της και τις καλλιτεχνικές της προτιμήσεις. Ο ανταγωνισμός τους φαινόταν στο προσωπικό της αυλής της καθεμιάς, καθώς η αυλή της Λουκρητίας περιέλαβε αρκετούς από τους πρώην ακολούθους-υπηρέτες της Ισαβέλλας. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο μουσικός Bartolomeo Tromboncino, στην υπηρεσία της Ισαβέλλας αρχικά, που κατά την επιθυμία της πρώτος μελοποίησε ποιήματα του Πετράρχη. Το 1507 εγκατέλειψε τη Μάντοβα και τα χρόνια 1510-19 τον βρίσκουμε στην αυλή της Λουκρητίας που τον προτιμούσε για τη γνώση του των Ισπανικών, καθώς ήταν κόρη Ισπανού Πάπα, να είναι μάλιστα ο πιο καλοπληρωμένος από ένα πλήθος μουσικών στο προσωπικό της.

Στις αυλές των ηγεμόνων οι σύζυγοι είχαν στην υπηρεσία τους ξεχωριστά μουσικά σύνολα για διαφορετικές περιστάσεις (παρελάσεις, θρησκευτική μουσική/ιδιωτικούς χορούς σε συμπόσια και γιορτές οι γυναίκες).29

Η Λουκρητία είχε σε σχέση με τον σύζυγό της περιορισμένο μουσικό σύνολο, χωρίς τραγουδιστές για θρησκευτική μουσική, ενώ παίκτες δυνατών πνευστών είχε ο σύζυγός της, από τον οποίο τους δανειζόταν σε γιορτές και χορούς.

Η Ισαβέλλα δεν ήξερε Γαλλικά γι’ αυτό δεν την ενδιέφερε το chanson αλλά η frottola, ένα ντόπιο λαϊκό μουσικό είδος, κι αυτό την ξεχώριζε στις επιλογές της καθώς διάλεγε ό,τι έπαιζε ή την ευχαριστούσε. Ενώ οι άνδρες σύγχρονοί της ηγεμόνες επέλεγαν κυρίως ξένους συνθέτες στην αυλή τους (βλ. μόδα των Γαλλοφλαμανδών), η Ισαβέλλα ήταν από τους πρώτους πάτρωνες Ιταλών συνθετών και μουσικών, ιδίως του Bartolomeo Tromboncino και του Marchetto Cara. Ο πρώτος της ήταν τόσο αγαπητός που υπερασπίστηκε την αθώωσή του για τη δολοφονία της γυναίκας του. Ο Ottaviano Petrucci, ο πρώτος εκδότης μουσικών παρτιτούρων στην Ευρώπη, συμπεριέλαβε στην έκδοση του 1504, Frottole, Libro1, έναν αριθμό συνθέσεων ειδικά για την Ισαβέλλα.30

Οι δύο σπουδαίες γυναίκες στη Μάντοβα και στη Φεράρα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της φρόττολας στην Ιταλία, αλλά και στη στήριξη των Ιταλών συνθετών της εποχής.

La frottola – La Campanella

Η Ισαβέλλα ξεχώρισε σίγουρα για τις προσπάθειές της να συλλέξει τον ανθό, ό,τι πιο σπουδαίο είχαν να δώσουν οι σύγχρονοί της καλλιτέχνες στη ζωγραφική και γλυπτική, και μάλιστα όταν επρόκειτο για τα μεγαλύτερα ονόματα όλων των εποχών. Ότι συνέδεε τολμηρά αρχαία με νεότερα έργα, ότι κατάφερε να ενώσει τη ζωγραφική με τη μουσική ήδη τον 15ο-16ο αι.  -τα εικαστικά, τη μουσική και τη λογοτεχνία- με άποψη και επιμονή, τη φέρνει στην πρωτοπορία ακόμη και σήμερα, με μοναδική τόλμη, ευφυία, ευελιξία και λεπτότητα. Μια εμβληματική γυναικεία παρουσία που στηριζόταν σε ό,τι σημαντικότερο στον χώρο της τέχνης και του πνεύματος, επιμένοντας με προσήλωση στα πιστεύω της, στο όραμά της, το οποίο πέρα από κάθε δυσκολία κατάφερε να υλοποιήσει.

