Η έννοια του νοσοκομείου ως χώρου περίθαλψης ασθενών και αστέγων, εμφανίστηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ως καρπός της χριστιανικής αντίληψης της ζωής. Την έννοια της αγάπης και της φροντίδας του πλησίον ως καθήκοντος και υποχρέωσης την εισήγαγε για πρώτη φορά στον κόσμο η Χριστιανική Εκκλησία. Στον αρχαίο κόσμο δεν υπήρχε η έννοια της φιλανθρωπίας ως ατομικής και κοινωνικής υποχρέωσης και επομένως δεν υφιστατο οργανωμένη κοινωνική πρόνοια για ασθενείς και απόρους, Στην Αρχαία Ελλάδα δεν λειτουργούσαν δημόσια νοσοκομεία. Η Ιατρική ασκούνταν από ιδιώτες ή δημόσιους γιατρούς (των πόλεων), οι οποίοι εξέταζαν και θεράπευαν τους ασθενείς στα σπίτια τους. Υπήρχαν βέβαια τα Ασκληπιεία, αλλά αυτά ήταν περισσότερο θρησκευτικά αναρρωτήρια μόνο για ευκατάστατους πολίτες. Στην ελληνιστική εποχή μάλιστα είχαν εξελιχθεί σε πραγματικά θέρετρα για πλουσίους με λουτρά, βιβλιοθήκες και αίθουσες διασκέδασης. Στην αρχαία Ρώμη πάλι, τα μόνα νοσηλευτικά ιδρύματα που υπήρχαν ήταν ένα είδος αναρρωτηρίων για τραυματίες, στρατιώτες ή δούλους, τα Valetudinaria. Ούτε όμως τα Ασκληπιεία, ούτε τα Βαλετουδινάρια ήταν πραγματικά νοσοκομεία.


Τον 3ο αιώνα μ.Χ. με διάταγμα του Αυτοκράτορα Καρακάλλα, όλοι οι κάτοικοι της Ρωμαϊκής Οικουμένης απέκτησαν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Τότε έλαβε χώρα ένα εντυπωσιακό κοινωνικό φαινόμενο: η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση των αγροτικών πληθυσμών. Στις μεγάλες πόλεις, που είχαν μέχρι τότε ένα σύστημα μερικής αυτοδιοίκησης και ευημερούσαν σε σχέση με την αγροτική ύπαιθρο, έπαψε να ισχύει η διάκριση μεταξύ γηγενών πολιτών και ξένων μετοίκων. Οι φτωχοί αγροτικοί πληθυσμοί επομένως άρχισαν να μεταναστεύουν ελεύθερα στις μεγάλες πόλεις προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε κυρίως στο Ανατολικό τμήμα του κράτους, όπου υπήρχαν οι μεγάλες πόλεις, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Έδεσσα, Πέργαμος και φυσικά αργότερα η Κωνσταντινούπολη. Στο Δυτικό τμήμα δεν υπήρχε κάποια μεγάλη πόλη πλην της Ρώμης. Έτσι στην ελληνόφωνη Ανατολή παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του πληθυσμού, μαζική μετανάστευση στις πόλεις και συνεπώς πολλαπλασιασμός των ανεπαγγέλτων και των πενήτων, πράγμα που δεν συνέβη σε ανάλογο μέγεθος στις χώρες της λατινόφωνης Δύσης. Αυτό δημιούργησε επιτακτικές κοινωνικές ανάγκες. Όσο ο Χριστιανισμός τελούσε υπό διωγμόν, οι επίσκοποι ασκούσαν τη φιλανθρωπία κρυφά συνήθως στα σπίτια τους, ή σε σπίτια ευκατάστατων πιστών περιθάλποντας κυρίως τις χήρες και τα ορφανά, αλλά και γέροντες ή απόρους ασθενείς.
Όταν με το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε ως ελεύθερη και ισότιμη με τις άλλες θρησκεία, οι επίσκοποι φρόντισαν να δημιουργήσουν ιδρύματα όπου μπορούσαν να περιθάλψουν τους φτωχούς, τους υπερήλικες, τους αρρώστους κλπ. Αυτό ξεκίνησε πολύ νωρίς με ανάλογες αποφάσεις της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου (325 μ.Χ.), και αφορούσε αρχικά μόνο τις χριστιανικές κοινότητες, αφού ήταν πρωτοβουλία της Εκκλησίας, η οποία λειτουργούσε ακόμα ανεξάρτητα από το κράτος. Τα πρώτα τέτοια φιλανθρωπικά ιδρύματα εμφανίστηκαν στην περιοχή της Συρίας λόγω του υψηλότερου πολιτισμού της περιοχής και του μεγάλου αριθμού ενδεών και πενήτων εξαιτίας του αγόνου εδάφους. Ήδη πριν από το 330 μ.Χ. στη χριστιανική εκκλησία της Αντιόχειας αλλά και στην ενδοχώρα, έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι οίκοι ευσπλαχνίας και ελέους οι οποίοι αποκαλούνταν Καταγώγια ή Ξενοδοχεία.
Μετά το 332 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος άρχισε να κάνει φοροαπαλλαγές και να προσφέρει χορηγίες σε αυτά τα ιδρύματα με σκοπό την ενίσχυση του έργου τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγα χρόνια αργότερα (361-363), ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, έγραψε στον φίλο του Ορειβάσιο, τον πλέον διάσημο γιατρό της εποχής: «Πρέπει να οργανωθούμε και να φροντίζουμε και εμείς τους αδυνάτους όπως οι χριστιανοί»… Τού ανέθεσε και ξεκίνησε αυτό το έργο, αλλά δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.
Όταν ο Χριστιανισμός ορίστηκε το 380 από τον Θεοδόσιο Α’ ως επίσημη θρησκεία του κράτους, η πρωτοβουλία αυτή της Εκκλησίας έγινε αποδεκτή και υποστηρίχθηκε τόσο από τον ίδιο και τους επόμενους Αυτοκράτορες, όσο και από πολλούς πλούσιους ιδιώτες. Έτσι εγκαινιάστηκε μια σχέση Εκκλησίας και Κράτους, η οποία και διήρκησε καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο. Η αντίληψη της πολιτικής προς τις ευπαθείς ομάδες άλλαξε ριζικά. Ένας πλούσιος που για διάφορους λόγους επιθυμούσε να κάνει μια δωρεά σε μια πόλη, δεν έχτιζε κρήνες ή μνημεία, όπως στην αρχαιότητα, αλλά έχτιζε ή ενίσχυε τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Η κοινωνική μέριμνα εκτός από τους ασθενείς, περιλάμβανε και τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά, τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες κλπ. Παράδειγμα αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων είναι αυτά που ιδρύθηκαν στην Αντιόχεια από τον Επίσκοπο Λεόντιο (344‐358 μ.Χ.) στην Σεβαστή από τον Επίσκοπο Ευστάθιο (357‐377) και στην Έδεσσα από τον Άγιο Εφραίμ τον Σύρο γύρω στο 370. Αργότερα, το 423, ο επίσκοπος της Συρίας Ραββουλά δημιούργησε μια σειρά ξενοδοχείων που σκοπό είχαν την περίθαλψη, ξεχωριστά για άνδρες και γυναίκες. Αυτοί οι οίκοι είχαν μια αρκετά καλή οργάνωση και τις υπηρεσίες τους τις προσέφεραν μοναχοί και των δύο φύλων, ενώ η σίτιση ήταν ικανοποιητική.
Τονίζουμε ότι αυτά τα ιδρύματα δεν παρείχαν κανονική ιατρική φροντίδα, απλά ήταν άσυλα που παρείχαν στέγη, τροφή και στοιχειώδη περίθαλψη στους ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Ανάλογα με τις ομάδες των πασχόντων που φρόντιζαν. ονομάστηκαν Γηροκομεία, Ορφανοτροφεία, Πτωχοκομεία, Βρεφοκομεία, Λεπροκομεία κλπ, λέξεις που πρώτη φορά εμφανίζονται στην Ελληνική γλώσσα. Η μεγάλη καινοτομία όμως ήταν ότι τώρα στα ιδρύματα αυτά περιθάλπονταν οι πάντες, δίχως διάκριση φύλου, φυλής ή εθνότητας και όχι ειδικές ομάδες όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα. ‘Αλλη μεγάλη καινοτομία ήταν ότι στην λειτουργία αυτών των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων συνέδραμαν ενεργά και ισότιμα οι γυναίκες. Παράλληλα με τα κοινωνικά ιδρύματα, συμμετείχαν στο φιλανθρωπικό έργο και τα μοναστήρια. Σε κάθε μοναστήρι υπήρχε ένα στοιχειώδες ιατρείο όπου μπορούσαν να αναζητήσουν καταφύγιο άρρωστοι και ταξιδιώτες, έστω για κάποιο διάστημα.
Το πρώτο νοσηλευτικό ίδρυμα, που διέθετε επαγγελματίες γιατρούς και επίσημη ιατρική φροντίδα, δηλαδή το πρώτο αληθινό νοσοκομείο, ιδρύθηκε από τον Μεγάλο Βασίλειο το 370 και ο ίδιος το ονόμασε Καταγώγιον. Μετά τον θάνατό του όμως, το μετονόμασαν προς τιμήν του Βασιλειάδα και με αυτό το όνομα παρέμεινε γνωστό στην ιστορία.