Béguin 1975: Béguin, Sylvie (ed.): Le Studiolo d’Isabella d’Este. Exhibition catalogue, Louvre, 1975

Bellonzi 1967: Bellonzi, Maria, Lucrezia Borgia: La sua vita e i suoi tempi (Milan, A. Mondatori, 1939, 196711)

Bellonzi 1978: Bellonzi, Maria, “Isabella d’Este a cinquecento anni dalla sua nascita”, Mantova e I Gonzaga nella civilta del Rinascimento (Segrate, Città di Mantova,1978), 47-56.

Bini 2001: Bini, Daniele, (ed.). 2001. Isabella d’Este. La prima donna del Rinascimento. Vol. 112 supplement, Civilta Mantovana. Bulino-Artiglio, Modena και Mantona (2001)

Bonoldi 2015: Bonoldi, Lorenzo, Isabella d’Este: La Signora del Rinascimento. Bologna, Guaraldi, 2015 (E-Book)

Brown 1969: Brown, Clifford M., «Comus, Dieu des fêtes. Allégorie de Mantegna et de Costa pour le studiolo d’Isabelle d’Este-Gonzague», La Revue du Louvre et des musées de France, 1, 1969, 31-38

Brown 2005: Brown, Clifford M., Isabella d’Este in the Ducal Palace in Mantua: An overview of Her Rooms in the Castello di San Giorgio and the Corte Vecchia. Rome, Bulzoni, 2005

Brown-Lorenzoni 1982: Brown, Clifford M. and Lorenzoni Anna Maria, Isabella d’Este and Lorenzo da Pavia: Documents for the History of Art and Culture in Renaissance Mantua (Geneva, Librairie Droz, 1982)

Campbell 2006: Campbell, Steven J., The Cabinet of Eros: Renaissance Mythological Painting and the Studiolo of Isabella d’Este. Yale University Press, New Haven and London (2006)

Cartwright 1903: Cartwright, Julia Mary [Mrs. Ady], Isabella d’Este, marchioness of Mantua, 1474–1539: a study of the renaissance. 2 vols. New York, E.P. Dutton and company 1903

Cartwright 1945: Cartwright, Julia Mary, Beatrice d’Este, Duchessa di Milano. Milano, Edizioni Cenobio 1945

Christiansen 1992, Christiansen, K., The Studiolo of Isabella d’Este and Late Themes in Andrea Mantegna, ed. J. Martineau, The Royal Academy of Arts, London & Metropolitan Museum of Art, New York, 1992

Ciaroni 2004: Ciaroni, Andrea, Maioliche del Quattrocento a Pesaro, frammenti di storia dell’arte ceramica dalla bottega dei Fedeli, Firenze, CentroDi, 2004

Ciatti et al. 2011, Mario Chiatti, Fausta Navarro, Patrizia Riitano: Titian’s La Bella: Woman in a Blue Dress. Edifir, Florence 2011

Croizat 2007: Croizat, Yassana ,“’Living Dolls’: François I Dresses His Women”, Renaissance Quarterly 60, 2007, 94-130.

Fenlon 1981: Fenlon, Ian, “’The Gonzaga and Music”, in Splendors of the Gonzaga: Catalogue; Exhibition, 4 November 1981-31 January 1982, Victoria & Albert Museum, ed. David Chambers and Jane Martineau (London: the museum; Pizzi, Milan 1981, 87-94.

Ferino-Pagden 2021: Ferino-Pagden, Sylvia Tizians Frauenbild. Εxhibition catalogue KHM Vienna, Vienna 2021

Greenhalgh 1978: Greenhalgh, Michael, The Classical Tradition in Art, London, Duckworth, 1978

Liebenwein 2005: Liebenwein, Wolfgang, Studiolo: Storia e tipologia di uno spazio culturale, Ed. By Claudia Cieri Via, trans. Alessandro Califano (Ferrara, Panini, 2005)