Η Βασιλειάς ήταν ένα τιτάνιο πρωτοποριακό έργο, αντάξιο ενός Μεγάλου. Ο Βασίλειος ήταν ο ίδιος και γιατρός, σπουδασμένος μάλιστα στην Σχολή των Αθηνών, αλλά στο ίδρυμά του είχε προσλάβει και άλλους γιατρούς, νοσοκόμους και βοηθητικό προσωπικό. Επισκεπτόταν και περιποιείτο ο ίδιος τους ασθενείς του. Το Καταγώγιόν του εκτός από τους χώρους νοσηλείας των αρρώστων, περιλάμβανε και ιδιαίτερους χώρους φροντίδας ηλικιωμένων, αναπήρων, ταξιδιωτών, λεπρών, κλπ. Ήταν μια ολόκληρη πόλη, όπου ο Βασίλειος ήθελε να συγκεντρώσει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, όλα τα επαγγέλματα, ώστε το ίδρυμα να είναι αυτοσυντηρούμενο. Οι τρόφιμοι συμμετείχαν λίγο ή πολύ στις εργασίες του Ιδρύματος, δηλαδή μπορούσε κανείς να μάθει ακόμα και ένα χειρωνακτικό επάγγελμα. Με άλλα λόγια, η Βασιλειάς λειτουργούσε και ως υπηρεσία κοινωνικής αποκατάστασης.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ίδρυσε τα πρώτα νοσηλευτικά ιδρύματα στη Βασιλεύουσα, τα οποία ονόμασε Νοσοκομεία. Είναι τα πρώτα που μοιάζουν με τα σύγχρονα ομώμυμά τους. Λειτουργούσαν με ιατρικό, παραϊατρικό και διοικητικό προσωπικό, μαγείρους, νοσηλευτές, υπηρέτες κλπ. Οι διευθυντές ήταν κληρικοί.
Από τους επόμενους αιώνες τα νοσοκομεία, που ονομάζονταν πλέον Ξενώνες, ανεξαρτητοποιήθηκαν από την Εκκλησία και εντάχθηκαν στη δικαιοδοσία του κράτους. Δεν έπαυσαν βέβαια να λειτουργούν οι ξενώνες των μοναστηριών και τα κρατικά νοσοκομεία συνήθως χτίζονταν στο πλαίσιο κάποιας μονής, που τα βοηθούσε σημαντικά στην λειτουργία τους με το φιλανθρωπικό εθελοντικό έργο των μοναχών. Στη λειτουργία των νοσοκομείων του Βυζαντίου συμμετείχανν ενεργά γυναίκες, κυρίως μοναχές αλλά και λαϊκές, συχνά της ανώτερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης, που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους συνήθως ως νοσηλεύτριες (Διακόνισσες). Αναφέρονται η Πλακίλλα, σύζυγος του Θεοδοσίου Α´, η Θεοδοσία, σύζυγος του Γρηγορίου Νύσσης, η Ολυμπιάς, η Πρόκλα, η Μακρίνα (αδελφή του Μ. Βασιλείου), η Σιλβίνα, η Παλλαδία και πολλές άλλες. Ενεργή προσφορά στα νοσοκομεία είχαν και οι αυτοκράτειρες Ειρήνη και Θεοδώρα. Ο όρος Καταγώγιον επιβίωσε σε μία μόνο περίπτωση: το «καταγώγιον της Αγίας Αναστασίας» στην Κωνσταντινούπολη, το μοναδικό ψυχιατρικό ίδρυμα που αναφέρεται στις μεσοβυζαντινές πηγές. Οι διαθέσιμες πληροφορίες για την ψυχική νόσο στο Βυζάντιο είναι ελάχιστες και συγκεχυμένες, έχει όμως ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι είχε οργανωθεί ειδικό ίδρυμα για την αντιμετώπισή της.
Γρήγορα άρχισαν να εμφανίζονται νοσοκομεία σε διάφορες πόλεις της αυτοκρατορίας. Οι ιδρυτές τους απολάμβαναν μεγάλης εκτιμήσεως από τον λαό και αποκτούσαν θρησκευτική και πολιτική ισχύ, με αποτέλεσμα πολλοί πλούσιοι να επιθυμούν να ιδρύσουν ή να συντηρήσουν φιλανθρωπικά ιδρύματα, κυρίως νοσοκομεία. Η ίδρυση νοσοκομείων μάλιστα έγινε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ Αρειανών και Ορθοδόξων επισκόπων την εποχή της επέκτασης του Αρειανισμού, προκειμένου να προσελκύσουν και να αυξήσουν το ποίμνιό τους. Ο ανταγωνισμός και η αντιπαράθεση διέθεταν και τη θετική τους πλευρά.
Ο Ιουστινιανός με το μεγάλο του πολιτικό αισθητήριο, προέβη τον 6ο αιώνα σε μια ιστορική τομή. Μέχρι τότε οι καλύτεροι γιατροί σύμφωνα με το αρχαίο πρότυπο ήταν είτε ιδιώτες, είτε δημόσιοι γιατροί των πόλεων, όπου εξασκούσαν την ιατρική με υψηλές αντιμισθίες, τις οποίες εισέπρατταν από τα Δημοτικά Συμβούλια των πόλεων, τις λεγόμενες Κουρίες. Ο Ιουστινιανός μετέθεσε υποχρεωτικά τους δημόσιους γιατρούς στα νοσοκομεία, όπου ήταν υποχρεωμένοι πλέον να παρέχουν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους. Τα χρήματα που έδινε το κράτος στις Κουρίες για τους γιατρούς, τα παραχώρησε κατευθείαν στα νοσοκομεία, τα οποία προστάτευσε επιπλέον με νόμους και τα ενίσχυσε με φοροαπαλλαγές. Τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής ήταν θεαματικά. Τόσο οι νοσηλευτικές δυνατότητες, όσο και το γόητρο των ξενώνων, αυξήθηκαν κατά πολύ. Μέχρι τότε τα νοσοκομεία προορίζονταν για τους απόρους και φτωχούς αφού οι υπηρεσίες παρέχονταν δωρεάν. Οι εύποροι απευθύνονταν στους διάσημους ιδιώτες γιατρούς. Τώρα προσέρχονταν σε αυτά και οι εύποροι των μέσων τάξεων. Από τότε χρονολογείται μια ακμή των ξενώνων, οι οποίοι εξελίσσονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τους επόμενους αιώνες τα μέλη της αριστοκρατίας της Αυλής, αλλά καμιά φορά και οι ίδιοι οι Αυτοκράτορες, όταν ασθενούσαν σοβαρά νοσηλεύονταν σε αυτούς.
Από τον 5ο αιώνα και μετά δημιουργήθηκαν όλο και περισσότεροι ξενώνες στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε πολλές επαρχιακές πόλεις. Ο παλαιότερος είναι ο ξενώνας του Ισιδώρου που βρισκόταν ανάμεσα στις εκκλησίες της Αγίας Σοφίας και της Αγίας Ειρήνης, αλλά ο διασημότερος είναι ο ξενώνας του Σαμψών, ο οποίος μάλιστα κάηκε κατά τη Στάση του Νίκα. Ο ιδρυτής του, ο γιατρός Σαμψών, είχε θεραπεύσει τον ίδιο τον Ιουστινιανό από μια σοβαρή ασθένεια, με αποτέλεσμα ο Αυτοκράτορας να ανοικοδομήσει τον ξενώνα εξαρχής σε κεντρικό σημείο της Κωνσταντινούπολης, κοντά στην Αγία Σοφία και να τον επιχορηγήσει με μεγάλο ετήσιο εισόδημα. Σε αυτό το νοσοκομείο, το οποίο ανεδείχθη «περίδοξον ιατρείον», πήγαιναν ασθενείς για θεραπεία εκ «πολυειδών» νοσημάτων, ιδίως για οφθαλμικές παθήσεις. Τον 6ο αιώνα ιδρύθηκαν επί πλέον οι ξενώνες του Ευβούλου και του Μαρκιανού στο Πέραμα, ο ξενώνας του στρατηγού Ναρσή, ο ξενώνας του Κοσμιδίου, που περιελάμβανε και Βαλανείο (λουτρό) με κατάλληλο προσωπικό, ο ξενώνας του Χριστοδότου και τέλος, ο ξενώνας του Σταδίου που ανεγέρθηκε από τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα.

Στην Αλεξάνδρεια αναφέρονται ευαγή ιδρύματα από τον 4ο αιώνα και ξενώνες από τον 6ο, τόσο μέσα στην ίδια την πόλη όσο και στη γειτονική Αντινοόπολη. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ιωάννης ο Ελεήμων είχε ιδρύσει επτά Λοχοκομεία (μαιευτήρια) με 40 κλίνες το καθένα στην περιοχή της επισκοπής του στις αρχές του 7ου αιώνα (610-619). Η κάθε λεχωίδα μπορούσε να παραμείνει για μια εβδομάδα μέχρι να ανανήψει τελείως από τον τοκετό αυτή και το βρέφος. Κατά την έξοδό της από το λοχοκομείο τής χορηγούνταν και χρηματικό βοήθημα ύψους ενός τρίτου του νομίσματος. Ξενώνες αναφέρονται και σε άλλες πόλεις όπως στην Άγκυρα και στο Δέρβισο της Μικράς Ασίας.
Τον 7ο αιώνα με την εμφάνιση των Αράβων, η Αυτοκρατορία κλονίσθηκε συθέμελα. Η απώλεια της Αιγύπτου και της Συρίας-Παλαιστίνης κατάφερε αποφασιστικό κτύπημα στην οικουμενικότητα του κράτους, το οποίο περιορίστηκε στις καθαρά ελληνόφωνες περιοχές. Κάποιοι ξενώνες έκλεισαν, αλλά τον 8ο αιώνα προστέθηκαν άλλοι δύο.
Τον 9ο και 10ο αιώνα με τους Μακεδόνες Αυτοκράτορες ξεκινά η δεύτερη ακμή του κράτους. Επισκευάζονται και ανακαινίζονται όλοι οι παλιοί ξενώνες.
Ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός (870-948) ίδρυσε στις αρχές του 10ου αιώνα τον ξενώνα του Μυρελαίου και στα μέσα του 11ου αιώνα ο Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος τον ξενώνα των Μαγγάνων στο συγκρότημα της Μαγναύρας, όπου λειτουργούσε το Πανδιδακτήριον, το πρώτο Πανεπιστήμιο στον Δυτικό Κόσμο, που είχε ιδρυθεί το 425. Ο ξενώνας περιελάμβανε γηροκομείο καθώς και φιλανθρωπικούς οίκους. Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, όταν ασθένησε από πλευρίτιδα ως επιπλοκή της βαριάς αρθρίτιδας που του εμπόδιζε την κίνηση, νοσηλεύτηκε στον ξενώνα των Μαγγάνων όπου και ετάφη. Διάδοχοί του έτυχαν της ιατρικής βοήθειας του ιδρύματος αυτού, όπως ο Αλέξιος Α΄ ο Κομνηνός, ο οποίος ίδρυσε και αυτός ξενώνα, όπως και ο σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Κομνηνός (μικρότερος γιός του Αλεξίου Α’) το 1152, τον ξενώνα της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας στη Θράκη (Φέρες).


Ξενώνες επίσης υπήρχαν και στις μονές της Θεοτόκου της Κεχαριτωμένης, του Στουδίου, του Σωτήρος στη Μεσσήνα, της Αγίας Μαρίας της Ναυπάκτου και της Θεοτόκου Ελεούσας.
Να σημειώσουμε ότι το Πανδιδακτήριον ιδρύθηκε από τον Θεοδόσιο Β’ (408-450). Στη διάρκεια της βασιλεία του συγκεκριμένου Αυτοκράτορα, που αδίκως ονομάστηκε «Μικρός» πραγματοποιήθηκαν τρία μεγάλα έργα: το Θεοδοσιανό τείχος, που προστάτευσε την Βασιλεύουσα για την επόμενη χιλιετία, ο Θεοδοσιανός Κώδικας (Codex Theodosianus), η πρώτη επίσημη κρατική κωδικοποίηση του Δικαίου από το ρωμαϊκό κράτος και κυρίως το Πανδιδακτήριον (Auditorium) ή Οικουμενικόν Διδασκαλείον. Αυτό ξεκίνησε ως δίγλωσσο, με 15 καθηγητές που δίδασκαν στα Λατινικά και 15 που δίδασκαν στα Ελληνικά. Διδασκόταν σε αυτό όλη γνώση της εποχής, Γραμματική, Ρητορική, Φιλοσοφία, Διαλεκτική, Δίκαιο, Αριθμητική, Γεωμετρία, Αστρονομία και Μουσική. Στην ύλη συμπεριλαμβανόταν και η Ιατρική. Λειτουργούσε ως ανεξάρτητο ίδρυμα. Από το πρόγραμμα απουσίαζε η Θεολογία, η οποία διδασκόταν στην Πατριαρχική Σχολή. Το ίδρυμα μετά τον 7ο αιώνα βαθμιαία μετεξελίχθηκε σε αποκλειστικά ελληνόφωνο και τον 9ο αιώνα, την εποχή της Μακεδονικής Δυναστείας, ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τον Καίσαρα Βάρδα και εγκαταστάθηκε στο ανάκτορο της Μαγναύρας. Ο ξενώνας των Μαγγάνων ήταν τρόπον τινά το πανεπιστημιακό νοσοκομείο όπου εκπαιδεύονταν οι φοιτητές της Ιατρικής στο Πανδιδακτήριον και τον περιέβαλε σπουδαία φήμη.
Τον 10ο αιώνα είναι αξιομνημόνευτο ότι ο άγιος Αθανάσιος ο Αγιορείτης ίδρυσε στα πλαίσια την Μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιο Όρος, ένα νοσοκομείο, το οποίο μάλιστα είχε και θεραπευτικά λουτρά. Έναν αιώνα αργότερα, ο Ιωάννης Κομνηνός, ο λεγόμενος Καλογιάννης, έχτισε το 1136 μαζί με την σύζυγό του Ειρήνη, το καύχημα της Βυζαντινής ιατρικής, το πληρέστερο νοσοκομείο που λειτούργησε στο Βυζάντιο, τον ξενώνα της Μονής Παντοκράτορος. Τέλος, λίγο πριν από την άλωση από τους σταυροφόρους, παρά την παρακμή, ιδρύθηκε ο ξενώνας των Σαράντα Μαρτύρων.

Το 1204 οι σταυροφόροι κατέλαβαν και λεηλάτησαν την πρωτεύουσα. Από τα νοσοκομεία διασώθηκαν μόνο δύο, εκείνα του Σαμψών και των Μαγγάνων, τα οποία παραραδόθηκαν στους Ναΐτες και στους Ιωαννίτες ιππότες. Αυτοί όμως τα υποβίβασαν στο επίπεδο των νοσοκομείων της Δύσης. Η συνέχεια του βυζαντινού κράτους κατά τους χρόνους της λατινικής κατάκτησης έλαβε χώρα κυρίως στην Αυτοκρατορία της Νικαίας με τους Λασκαρίδες. Αυτοί ίδρυσαν νοσοκομεία και πτωχοτροφεία από την αυτοκρατορική περιουσία ενθαρρύνοντας διάφορους επαρχιακούς άρχοντες να ιδρύσουν νοσοκομεία στις πόλεις τους, στη Νίκαια, στη Φιλαδέλφεια στην Κρήτη, στη Νικομήδεια στη Θεσσαλονίκη και στον Αίνο της Θράκης. Η πολιτιστική και πνευματική αναβίωση της Νικαίας συνεχίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με τους Παλαιολόγους μετά την ανάκτηση της πρωτεύουσας και την επανίδρυση της Αυτοκρατορίας το 1261. Οι παλιοί ξενώνες της πρωτεύουσας είχαν σχεδόν όλοι καταστραφεί. Επέζησε μόνο αυτός του Αγίου Παντελεήμονος (του Ναρσή), επειδή τον επισκεύασε ο μοναχός Νήφων. Οι Αυτοκράτορες αποκατέστησαν πολλά νοσοκομεία, αλλά οι οικονομικές δυνατότητες ήταν περιορισμένες. Πλούσιοι κτηματίες ή άρχοντες αντικατέστησαν τώρα τους Αυτοκράτορες στη δημιουργία φιλανθρωπικών φορέων, όπως ο Μιχαήλ Γλαβάς, που ίδρυσε τον ξενώνα Παμμακαρίστου, και ο προαναφερθείς Νήφων, που ίδρυσε αυτόν του Αγίου Παντελεήμονος. Ο Σέρβος βασιλέας Ούρεσις Β΄ Μιλούτιν ίδρυσε με δικά του χρήματα τον 15ο αιώνα έναν ξενώνα στην Πέτρα της Κωνσταντινούπολης, τον λεγόμενο του Κράλη (πρίγκιπα). Ο ξενώνας του Κράλη ήταν ο επιφανέστερος στα τελευταία χρόνια της Αυτοκρατορίας, είχε τη δυνατότητα να βιβλιοδετεί χειρόγραφα και να προσλάβει τον διασημότερο ιατρό και φιλόσοφο της εποχής εκείνης, τον Ιωάννη Αργυρόπουλο. Το έργο αυτό του Μιλούτιν ήταν σαφώς προπαγανδιστικό, προκειμένου να επιδείξει τη δύναμή του σε συσχετισμό με τον Έλληνα βασιλέα της ψυχορραγούσης Αυτοκρατορίας. Ξενώνες υπήρχαν επίσης στη Θεσσαλονίκη, ενώ παραδόξως δεν αναφέρεται κανένας στο Δεσποτάτο του Μυστρά.