Luzio, Renier 1890: Luzio Alessandro and Renier, Rodolfo, La coltura e le relazioni letterarie di Isabella d’Este Gonzaga, ed. Simone Albonico. Milano, Tipografia Bortolotti di Giuseppe Prato; επανεκδ. Milan, Sylvestre Bonnard, 2005

Luzio, Renier 1893: Luzio Alessandro and Renier, Rodolfo, Mantova e Urbino: Isabella d’Este ed Elisabett Gonzaga nelle relazioni familiari e nelle vicende politiche. Turin-Rome, Roux 1893; επανεκδ. Bologna, Forni, 1976

L’Occaso 2002: L’Occaso, Stefano, Il Palazzo Ducale di Mantova, Milano, Electa, 2002

Lucco 2006 : Lucco, Mauro (ed.), Mantegna a Mantova 1460-1506, catalogo della mostra. Milano, Skira, 2006

MacNeil 2015: MacNeil, Anne. 2015. Ad tempo taci. Songs for Isabella d’Este. https://ideamusic.web.unc.edu/ad-tempo-taci/

MacNeil 2020: MacNeil, Anne, Uncovering Music of Early European Women (1250-1750). (Chapter: Songs for Isabella d’Este). Routledge 2020

Mallet 1969: Mallet, Michael, The Borgias: The Rise and Fall of a Renaissance Dynasty (New York, Barnes and Noble, 1969)

Marek 1976: Marek, George R., The Bed and the Throne: The Life of Isabella d’Este. New York, Harper and Row Publishers, 1976

Pizzagalli 2001: Pizzagalli, Daniela, La Signora del Rinascimento. Vita e splendori di Isabella d’Este alla Corte di Mantova, Milano, Rizzoli, 2001

Porçal 1984: Porçal, Peter, “Le allegorie del Correggio per lo Studiolo di Isabella d’Este”, Mitteilungen des Kunsthistorischen Instituts in Florenz, Vol. 28, H. 2,1984, 225-276.

Prizer 1982: Prizer, William, “Isabella d’Este and Lorenzo da Pavia, Master Instrument-Maker’”, Early Music History: Studies in Medieval and Early Modern Music 2, 1982, 87-127.

Prizer 1985: William F. Prizer, “Isabella d’Este and Lucrezia Borgia as Patrons of Music: The Frottola at Mantua and Ferrara”, Journal of the American Musicological Society, Spring, 1985, vol. 38, No. 1, 1-33 (Published by University of California Press on behalf of the American Musicological Society) (University of California Press) Stable URL: https://www.jstor.org/stable/831548

Shemek 2017: Shemek, Deanna, ed. and trans., Isabella d’Este: Selected Letters. The Other Voices in Early Modern Europe. The Toronto Series, 54; Medieval and Renaissance Texts and Studies, 516), Tempe, ACMRS, Toronto, Iter Press, 2017

Schloder 1975: Schloder, J., «Les Costa du Studiolo d’Isabelle d’Este: sources iconographiques»,

Schloder, 3, 1975, 230-233.

Silva 1984: Silva, Romano, “Strumenti musicali ‘alla greca e all’antica’ nel Rinascimento” in S.

Settis (ed.), Memoria dell’antico nell’arte italiana, 3 vols. Turin, 1984, I, 363-380.

Shemek, Deanna, et al. 2018: Deanna Shemek, Maria Chiara Liguori, Giovanni Bellavia, Daniele

De Luca, Luigi Verri, Silvano Imboden, “Renaissance Remix. Isabella d’Este:  Virtual Studiolo”, DHQ: Digital Humanities Quarterly, τόμος 12, αρ. 4, 2018

Verheren 1971: Verheren, Egon, The paintings in the studiolo of Isabella d’Este at Mantua, New York, published by New York University Press for the College Art Association of America, 1971

Welch 2005: Welch, Evelyn, “shopping with Isabella d’Este” in Shopping in the Renaissance: Consumer Cultures in Italy, 1400-1600 (New Haven: Yale University Press, 2005, 245-73, 352-59.

Zöllner 2019: Zöllner, Frank: Leonardo da Vinci – The Complete Paintings. Κολωνία, Taschen Verlag, 2019, σ. 241 (Mona Lisa section).