Στους ξενώνες του Βυζαντίου γινόταν πολύ αξιόλογο ιατρικό έργο. Ήδη από τον 7ο αιώνα υπηρετούσαν σε αυτούς χειρουργοί, οφθαλμίατροι, γυναικολόγοι, ιατρομαίες, γενικά ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων και νοσηλευτές. Σε σύγκριση με τους ξενώνες του 4ου και 5ου αιώνα, οι υπηρεσίες που παρείχαν ήταν αισθητά βελτιωμένες. Από τον 7ο αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους οι όροι υπουργός και υπούργισσα. Ενδεχομένως εννοούν είτε τον νοσηλευτή ή νοσηλεύτρια, είτε τον μαθητευόμενο ιατρό-βοηθό, άνδρα ή γυναίκα. Αξίζει να επισημανθεί ότι στο Βυζάντιο προσλαμβάνουν διαφορετικές σημασίες ανά συγγραφέα, αλλά και αλλάζουν στη διάρκεια των αιώνων. Βέβαια υπήρχαν ανέκαθεν οι μαίες. Εκτός από τις νοσηλεύτριες αναφέρονται οι ιάτραινες (γυναίκες ιατροί) και ιατρομαίες (δηλαδή μαιευτήρες), που αργότερα είχαν ιατρική εκπαίδευση και υπηρετούσαν ισότιμα με τους άνδρες συναδέλφους τους. Στη λειτουργία των νοσοκομείων συμμετείχαν οι παραβολάνοι, που φρόντιζαν τους ασθενείς και ενδεείς από την πλευρά της κρατικής μέριμνας, δηλαδή ως κοινωνικοί λειτουργοί. Παράλληλα το κράτος, από τον 11ο αιώνα και μετά, φρόντιζε να εξασφαλίσει την εύρεση δημόσιας εργασίας στους υγιείς πολίτες με τη θεσμοθέτηση ενός δημόσιου λειτουργού, του ερευνητού, ο οποίος μεριμνούσε να βρει εργασία για τους άνεργους φτωχούς πολίτες.
Τον 12ο αιώνα πλέον φαίνεται ότι τα νοσοκομεία ήταν ο φυσικός χώρος άσκησης της ιατρικής. Εκεί υπηρετούσαν οι καλύτεροι γιατροί, εκεί λάμβανε χώρα και η άσκηση των νεοτέρων, η διδασκαλία της Θεωρίας της Ιατρικής και εφαρμόζονταν οι νεότερες μέθοδοι που επινοούσαν οι μεγάλοι γιατροί στην άσκηση της επιστήμης τους. Εκεί τελούνταν και αξιόλογες χειρουργικές επεμβάσεις, που περιγράφονται στα συγγράμματα των γιατρών, ή από τους χρονογράφους. Το σύγχρονο νοσοκομείο θεωρείται ότι αποτελεί μετεξέλιξη του βυζαντινού προγόνου του, του ξενώνα, που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν προσαρτημένος σε κάποια μονή.

Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη.
O ξενώνας του Παντοκράτορος υπήρξε το αρτιότερο νοσηλευτικό ίδρυμα του Μεσαίωνα. Γι’ αυτόν έχουμε πολλές πληροφορίες γιατί έχει διασωθεί το Τυπικόν, δηλαδή ο κανονισμός του νοσοκομείου. Στο Tυπικόν, ο Ιωάννης Κομνηνός ορίζει την ανέγερση ενός συγκροτήματος που περιλάμβανε τη Μονή του Παντοκράτορος, οικογενειακό Μαυσωλείο, Ξενώνα, Γηροκομείο, και Λεπροκομείο, αυτό το τελευταίο για ευνόητους λόγους εκτός του συγκροτήματος. Για τη λειτουργία και τη συντήρηση του ιδρύματος άφησε ένα γενναίο κληροδότημα, ώστε να είναι οικονομικά αυτοδιοίκητο.
Ο ξενώνας διέθετε πέντε θαλάμους με συνολικά πενήντα κλίνες, μία για κάθε ασθενή (δεν ήταν σπάνια τον Μεσαίωνα η φιλοξενία δύο ασθενών ανά κλίνη!), κατανεμημένες σε πέντε ορδίνους (τμήματα): χειρουργικό, οφθαλμολογικό, γυναικολογικό και δύο άλλα τμήματα για γενικές παθήσεις.. Για τα έκτακτα περιστατικά προβλέπονταν επί πλέον ένα παρακράββατον σε κάθε τμήμα και έξι κλίνες με ειδικά στρώματα για τους κατάκοιτους ασθενείς, δηλαδή οι κλίνες συνολικά έφταναν τις 61. Κάθε κλίνη διέθετε ψάθα, στρώμα και τρία ιοσνίκια, δηλαδή σκεπάσματα φτιαγμένα από μαλλί κατσικιού. Τους χειμερινούς μήνες λειτουργούσαν τρεις άρουλες (θερμάστρες), μία μεγάλη και δύο μικρότερες, για το γυναικολογικό, το χειρουργικό και το παθολογικό τμήμα. Στη διάθεση των ασθενών υπήρχαν δύο αποχωρητήρια και λουτρά, των οποίων οι τελευταίοι έκαναν χρήση όσες φορές την εβδομάδα έκριναν οι γιατροί ότι ήταν αναγκαίο για τη νοσηλεία τους. Για όλα τα παραπάνω υπήρχε πρόβλεψη για έγκαιρο ανεφοδιασμό, συντήρηση και καθαριότητα. Το προσωπικό του νοσοκομείου ήταν υποχρεωμένο να προμηθεύει τους φτωχότερους ασθενείς ή τους πολύ βαριά αρρώστους με νέα ρούχα για όσο διάστημα διαρκούσε η νοσηλεία τους. Τα προσωπικά ρούχα του κάθε ασθενούς καθαρίζονταν και επιστρέφονταν μετά το πέρας της παραμονής του στο νοσοκομείο. Οι φτωχοί είχαν δικαίωμα να κρατήσουν τα ρούχα του νοσοκομείου και μετά το τέλος της νοσηλείας τους. Επίσης, όλα τα είδη ιματισμού αλλά και τα στρώματα, τα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια ανανεώνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Όσα από αυτά τα παλαιά είδη μπορούσαν να επαναχρησιμοποιηθούν φυλάσσονταν και μοιράζονταν κατόπιν στους φτωχούς.

O ξενώνας του Παντοκράτορος διέθετε επίσης μεγάλο φαρμακείο και χώρους για το ιατρικό προσωπικό, όπου οι γιατροί είχαν τη δυνατότητα να αναπαύονται και να μελετούν χάρη στην πλούσια ιατρική βιβλιοθήκη που υπήρχε εκεί. Στον ξενώνα υπηρετούσε πολυπληθές προσωπικό, γιατροί, νοσηλευτές, πημεντάριοι (φαρμακοποιοί), μάγειροι, υπηρέτες και θυρωροί, ιεραρχημένοι ανάλογα με την ειδικότητα και τις αρμοδιότητες του καθενός. Η γενικότερη επιστημονική διεύθυνση του νοσοκομείου, δηλαδή ο έλεγχος των διαγνώσεων και η παρακολούθηση της θεραπείας, ανήκε στον Πριμικήριο γιατρό. Οι πριμικήριοι ήταν δύο και εναλλάσσονταν στην υπηρεσία κάθε μήνα.
Σε κάθε θάλαμο υπηρετούσαν δύο γιατροί, που εναλάσσονταν και αυτοί κάθε μήνα, τρεις έμβαθμοι υπουργοί, που διαδραμάτιζαν ρόλο εξειδικευμένου νοσηλευτή, δύο περισσοί υπουργοί, ασκούμενοι νοσηλευτές και δύο υπηρέται. Για τον γυναικείο θάλαμο είχαν οριστεί τρεις γιατροί, δύο άντρες και μία γυναίκα (ιάτραινα), τέσσερις εξειδικευμένες νοσηλεύτριες βοηθοί, (έμβαθμοι υπούργισσαι), δύο μαθητευόμενες (περιτταί υπούργισσαι) και δύο υπηρέτριαι. Από τους έντεκα γιατρούς (10+1) που υπηρετούσαν στους θαλάμους, οι δύο σημαντικότεροι ονομάζονταν Πρωτομηνίται και συγκέντρωναν στα χέρια τους περισσότερες αρμοδιότητες. Στον ξενώνα λειτουργούσαν και εξωτερικά ιατρεία, όπου προσέρχονταν ασθενείς, εξετάζονταν και λάμβαναν την πρέπουσα θεραπεία. Για τα εξωτερικά ιατρεία ήταν διαθέσιμοι δύο παθολόγοι (διαιτητικοί) και δύο χειρουργοί (τραυματικοί), που συνεπικουρούνταν από εξειδικευμένους και μαθητευόμενους βοηθούς. Οι μοναχοί της Μονής, οι οποίοι συνέβαλαν εκ των πραγμάτων σημαντικά στο νοσηλευτικό και βοηθητικό έργο νοσηλεύονταν σε ιδιαίτερο χώρο.
Ο πριμικήριος επιτηρούσε σε καθημερινή κλίμακα την κατάσταση όλων των ασθενών, επέβλεπε την πορεία της θεραπείας τους και αποκαθιστούσε τυχόν λάθη και παραλείψεις που προέκυπταν. Όφειλε επίσης να ελέγχει το ψωμί, τα λοιπά τρόφιμα και ο,τιδήποτε άλλο κατανάλωναν οι ασθενείς. Η υποδοχή των σοβαρών περιστατικών αναλογούσε στον πρωτομηνίτη, ο οποίος, αφού τακτοποιούσε και φρόντιζε τον ασθενή, έδινε λεπτομερή αναφορά στον πριμικήριο. Αυτός, με τη σειρά του, τον κατέτασσε στο τμήμα που έκρινε ως αρμόδιο. Κάποιοι από τους υπουργούς παρέμεναν τη νύχτα ως εφημερεύοντες στον ξενώνα. Εκτός από τους γιατρούς που υπηρετούσαν στους θαλάμους, υπήρχε και ένας Διδάσκαλος της ιατρικής τέχνης ή ιατροδιδάσκαλος. Επρόκειτο για έναν έμπειρο γιατρό εγνωσμένου κύρους, που όφειλε να εκπαιδεύει τους νεαρούς γιατρούς στις γνώσεις της ιατρικής επιστήμης.
Το Τυπικόν καθόριζε μεταξύ άλλων τις προαγωγές και τις κλιμακωτές αμοιβές όλων των κατηγοριών του προσωπικού, οι οποίες κυμαίνονταν σε ελάχιστα υψηλότερο βαθμό από τον μέσο όρο των αμοιβών. Οι πριμικήριοι, ως διευθύνοντες γιατροί, όπως προαναφέρθηκε εναλλάσσονταν κάθε μήνα. Κατά τον μήνα που βρίσκονταν εκτός νοσοκομείου δικαιούνταν να ασκούν ιδιωτικά το επάγγελμά τους και να βελτιώνουν έτσι τις απολαβές τους αξιοποιώντας, με τον τρόπο αυτό, το κύρος που τούς προσέδιδε η υπηρεσία τους στον ξενώνα. Η εναλλαγή αυτή ίσχυε επίσης για τους πρωτομηνίτες και τους άλλους γιατρούς, ώστε κάθε μήνα υπηρετούσαν οι μισοί περίπου από το γενικό σύνολο. Επρόκειτο για μια ευφυή σκέψη, δεδομένου ότι απαγορευόταν ρητά στους γιατρούς κατά την περίοδο της θητείας τους στον ξενώνα να λαμβάνουν δώρα ή αμοιβές από τους αρρώστους, τις λεγόμενες ευλογίες ή αγάπες. Γενικά απαγορευόταν η άσκηση του επαγγέλματός τους εκτός του νοσοκομείου οσάκις βρίσκονταν σε υπηρεσία, ακόμα και αν τους χρειαζόταν ίδιος ο Αυτοκράτορας. Έτσι, με το σύστημα της εναλλάξ, παρουσίας, περιοριζόταν το οικονομικό χάσμα μεταξύ των ιδιωτών και των δημοσίων γιατρών, ενώ οι τελευταίοι διευκολύνονταν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο νοσοκομείο.
Ο Διοικητικός Διευθυντής του ξενώνα ονομαζόταν Νοσοκόμος (παλιότερα Ξενοδόχος). Ο Νοσοκόμος από κοινού με τον Επιστάτη εφοδιάζονταν με χρήματα, φρόντιζαν να προμηθεύονται σε επαρκείς ποσότητες όλα τα απαραίτητα είδη και να διανέμουν σε αφθονία όλα τα αναγκαία στους ασθενείς. Επίσης, διεκπεραίωναν την εμπρόθεσμη μισθοδοσία του προσωπικού. Τη διαχείριση του φαρμακείου εξασφάλιζαν τέσσερεις πημεντάριοι (φαρμακοποιοί), ο επί κεφαλής των οποίων ονομαζόταν επιστήκων. Υπήρχε ακόμα ένας μυλοχαράκτης που φρόντιζε να είναι τα χειρουργικά εργαλεία καθαρά και οξύαιχμα, ένας οστιάριος, που εκτελούσε καθήκοντα κλητήρα, πέντε γυναίκες σαπωνίστριαι, οι οποίες εργάζονταν στα πλυντήρια, ένας άνδρας υπεύθυνος για τη συνεχή διαθεσιμότητα ζεστού νερού, δύο μάγειροι, δύο μάγκιπες (αρτοποιοί), ένας μυλωνάς, ένας σταβλίτης, ο οποίος έφερε την ευθύνη για τα άλογα των γιατρών με παράλληλη απασχόληση στον μύλο, ένας οψωνιάτωρ, που αγόραζε τα αναγκαία είδη, ένας πυλωρός, που φρουρούσε την πύλη, τέλος, ένας καναλοπλύντης για τον καθαρισμό των αποχετεύσεων. Για τις πνευματικές ανάγκες των ασθενών προβλέπονταν τρεις ιερείς, επιφορτισμένοι με τις εξομολογήσεις και τις κηδείες.
Το Τυπικόν του μοναστηριού καθόριζε επίσης τις μερίδες φαγητού που προβλέπονταν τόσο για τα μέλη του προσωπικού, όσο και για τους ασθενείς. Σε κάθε ασθενή προσφέρονταν καθημερινά δυόμισυ λίτρες ψωμιού (850 γραμμάρια) και συνήθως δύο πιάτα λαχανικά με ελαιόλαδο και δύο κεφάλια κρεμμύδια, σπανιότερα δε κρέας ή ψάρι. Κάθε άρρωστος λάμβανε επί πλέον μια χρηματική βοήθεια από τον ξενώνα (ένα τραχύ νόμισμα) την ημέρα προκειμένου να αγοράσει επιπλέον τροφή, ή λίγο κρασί, εφόσον βέβαια το επέτρεπαν οι γιατροί. Επίσης, στο Τυπικόν προβλεπόταν η μέριμνα τόσο για την ατομική υγιεινή των ασθενών, η οποία αποτελούσε ευθύνη του προσωπικού, όσο και για την επάρκεια ειδών καθαριότητας (πετσέτες, λεκάνες) και μαγειρικών σκευών.
Επειδή στους ξενώνες προσφερόταν πολύ υψηλή ιατρική φροντίδα, οι κλίνες ήταν πολύτιμες. Έτσι, όταν ένας ασθενής έφτανε σε απελπιστική κατάσταση, απομακρυνόταν από το νοσοκομείο ώστε να ελευθερωθεί η κλίνη για άλλον ασθενή, και μεταφερόταν σε ιδιαίτερο κτήριο, όπου τον φρόντιζαν οι νοσηλευτές, ώστε να μπορέσει να καταλήξει ειρηνικά.

Οι αμοιβές των γιατρών καθορίζονταν στα Τυπικά των ιδρυμάτων και στα αυτοκρατορικά διατάγματα. Στα νοσοκομεία από τον 9ο αιώνα και μετά, η λήψη φιλοδωρημάτων απαγορευόταν αυστηρά. Η βυζαντινή νομοθεσία, παράλληλα, καθόριζε την ποινική ευθύνη των ιατρών, ανδρών και γυναικών, δίχως διάκριση φύλου. Οι ποινές ποικίλλαν και εξαρτώνταν από τη βλάβη που είχε προκληθεί στο θύμα, την ύπαρξη δόλου ή μη και την κοινωνική θέση του γιατρού ή του θύματος. Η ευθύνη των γιατρών αποδεικνυόταν με ιατροδικαστική έρευνα και, ανάλογα, επιβάλλονταν ποινές όπως απλά χρηματικά πρόστιμα, μερική ή ολική δήμευση περιουσίας, διαπόμπευση κλπ.
Η μέριμνα για τους ασθενείς όμως δεν εξαντλείτο στο ιατρικό μέρος. Στην λειτουργία των νοσοκομείων συμμετείχαν οι Παραβολάνοι, δηλαδή οι κοινωνικοί λειτουργοί. Αποστολή τους ήταν η φροντίδα των ασθενών και των φτωχών από την πλευρά της κρατικής μέριμνας καθώς και η παροχή χρηματικού βοηθήματος κατά την έξοδο από το ίδρυμα. Παράλληλα το κράτος είχε θεσμοθετήσει τη θέση του Ερευνητού, ενός δημόσιου λειτουργού, που αναλάμβανε να βρει δημόσια εργασία στους υγιείς άνεργους και φτωχούς πολίτες. Επί των Κομνηνών μάλιστα, ακόμα και στις φυλακές, όπου δεν επικρατούσαν βέβαια και οι καλύτερες συνθήκες, υπήρχαν ειδικοί Επιθεωρηταί, που επισκέπτονταν τους κρατούμενους κάθε Κυριακή και τους ρωτούσαν εάν τρέφονταν σύμφωνα με τους κανόνες.

f. 255v., Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη, Μπολώνια).
Σύμφωνα με τον ιστορικό Timothy Miller: «Προς τιμήν της Ανατολικής Ρωμαϊκής κοινωνίας οι θύρες των ξενώνων έμεναν ανοιχτές τόσο για τους άστεγους πτωχούς των δρόμων όσο και για τους εύπορους μόνιμους κατοίκους. Αυτό διαφοροποιεί τους ξενώνες από τα νοσοκομεία της μεσαιωνικής Δύσεως, που απέτυχαν να αναπτύξουν τις ίδιες εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες και παρέμειναν καταφύγια για κάθε είδος ανθρώπινης ταλαιπωρίας – αστέγων, πτωχών και αναπήρων. Στο Βυζάντιο, πολλοί ανώτεροι κληρικοί ή λαϊκοί επιθυμούσαν να εισαχθούν στους ξενώνες του Παντοκράτορος ή των Μαγγάνων, ενώ κανείς υψηλόβαθμος στο Παρίσι δε θα μπορούσε ούτε καν να σκεφτεί το Hôtel-Dieu, το αντίστοιχο νοσοκομείο για ιατρική θεραπεία… Μπορεί κανείς να παραλληλίσει τα βυζαντινά νοσοκομεία του 6ου -12ου αιώνα με ορισμένα νεότερα νοσοκομεία που ίδρυσαν οι δυτικοί μετά τον Διαφωτισμό».