Βουτυράς και Γουλάκη- Βουτυρά 2011: Βουτυράς Μανόλης και Γουλάκη-Βουτυρά Αλεξάνδρα, Η αρχαία ελληνική τέχνη και η ακτινοβολία της. Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2011.

  1. Deanna Shemek, Maria Chiara Liguori, Giovanni Bellavia, Daniele De Luca, Luigi Verri, Silvano Imboden, Renaissance Remix. Isabella d’Este: Virtual Studiolo, DHQ: Digital Humanities Quarterly, volume 12, Number 4. ↩︎
  2. Αναφορές από κείμενο του Κώστα Ουράνη για τη Φεράρα: «Η κόλαση της Παριζίνας και η Ειρήνη της Λουκρητίας Βοργία», στο Ιταλία. Ταξίδια. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., 1953, 95-102. ↩︎
  3. Marek 1976, 9, 12, 14. H βιβλιογραφία για την Ισαβέλλα είναι πολύ μεγάλη. Εδώ μια επιλογή: Πάντα χρήσιμο παραμένει το δίτομο έργο της Cartwright του 1903 (και επανέκδοση του 1945). Επίσης Luzio, Renier 1890. Luzio, Renier 1893. Βλ. επίσης Bellonci, 1978. Bini 2001.Pizzagalli 2001. Bonoldi 2015. Κυρίως Shemek 2017. Βλ. και Lucco 2006, 30 και σημ. 46. ↩︎
  4. Shemek 2017. ↩︎
  5. Verheren 1971. Béguin 1975. Christiansen 1992, 421, 425 σημ. 22. Κυρίως βλ. Liebenwein 2005. Brown 2005. Campbell 2006. ↩︎
  6. Campbell 2006. Lucco 2006, 27-35. Shemek 2917, 5-6. ↩︎
  7. Porçal 1984, 229-235. ↩︎
  8. Θριαμβικές πομπές που μιμούνταν αρχαίες γίνονταν στην Αναγέννηση είτε για να πανηγυρίσουν ηγεμόνες δικές τους νίκες είτε για να εντυπωσιάσουν σε γιορτές, Καρναβάλια κτλ. Ο Lorenzo Magnifico (Μεγαλοπρεπής) των Μεδίκων μιμήθηκε στη Φλωρεντία τον θρίαμβο του Αιμίλιου Παύλου και ο Cesare Borgia μιμήθηκε στη Ρώμη τον θρίαμβο του Ιούλιου Καίσαρα. Τέτοιες αρχαίες πομπές πρέπει να είχε δει ο Μαντένια στην εποχή του (θριαμβικά τόξα, κολόνα Τραϊανού, έφιππος Μάρκος Αυρήλιος κ.ά.). Επιπλέον, αυτή την εποχή στη Μάντοβα, στη Φεράρα και στη Ρώμη ήταν δημοφιλή θεατρικά έργα με αρχαία θέματα, ιδιαίτερα σε ηγεμόνες όπως ο Φραντσέσκο Γκονζάγκα ή ο Έρκολε ντα Φεράρα (1456-1519). Το 1472 παίχθηκε στο Palazzo Ducale της Μάντοβα ο Ορφέας του μεγάλου ουμανιστή της εποχής, του Angelo Poliziano (1454-1494). Για το έργο του Μαντένια βλ. Βουτυράς και Γουλάκη-Βουτυρά 2011, 337-342. Lucco 2006, 118-121 (αντίγραφα του Ludovico Dondi). ↩︎
  9. Σχετικά με τη «Δέκατη Μούσα» βλ. και Lucco 2006, 30 και σημ. 46. ↩︎
  10. Brown 1969. Schloder 1975. Porçal 1984, 230-233. Βλ. και Lucco 2006, 178-181. ↩︎
  11. Ciaroni 2004. ↩︎
  12. Porçal 1984, 231 και σημ. 11. ↩︎
  13. L’Occaso 2002, 128-130. ↩︎
  14. L. A. Senecae, De constantia sapientis, IX,2. = Porçal 1984, 273 note 62, 63. ↩︎
  15. Porçal 1984. ↩︎
  16. Zöllner 2019, σ. 241 (Mona Lisa section). ↩︎