Η θεραπεία δεν αποσκοπούσε μόνο στη σωματική πάθηση, αλλά και στη θεραπεία της ψυχής, σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική αντίληψη ότι αν ασθενεί το σώμα, ασθενεί και η ψυχή και αντιστρόφως. Εγκαινιάζεται έτσι εν σπέρματι η ολιστική αντίληψη περί της νόσου και της θεραπείας της.
Οι γιατροί: Οι Ρωμαίοι ασχολούνταν κυρίως με τα στρατιωτικά και το δίκαιο και δεν τους ενδιέφερε ιδιαίτερα η ιατρική. Όταν η Ρώμη κατέκτησε τον κόσμο και όλη η οικουμένη εντάχθηκε στην ενιαία αυτοκρατορική εξουσία, η φήμη και η παράδοση των Ελλήνων γιατρών ήταν ήδη τόσο μεγάλη, που την ιατρική ασκούσαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες. Οι καλύτεροι γιατροί μετανάστευσαν στο νέο κέντρο του κόσμου, τη Ρώμη και έτσι οι Έλληνες γιατροί κυριαρχούσαν σε όλη την αυτοκρατορία. Τους αιώνες της Ύστερης Αρχαιότητας που ακολούθησαν, η γλώσσα των διανοουμένων, των φιλοσόφων, της τέχνης, των επιστημών, αλλά και του εμπορίου ήταν η Ελληνική. Στη Ρώμη όλοι οι μορφωμένοι μιλούσαν Ελληνικά, αλλά και στις λαϊκές τάξεις υπήρχαν πολλοί ελληνόφωνοι, ιδίως έμποροι και ναυτικοί. Δεν είναι τυχαίο που ο Απόστολος Παύλος απευθύνει την επιστολή του «προς Ρωμαίους» δηλαδή προς τους χριστιανούς που κατοικούσαν στην Ρώμη, γραμμένη στα Ελληνικά, τη γλώσσα που καταλάβαιναν καλύτερα. Την εποχή αυτή εμφανίστηκαν πολλοί αξιόλογοι γιατροί, που έδρασαν είτε στη Ρώμη, είτε στις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας της Ανατολής, κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Αυτοί άφησαν αξιόλογο έργο, αλλά όλους τους επισκίασε το μεγάλο αστέρι μετά τον Ιπποκράτη, ο Γαληνός.
Ο Κλαύδιος Γαληνός γεννήθηκε στην Πέργαμο το 129 μ.Χ. Σπούδασε πρώτα Πλατωνική και Στωική φιλοσοφία και μετά Ιατρική στην Αλεξάνδρεια, που ήταν τότε το κέντρο του πολιτισμού και των επιστημών. Σε ηλικία 33 ετών εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου έγινε γιατρός τεσσάρων Αυτοκρατόρων, του Μάρκου Αυρήλιου, του Κόμμοδου, του Σεπτίμιου Σεβήρου και του Καρακάλλα. Συμμεριζόταν τις απόψεις του Ιπποκράτη, ότι στο ανθρώπινο σώμα υπάρχουν τέσσερες χυμοί, που η σωστή αναλογία τους, η ευκρασία, συνεπάγεται την υγεία. Οι χυμοί αυτοί είναι το αίμα, το φλέγμα, η κίτρινη χολή και η μέλαινα (μαύρη) χολή. Η υπεροχή ενός χυμού έναντι των άλλων δημιουργεί τέσσερες τύπους ανθρώπων, τον αιματώδη, τον φλεγματικό, τον χολερικό και τον μελαγχολικό.

Έκανε νεκροψίες σε ζώα, πιθήκους και χοίρους, γιατί στην εποχή του απαγορευόταν να το πράττει σε ανθρώπους. Η ανατομία του ήταν αξεπέραστη για τα επόμενα χίλια χρόνια. Ανακάλυψε ότι οι φλέβες και οι αρτηρίες περιέχουν διαφορετικού τύπου αίμα. Έκανε επιτυχημένες χειρουργικές επεμβάσεις, θεράπευε τον καταρράκτη αφαιρώντας τον φακό του οφθαλμού. Έγραψε πάρα πολλά συγγράμματα όπου συγκέντρωσε όλη την συσσωρευμένη ιατρική γνώση των προηγούμενων επτά αιώνων, προσθέτοντας όμως και τις δικές του καινοτομίες. Τα έργα του μεταφράστηκαν στα Λατινικά και τα Αραβικά και αποτελούσαν το Ευαγγέλιο των γιατρών για πάνω από χίλια χρόνια.
Ο πρώτος σημαντικός γιατρός της Αυτοκρατορίας μετά την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη είναι ο Ορειβάσιος ο Περγαμηνός που έζησε τον 4ον αιώνα (325-403). Ήταν συμπατριώτης του μεγάλου Γαληνού και πιστός οπαδός της σκέψης του. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, την ίδια περίοδο που φοιτούσαν εκεί ο μετέπειτα Αυτοκράτορας Ιουλιανός ο «Παραβάτης», ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ήταν στενός φίλος του Ιουλιανού και τον ακολούθησε ως στρατιωτικός αρχίατρος σε όλες σχεδόν τις εκστρατείες του. Με προτροπή του ονειροπόλου Αυτοκράτορα συνέγραψε την Έβδομηκοντάβιβλο, μια μεγάλη ιατρική εγκυκλοπαίδεια, που περιείχε όλες τις μέχρι τότε γνώσεις της Αρχαίας Ελληνικής Ιατρικής εμπλουτισμένες και με δικές του πρωτότυπες παρατηρήσεις. Έγραψε και πολλά άλλα συγγράμματα, που μεταφράστηκαν αργότερα στα Αραβικά και στα Λατινικά.

Ο Ορειβάσιος επινόησε πολλές πρωτότυπες μεθόδους στη θεραπεία των νόσων. Χρησιμοποιούσε αντισηπτικά φάρμακα, είχε εφεύρει ειδικά ράμματα για την απολίνωση των αρτηριών, θεράπευε τους κιρσούς των κάτω άκρων με χειρουργική αφαίρεση της μείζονος σαφηνούς φλέβας. Το έργο του επηρέασε σημαντικά τους μεταγενέστερους Έλληνες γιατρούς, αλλά και τους Άραβες και κυρίως τον μεγάλο γιατρό Αμπού Ιμπν Ζαχαρία ή Ραζή. Πολύ σημαντικό για την επιστημονική συγκρότηση του Ορειβάσιου θεωρείται το ότι συχνά αναθεωρεί τα γραφόμενά του, καταγράφοντας τα στοιχεία παλαιότερων μεθόδων που χρησιμοποίησε και που αποδείχθηκαν λανθασμένες. Αυτό δείχνει την τόλμη και την ειλικρίνεια ενός Μεγάλου.
Σύγχρονος του Ορειβάσιου ήταν ο Μέγας Βασίλειος, Επίσκοπος Καισαρείας (330-379). Αυτός ο σπουδαίος Ιεράρχης σπούδασε στη Σχολή Φιλοσοφίας των Αθηνών, όπου διδάχθηκε και μαθήματα Ιατρικής. Άλλωστε τότε όλοι οι φοιτητές της Φιλοσοφίας παρακολουθούσαν μαθήματα Ιατρικής, ώστε να δικαιώνεται το απόφθεγμα του Αριστοτέλη ότι: «Ένας φιλόσοφος πρέπει να αρχίζει με την ιατρική και ένας ιατρός να τελειώνει με την Φιλοσοφία». Ίδρυσε το πρώτο νοσηλευτικό ίδρυμα στον Δυτικό Κόσμο. Ο Βασίλειος έκανε ιατρικές παρατηρήσεις με λεπτομερή επιστημονική ικανότητα σχετικά με τον ρυθμό αύξησης του σώματος, ασχολήθηκε με τη λειτουργία του οφθαλμού, τέλος, συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων που μελέτησαν τους νόμους της κληρονομικότητας και τη Βιολογία. Προ πάντων όμως, παραμένει ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της Ανθρωπιστικής Ιατρικής σ’ αυτούς τους σκοτεινούς καιρούς.
Τον 6ο αιώνα, όταν το κράτος με τον Ιουστινιανό γνώρισε τη μεγίστη ισχύ και έκταση, άκμασε ο Αλέξανδρος ο Τραλλειανός (525 – 605). Ήταν αδελφός του μεγάλου μαθηματικού και αρχιτέκτονα Ανθέμιου, που μαζί με τον συνάδελφό του Ισίδωρο τον Μιλήσιο σχεδίασαν και κατασκεύασαν την Αγία Σοφία, αυτό το μεγάλο επίτευγμα της αρχιτεκτονικής. Ο Αλέξανδρος ταξίδεψε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο ακολουθώντας τον στρατό του στρατηγού Βελισσάριου και άσκησε την Ιατρική στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη. Έγραψε πολλά βιβλία. Τα έργα του μεταφράστηκαν στα λατινικά, τα εβραϊκά και τα αραβικά. Σε αυτά περιγράφει με λεπτομέρειες 120 εγχειρήσεις, μεταξύ των οποίων την μαστεκτομή και την αφαίρεση λίθων από την κύστη. Είχε την τόλμη και την επιστημονική ειλικρίνεια να ασκήσει κριτική (παρά τον θαυμασμό του) στον Γαληνό θεωρώντας ορισμένες του απόψεις λανθασμένες. Είναι ο πρώτος πρωτοποριακός ιατρός που τόλμησε να αμφισβητήσει τους μεγάλους διδασκάλους της αρχαιότητας.