  17. Το 2013, εμφανίστηκε στο Λουγκάνο της Ελβετιας στην κατοχή της Ιταλίδας από το Pesaro Emidia Cecchini μια ελαιογραφία με το πορτρέτο της Ισαβέλλας που αποδίδονταν στον Λεονάρντο. Το έργο επρόκειτο να πωληθεί για 140 εκατομμύρια ευρώ, αλλά η Ιταλία κατηγόρησε την ιδιοκτήτρια για παράνομη εξαγωγή. Ο πίνακας κατασχέθηκε και οι εξετάσεις των εμπειρογνωμόνων του πίνακα έδειξαν ομοιότητες με τον τρόπο εργασίας του Λεονάρντο ντα Βίντσι και θεωρούν πιθανό να δημιουργήθηκε κατά την Αναγέννηση. Η Ιταλία δεν πίστεψε τον ισχυρισμό της ιδιοκτήτριας ότι ο πίνακας ανήκε πάντα στην οικογένειά της και την καταδίκασε σε 14 μήνες φυλάκιση από ιταλικό δικαστήριο για παράνομη εξαγωγή πολιτιστικού αγαθού. Βλ. https://www.newdocs.de/the-lost-leonardo-leonardo-da-vinci-and-the-portrait-of-isabella-deste/ ↩︎
  18. Porçal 1984, 236-237. ↩︎
  19. Béguin 1975, 4. Έχουν προταθεί η Caterina Cornaro Κύπρου ή Margherita Paleologa Monferrat σύζυγος του γιου της Φεντερίκο II, Δούκα της Μάντοβα. Με τη δεύτερη νεανική εκδοχή του πορτρέτου της Ισαβέλλας έχει συνδεθεί και το πορτρέτο του Τιτσιάνο, La Bella του 1536 στη Φλωρεντία (Palazzo Pitti, Galleria Palatina collection, Venus Room, λάδι σε καμβά, 89X75,5 εκ. ευρ. 1912 αρ. 18) (Εικόνα 3), το οποίο όμως πιθανότερα ταυτίζεται με την Eleonora Gonzaga. Βλ. Ciatti et al. 2011. Ferino-Pagden 2021. ↩︎
  20. Lucco 2006, 30-31. Βουτυράς και Γουλάκη Βουτυρά 2011, 340-342. Βλ. και Greenhalgh 1978. ↩︎
  21. Welch 2005, 245-73, 352-59. Croizat 2007, 94-130. ↩︎
  22. Prizer 1982. Brown-Lorenzoni 1982. Silva 1984. ↩︎
  23. Marek 1976, 112. Prizer 1982, 88, 91, 97, 100. Marek 1976, 112. Prizer 1982, 88, 91, 97, 100. Wraight, Denzil. “Lorenzo da Pavia [GusnaschiήGusnasco, Lorenzo]”. Grove Music Online. doi:10.1093/gmo/9781561592630.article.43544. Πρόσβαση 5 Μαρτίου 2018. ↩︎
  24. Fenlon 1981. Prizer 1985. MacNeil 2020. ↩︎
  25. Bellonzi 1967. Mallet 1969. ↩︎
  26. Brown-Lorenzoni 1982, 61. Prizer 1985, 4 και σημ. 12. ↩︎
  27. Prizer 1985, 5-8.  ↩︎
  28. “Moresca”, Grove MusicOnline: Προσπέλαση 9 Σεπτεμβρίου 2022 -via Oxford Music Online. ↩︎
  29. Prizer 1985, 19. ↩︎
  30. Prizer 1985, 19-30. ↩︎

Avatar photo
Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά

Η Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΑΠΘ όπου δίδαξε Μουσική Εικονογραφία. Από το 1996 διετέλεσε Γενική Γραμματέας του Δ.Σ. του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών του ΑΠΘ έχοντας την ευθύνη οργάνωσης και υλοποίησης των προγραμμάτων του. Σήμερα είναι Γενική Διευθύντρια του ιδίου Ιδρύματος. Έχει τιμηθεί από το Γαλλικό Κράτος με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής (Légion d' Honneur).

Άρθρα: 1