Την ίδια περίπου εποχή (5ος-6ος αιώνας) διέπρεψε άλλος ένας σπουδαίος γιατρός, ο Αέτιος ο Αμιδηνός. Άσκησε κυρίως το επάγγελμα στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε και Αρχίατρος στην Αυλή του Ιουστινιανού. Συνέγραψε και αυτός μία εκτενέστατη Ιατρική Εγκυκλοπαίδεια, όπου περιλαμβάνονται όλες οι μέχρι τότε ιατρικές απόψεις, κυρίως του Γαληνού, παραθέτοντας όμως και δικές του θεωρίες. Ο Αέτιος θεωρείται πρωτοπόρος στην αντισύλληψη, για την οποία συνιστούσε ενδοκολπική χορήγηση στυπτικών ουσιών, καθώς και στον υπολογισμό των γονίμων ημερών του καταμήνιου κύκλου των γυναικών. Στα βιβλία του αναφέρει και την μαία Ασπασία, πολύτιμη βοηθό του στην Μαιευτική και Γυναικολογία. Στα ψηφιδωτά του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας, έχει απαθανατιστεί δίπλα στον μεγάλο Αυτοκράτορα.

Τον καιρό του Ηρακλείου και των διαδόχων του, οι καταστροφικές επιδρομές των Αράβων δεν εμπόδισαν την ανάπτυξη της επιστήμης και της παιδείας. Τότε έζησε ένας πολύ σημαντικός γιατρός, ο Παύλος ο Αιγινήτης (625-690). Γεννήθηκε στην Αίγινα και άσκησε την ιατρική κυρίως στην Αλεξάνδρεια όπου και απεβίωσε. Δεν επισκέφτηκε ποτέ την Κωνσταντινούπολη. Το συγγραφικό του έργο με τον τίτλο Επιτομή Ιατρικής εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Άραβες που το μετέφρασαν τον 9° αιώνα στα αραβικά και μέσω του Πέρση Ραζή και του Άραβα Αμπού αλ Κασίμ (Αβουλκασή) πέρασε στη Δύση μεταφρασμένο στα Λατινικά. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη χειρουργική εφαρμόζοντας δική του εγχειρητική τεχνική στην πλαστική της βουβωνοκήλης. Περιγράφει διάφορες επεμβάσεις, όπως λιθοτριψία, μαστεκτομή, κρανιοανάτρηση, αμυγδαλεκτομή και διάφορες παρακεντήσεις, πλευριτικού υγρού ή άλλων συλλογών. Εκτελούσε τραχειοτομές και επινόησε δικές του εγχειρητικές τεχνικές για την αντιμετώπιση των αγγειακών ανευρυσμάτων καθώς και για τη θεραπεία του καταρράκτη, όπου χρησιμοποιούσε ειδικό όργανο το παρακευτήριον για την αφαίρεση του φακού. Οι Άραβες τον θεωρούν ως τον κατ’ εξοχήν χειρουργό και μαιευτήρα (Αλ Κουαμπέλ), γιατί έχει συγκεντρώσει όλες τις γνώσεις περί μαιευτικής. Σε αυτόν οφείλεται η ονομασία καρκίνος για την γνωστή νόσο. Στο κεφάλαιο «Περί καρκίνου», σημειώνει ότι η νόσος εμφανίζεται σε πολλά μέρη του σώματος, κυρίως όμως στη μήτρα και τους μαστούς των γυναικών και επεξηγεί την ονοματολογία:
«Καρκίνος εκ του γεγονότος ότι έχουσι τα φλέβας πανταχόθεν περιτεταμένας, ώσπερ το ζώον καρκίνος τους πόδας, όθεν αυτώ και τούνομα τέθειται»
Οι Άραβες μετέφρασαν όλους τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, γιατρούς, αστρονόμους, μαθηματικούς, φιλοσόφους (εκτός από τους ποιητές και τους τραγικούς, γιατί τους ενδιέφεραν μόνο οι πρακτικές επιστήμες) και με τη βάση αυτών συνέχισαν και προώθησαν σε εντυπωσιακό βαθμό τη γνώση. Στην Ιατρική πήραν πολλά από τους Βυζαντινούς, αλλά και οι Βυζαντινοί από αυτούς. Στην Κωνσταντινούπολη έρχονταν κατά καιρούς Άραβες γιατροί, όπως και αντίστροφα, «Ρωμαίοι» είτε γιατροί, είτε φιλόσοφοι, πήγαιναν και σταδιοδρομούσαν στα χαλιφάτα τους.
Την ίδια εποχή έζησε και ο Θεόφιλος Πρωτοσπαθάριος, αρχίατρος του Βασιλέα Ηράκλειου, που συνέγραψε ιατρικές πραγματείες. Μαθητής του υπήρξε ο Στέφανος ο Αθηναίος γιατρός και μαθηματικός, γεννημένος στην Αθήνα με δράση στην Κωνσταντινούπολη, Τον 7ο και 8ο αιώνα αναφέρονται κι άλλοι γιατροί, όπως ο Ααρών ο Αλεξανδρεύς και μια γυναίκα «ιάτραινα», η Μητροδώρα Κλεοπάτρα η οποία είναι η πρώτη γυναίκα που έχει γράψει ιατρικό σύγγραμμα στην Ευρώπη. Μέρος του συγγράμματός της έχει διασωθεί, αλλά για την ίδια δεν έχουμε πληροφορίες.
Ο κατάλογος συνεχίζεται στην μακραίωνη ιστορία του Βυζαντινού Κράτους. Τον 9ο αιώνα αξιομνημόνευτος γιατρός ήταν ο Λέων ο Ιατροσοφιστής, ο οποίος εφήρμοσε την αμυγδαλεκτομή, έδωσε τον ορισμό του άσθματος και συνέδεσε την πληκτροδακτυλία με τις πνευμονικές παθήσεις.
Η μεγάλη φυσιογνωμία του 10ου αιώνα είναι ο Μέγας Φώτιος, που επιτέλεσε ένα τεράστιο φιλοσοφικό, εκπολιτιστικό και φιλολογικό έργο, και συνέγραψε αποτίμηση του έργου όλων των επιφανών γιατρών από τον 1ο μέχρι τον 6ο αιώνα. Τέλος μεγάλοι γιατροί του 11ου αιώνα είναι ο Νικήτας Βυζάντιος, ο Συμεών Σηθ και ο Μιχαήλ Ψελλός. Ο Βυζάντιος έγραψε το σύγγραμμα Χειρουργική συλλογή με πολλές εικόνες ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Ο Συμεών Σήθ, ήταν αραβικής καταγωγής, γεννημένος στην Αντιόχεια. Συνέγραψε ένα βιβλίο, το οποίο περιγράφει τις ιδιότητες νέων φαρμάκων που προέρχονταν από την Ανατολή. Μετέφρασε συγγράμματα από τα αραβικά και είναι αυτός που εισήγαγε στο Βυζάντιο πολλές γνώσεις από την Αραβική Ιατρική. Ο Μιχαήλ Ψελλός (1018 – 1096), είναι μία από τις πιο λαμπρές και πολύμορφες προσωπικότητες της εποχής του, ονομάσθηκε ο Ύπατος των Φιλοσόφων, και εκτός των άλλων διετέλεσε Πρύτανης του Πανδιδακτηρίου. Έχει τεράστιο συγγραφικό έργο (Αστρονομία – Φιλοσοφία – Φυσικές επιστήμες – Μαθηματικά) και υπήρξε και ένας εξαίρετος χρονικογράφος. Με την Ιατρική ασχολήθηκε αρκετά και συνέταξε τέσσερα τουλάχιστον συγγράμματα.
Από το 1204 έως το 1453 έχουμε την περίοδο, η οποία αρχίζει με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους, τη συρρίκνωση και οριστική πολιτική παρακμή του κράτους και ολοκληρώνεται με την οριστική κατάλυσή του από τους Οθωμανούς. Παραδόξως η παρακμή δεν επηρέασε τις επιστήμες και τις τέχνες, στις οποίες παρατηρείται η περίφημη Παλαιολόγεια Αναγέννηση. Στον τομέα της ιατρικής, στη Νίκαια, πρωτεύουσα της ομώνυμης Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της Λατινοκρατίας, έδρασε ο Νικόλαος Μυρεψός (1222-1255). Ήταν προσωπικός ιατρός (ακτουάριος) του σπουδαίου αυτοκράτορα Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Ασχολήθηκε κυρίως με τη φαρμακολογία. Το συνταγολόγιό του (Δυναμερόν), ήταν το πληρέστερο της εποχής. Χρησιμοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο των Μαγγάνων (Κωνσταντινούπολης) αλλά και στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων ως επίσημο σύγγραμμα από το 1651 για εκατό χρόνια. Μεταφράστηκε τον 14ο αιώνα από τον ιατρό Νικόλαο Ρηγίνο προς χρήση των φοιτητών της Ιατρικής Σχολής του Σαλέρνο και γνώρισε ακολούθως συνεχείς εκδόσεις μεταφρασμένο στη Λατινική γλώσσα στη Βασιλεία το 1549 και στη Φρανκφούρτη το 1625. Αποτελούσε περίπου το επίσημο εγχειρίδιο Φαρμακολογίας των ιατρικών σχολών της Δυτικής Ευρώπης μέχρι τον 17ο αιώνα.

Ο Ιωάννης Ζαχαρίας, έδρασε περί τα τέλη του 13ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη και ήταν θεράπων ιατρός του Ανδρόνικου Παλαιολόγου. Το σύγγραμμά του Περί ενεργειών και παθών του ψυχικού πνεύματος τυπώθηκε αρχικά στο Παρίσι το 1556 και μετά στη Λειψία το 1774 μεταφρασμένο στα Λατινικά. Αξιόλογοι επίσης ήταν ο Αβραάμ Ακτουάριος, Μουσουλμάνος, ο οποίος υπήρξε αυτοκρατορικός ιατρός και αρχίατρος του ξενώνα των Μαγγάνων, ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ο Δημήτριος Πεπαγωμένος, που έγραψε πραγματεία περί ποδάγρας και Βοτανολογία και τέλος ο ιατροφιλόσοφος Ιωάννης Αργυρόπουλος.
Αυτοί ήταν οι κυριότεροι ιατροί του Βυζαντίου, από την ίδρυση μέχρι την οριστική κατάλυσή του. Τα συγγράμματα πολλών εξ αυτών ήταν αρκετά πρωτοπόρα και μεταφράστηκαν στα Λατινικά και τα Αραβικά. Είναι αξιομνημόνευτο το ότι όλοι σχεδόν ασχολήθηκαν με τη Χειρουργική και επινόησαν χειρουργικές τεχνικές και εργαλεία. Η Χειρουργική στο Βυζάντιο ασκήθηκε και εξελίχθηκε ισότιμα με την λοιπή Ιατρική, σε αντίθεση με την Δυτική Ευρώπη, όπου θεωρήθηκε αιματηρή και βάναυση και από τον 12ο αιώνα απαγορεύθηκε για τους γιατρούς των πανεπιστημίων. Την ασκούσαν πλέον οι κουρείς και αργότερα οι Χειρουργοί-κουρείς μέχρι τον 18ον αιώνα, οπότε αναγνωρίσθηκε ως ισότιμη της Ιατρικής.
Περιγράφονται περί τα 80 χειρουργικά εργαλεία. Έχουμε αναφερθεί στις κυριότερες εγχειρήσεις που γίνονταν, αξίζει να τονίσουμε ιδιαίτερα τις μαστεκτομές, αμυγδαλεκτομές και τη θεραπεία του καταρράκτη με αφαίρεση του φακού του οφθαλμού. Επίσης τη θεραπεία των κιρσών με αφαίρεση της μείζονος σαφηνούς φλέβας, τη θεραπεία αιμορροΐδων, συριγγίων, πλαστική βουβωνοκήλης, και τέλος τη λιθοτριψία και αφαίρεση λίθων από την ουροδόχο κύστη. Πολύ εντυπωσιακές είναι οι επιδόσεις σε εκλεπτυσμένες πλαστικές επεμβάσεις αποκατάστασης δερματικών ελλειμάτων ή τραυματικών ουλών, πλαστικές αποκατάστασης ρινοτομίας ή ωτοτομίας, (όχι σπάνιες τιμωρίες για αδικήματα) και πλαστικές του ουρογεννητικού (υποσπαδίας, ερμαφροδιτισμός). Βέβαια γίνονταν και εμβρυουλκίες και καισαρικές τομές.
Υπάρχει η μαρτυρία των χρονικογράφων για μία εγχείρηση διαχωρισμού σιαμαίων αδελφών τον 10ο αιώνα. Τα νεογνά ήσαν κολλημένα στην ράχη δεν ξέρουμε σε ποιό βαθμό. Έζησαν ενωμένα για κάποια χρόνια, αλλά κάποτε ό ένας πέθανε. Οι χειρουργοί τον διαχώρισαν επιτυχώς από τον αδελφό του, ο οποίος επέζησε για κάποιες ημέρες, αλλά πέθανε από μετεγχειρητική λοίμωξη.
Τα κύρια φάρμακα που χρησιμοποιούνταν στη χειρουργική αναισθησία ήταν το όπιο, ο μανδραγόρας και ο υοσκύαμος. Άλλα φάρμακα είναι το κολχικόν, το κώνιον και το ακόνιτον, που λαμβάνονταν από τα ομώνυμα φυτά. Επίσης χρησιμοποιούνταν τοπικά η ψύξη, που προκαλεί αναλγησία και η… μέθη με δυνατό κρασί.
Η αντισηψία στην περιοχή της εγχειρήσεως γινόταν με σπόγγους με χλιαρό νερό και καθαρές πετσέτες. Ακολουθούσαν επάλειψη και εντριβή με δυνατό κρασί (άκρατον οίνον) ή ξύδι, ή θαλάσσιον ύδωρ. Σε κάποιες περιπτώσεις μολυσμένων τραυμάτων χρησιμοποιούσαν καυτό λάδι (ζέον έλαιον). Όταν τα τραύματα ήταν βαθιά και ανώμαλα γινόταν πλύση με δυνατό μαύρο κρασί, «με οίνον αυστηρόν και μέλανα».
Είναι γνωστά πολλά χειρουργικά εργαλεία. Τα διάφορα νυστέρια ονομάζονταν σμίλη, λόγχη, σπαθίον, οι λαβίδες, λαβίς, μύδιον, άγκιστρον, βλεφαροκάτοχος, γλωσσοκάτοχος και οι βελόνες διαφόρων ειδών, ευθείες και κυρτές, ονομάζονταν ραφίς, εγκοπεύς, ή κυνόρραφος. Διάφορα άλλα εργαλεία είναι τα εξής: Ψαλίδιον, τρύπανον, καθετήρ, μήλη, λιθουλκός και λιθαναβολεύς (εργαλεία εξαγωγής λίθων), διόπτρα, (μητροσκόπιο), αντιόπτρα (διαστολέας του ορθού).

Στη βυζαντινή κοινωνία υπήρχε βαθειά πίστη και πεποίθηση στην θεία αρωγή στις ασθένειες και την ιαματική παρέμβαση του Θεού και των Αγίων. Σε ολόκληρη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου αναφέρονται θαύματα για την αποκατάσταση των νοσημάτων, με εκπρόσωπους τους Ανάργυρους ιατρούς Κοσμά και Δαμιανό, Κύρο και Ιωάννη, τον άγιο Παντελεήμονα, άγιο Αρτέμιο, Σαμψών, Λουκά, Ερμιόνη, Φιλονίλλα και άλλους. Αυτή τη βαθειά πεποίθηση του κόσμου συμμερίζονταν όπως φαίνεται οι Βυζαντινοί γιατροί, οι οποίοι αναγνώριζαν τη δύναμη που έχει η πίστη και η προσευχή στην πορεία μιας ασθένειας. Διακατεχόμενοι από μια ολιστική αντίληψη της θεραπείας, αφού εξαντλούσαν τις προσπάθειες με τις ιατρικές γνώσεις και την εμπειρία τους, επικαλούνταν πάντα την αρωγή του Θεού και των αγίων και συμμερίζονταν τους ασθενείς στην πίστη και την επίκληση του θείου. Φυσικά υπήρχε διάκριση μεταξύ πίστης και δεισιδαιμονίας ή σκοταδισμού. Απέρριπταν και πολεμούσαν σκληρά τα πολύ διαδεδομένα σε όλες τις κοινωνικές τάξεις φυλακτά, εξορκισμούς, μαγγανείες και κάθε λογής ανοησίες, τα λεγόμενα από τότε ιατροσόφια που ήταν υπολείμματα των παγανιστικών τελετών. Αυτό το έπρατταν όχι μόνο οι γιατροί, αλλά και οι φωτισμένοι ιεράρχες.
Οι ιατρικές σπουδές στο Βυζάντιο είχαν μια ιδιαιτερότητα: Ξεκινούσαν με τα βασικά μαθήματα Φιλοσοφίας, Μαθηματικών, Αστρονομίας και συνεχίζονταν με την μελέτη των συγγραμμάτων των μεγάλων αρχαίων γιατρών, αλλά στη συνέχεια και των μεγάλων γιατρών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που ήταν γραμμένα όλα στα Ελληνικά. Η κύρια όμως εκπαίδευση γινόταν στην πράξη, με παρακολούθηση των έμπειρων γιατρών στους ξενώνες, με τη συμμετοχή στη νοσηλεία και τη θεραπεία των ασθενών και παράλληλα με τη μελέτη που διεξαγόταν στις βιβλιοθήκες των ξενώνων. Στους ξενώνες υπήρχαν ειδικοί ιατροδιδάσκαλοι, οι οποίοι δίδασκαν τη θεωρία και την πράξη και εξέταζαν τους ασκούμενους ώστε να διαπιστώσουν τις γνώσεις τους και να τους χορηγήσουν το σχετικό πιστοποιητικό σπουδών.
Η ίδρυση του νοσοκομείου και η φιλανθρωπική κοινωνική ιατρική είναι μεγάλη καινοτομία και προσφορά του Βυζαντίου στον κόσμο, αξίζει δρ να προσεχθεί και να τονισθεί εμφατικά.
Ιατρική και νοσοκομεία στο Βυζάντιο | Γιώργος Παπαγεωργίου | Σοφία Χατζή
Ενδεικτική Βιβλιογραφία


